Άρδην τ.99

Εκπαίδευση και κυβέρνηση της αριστεράς

Kαλά και κακά νέα

Του Τάσου Χατζηαναστασίου (Άρδην τ. 99) 

Είναι γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του εκπαιδευτικού κόσμου υποδέχτηκε με ανακούφιση και πολλές προσδοκίες τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου. Εξάλλου, τα τελευταία χρόνια είχε ήδη σημειωθεί μαζική μετακίνηση εκπαιδευτικών προς την παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία έχει πλέον καθιερωθεί ως πρώτη δύναμη στον κλάδο. Σημειώνουμε ότι ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ, Θέμης Κοτσιφάκης, είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ πρώην συνδικαλιστές εκπαιδευτικοί έχουν εκλεγεί βουλευτές με το ίδιο κόμμα.
Είναι αλήθεια ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν λάβει τέτοια μέτρα που ευτέλισαν οικονομικά και κοινωνικά και πάνω απ’ όλα καταρράκωσαν ψυχολογικά τους καθηγητές. Πρώτα πρώτα, πέρα από τις μειώσεις μισθών και τις μηδενικές προσλήψεις, που αφορούσαν ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, περισσότεροι από 2.000 εκπαιδευτικοί υπέστησαν την αιφνιδιαστική υπαγωγή σε καθεστώς διαθεσιμότητας. Έπειτα, οι υποστηρικτικές δομές της εκπαίδευσης είτε καταργήθηκαν είτε υποβαθμίστηκαν (κυρίως η ενισχυτική διδασκαλία, τα κέντρα συμβουλευτικής και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης), σχολικές μονάδες και τμήματα συγχωνεύτηκαν, ενώ το διδακτικό ωράριο, αλλά και η γραφειοκρατική εξωδιδακτική απασχόληση, αυξήθηκαν. Επίσης, το νέο σύστημα προαγωγής και εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση αύξησε το στρες τόσο των μαθητών και των γονέων όσο και των εκπαιδευτικών. Από την άλλη μεριά, οι κινητοποιήσεις και αντιδράσεις του κλάδου αντιμετωπίστηκαν με ιδιαίτερη σκληρότητα, καθώς, κοντά στα δακρυγόνα στις πορείες, προστέθηκε και η επιστράτευση του Μαΐου 2013, η οποία πλήγωσε ανεπανόρθωτα το φιλότιμο και την αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών. Κατασταλτικά λειτούργησε ακόμη ο νέος πειθαρχικός κώδικας, με βάση τον οποίο μπορεί κάποιος για ψύλλου πήδημα να βρεθεί σε αυτοδίκαιη αργία, ενώ ο συχνά προσβλητικός και παράλογος αυταρχισμός που χαρακτηρίζει τη διοίκηση, αλλά και ο τιμωρητικός χαρακτήρας της αξιολόγησης που ξεκίνησε να εφαρμόζεται, είχαν ως αποτέλεσμα να καταλάβει τους καθηγητές και τους δασκάλους μία μαζική ψυχολογία φόβου, ανημποριάς και απογοήτευσης. Να σημειώσουμε πως όλα τα παραπάνω μέτρα και οι συνθήκες που επικρατούν πλέον στα σχολεία είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση κατά περίπου 25% των μόνιμων και αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Θα μπορούσαμε δηλαδή να μιλήσουμε για πραγματική… γενοκτονία του κλάδου!
Αυτό που πέτυχε επομένως η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η αντιστροφή του κλίματος στο σχολείο, να αναπνεύσουν οι περισσότεροι με ανακούφιση και να ελπίζουν πως τα χειρότερα έχουν περάσει, προσδοκώντας καλύτερες μέρες. Οι προεκλογικές και μετεκλογικές εξαγγελίες έχουν καλλιεργήσει μεγάλες προσδοκίες σε ό,τι αφορά την επαναπρόσληψη των συναδέλφων σε διαθεσιμότητα, την επαναφορά του διδακτικού ωραρίου στο προηγούμενο καθεστώς, τον εκδημοκρατισμό της διοίκησης, την αναθεώρηση του πειθαρχικού κώδικα, την απαλλαγή από τον βραχνά της αξιολόγησης, την κατάργηση του συστήματος προαγωγής με βάση την τράπεζα θεμάτων και τον συνυπολογισμό των βαθμών προαγωγής στο λύκειο για την εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση και, τέλος, τη μισθολογική εξέλιξη, ειδικά για όσους έχουν παραμείνει καθηλωμένοι στους τελευταίους βαθμούς. Κοντολογίς, οι προσδοκίες αφορούν την παλινόρθωση του… παλιού μεταπολιτευτικού καθεστώτος, που με τις δεδομένες συνθήκες φαντάζει πλέον επίγειος παράδεισος.
Ετούτη την ώρα δεν γνωρίζουμε το σύνολο των προθέσεων ούτε των μέτρων που θα λάβει τελικά η κυβέρνηση στον χώρο της Παιδείας. Γνωρίζουμε ότι καταργείται ο θεσμός της τράπεζας θεμάτων, καθώς και ο συνυπολογισμός του βαθμού προαγωγής για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Γνωρίζουμε επίσης ότι η προαγωγή των μαθητών στο λύκειο θα γίνεται με βάση το 9,5 στον μέσο όρο των μαθημάτων στα οποία από φέτος ούτως ή άλλως συνυπολογίζεται και η γυμναστική. Με τον τρόπο αυτό η απόρριψη μαθητή καθίσταται πρακτικά αδύνατη. Ακόμη, έχει εξαγγελθεί πως καταργούνται οι εισαγωγικές εξετάσεις για τα πρότυπα και πειραματικά σχολεία. Όσο για τα νέα αναλυτικά προγράμματα που εκπονήθηκαν πρόσφατα και χρηματοδοτήθηκαν από το ΕΣΠΑ, σύμφωνα με δηλώσεις του αναπληρωτή υπουργού, Τάσου Κουράκη, δεν θα εφαρμοστούν, χωρίς όμως να έχει υπάρξει κάποια σαφής αιτιολόγηση της απόρριψής τους, εκτός από την αόριστη διαβεβαίωση πως, στα καινούρια αναλυτικά προγράμματα που θα εκπονηθούν, η ύλη θα είναι μικρότερη. Τέλος, γεγονός αποτελεί και το πάγωμα της διαδικασίας αξιολόγησης των σχολικών μονάδων («αυτοαξιολόγηση») καθώς και η ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Άγνωστο, ωστόσο, παραμένει το χρονοδιάγραμμα της επίσης εξαγγελθείσης επαναπρόσληψης των καθηγητών σε διαθεσιμότητα.
Με δεδομένο ότι τα περισσότερα από τα παραπάνω μέτρα ή εξαγγελίες αποτελούσαν αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών, μπορούμε να τα θεωρήσουμε ως καλά νέα, αφού η νέα ηγεσία του υπουργείου φαίνεται να τα ικανοποιεί. Επειδή όμως εμείς έχουμε μία διαφορετική αντίληψη, θεωρούμε πως ακόμη κι ορισμένα από αυτά που φαίνονται ως «καλά», στην πραγματικότητα μάλλον προοιωνίζονται αρνητικές εξελίξεις, χωρίς όμως να παραγνωρίζουμε και να υποτιμούμε τα όντως θετικά. Ας περάσουμε λοιπόν και στα «κακά» νέα, για να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας.
Τα κακά νέα έχουν να κάνουν με τα μέχρι στιγμής δείγματα γραφής της νέας ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, αλλά και με την αντίληψη και πρακτική που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στο δημόσιο σχολείο, με την οποία η νέα κυβέρνηση όχι μόνο δεν φαίνεται διατεθειμένη να συγκρουστεί, αλλά έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως την υιοθετεί και την ενθαρρύνει.
Πιο συγκεκριμένα, ήδη έχουν προκηρυχθεί οι θέσεις των προϊσταμένων των περιφερειακών διευθύνσεων εκπαίδευσης. Αντί δηλαδή η νέα κυβέρνηση να καταργήσει έναν θεσμό που κοστίζει σε υλικούς και ανθρώπινους πόρους, ενώ έχει αυξήσει τραγικά τη γραφειοκρατία στην εκπαίδευση, χωρίς να προσφέρει απολύτως τίποτα, επιμένει στη διατήρησή του. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι η περιφερειακή διοίκηση αποτελεί προϊόν του Καλλικράτη, τον οποίον ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να αμφισβητεί! Παρ’ όλα αυτά, η νέα κυβέρνηση προχωρά στη στελέχωση των περιφερειακών διοικήσεων εκπαίδευσης με «αντικειμενικά» κριτήρια ασφαλώς, τα οποία, όπως είναι αναμενόμενο, θα αναδείξουν πρώτους σε μόρια όσους ήδη κατείχαν θέσεις ευθύνης και φρόντισαν να εξασφαλίσουν κάποιο μεταπτυχιακό τίτλο και άλλα μοριοδοτούμενα προσόντα. Με άλλα λόγια, τον πρώτο λόγο τον έχει και πάλι το δοκιμασμένο και αποτυχημένο στελεχικό δυναμικό του ΠΑΣΟΚ κυρίως, και της ΝΔ δευτερευόντως, εκτός εάν κάνει το θαύμα της η… «συνέντευξη» και προηγηθούν στελέχη προερχόμενα από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά, αν συμβεί αυτό, τότε απλώς θα αποδειχθεί πως η νέα κυβέρνηση αντιμετωπίζει το δημόσιο ως λάφυρο, όπως ακριβώς και οι προηγούμενες.
Το κύριο πρόβλημα ωστόσο δεν είναι οι θεσμοί, παρ’ όλο που ένα νοικοκύρεμα στα διοικητικά είναι απολύτως απαραίτητο για μία κυβέρνηση που θέλει να σταματήσει τη σπατάλη, να τιθασεύσει τη γραφειοκρατία και να ενισχύσει τις δομές που προσφέρουν ουσιαστικό έργο. Σημαντικό είναι επίσης να τοποθετούνται επιτέλους σε θέσεις ευθύνης περισσότεροι άνθρωποι με γνώση, αξίες και κυρίως ήθος, και λιγότεροι ματαιόδοξοι θεσιθήρες και μικρονοϊκοί με ποικίλα συμπλέγματα. Το κύριο πρόβλημα είναι οι στόχοι, οι αρχές και οι αξίες με βάση τις οποίες χαράσσεται η εκπαιδευτική πολιτική. Και, δυστυχώς, η νέα κυβέρνηση δεν φαίνεται να συμμερίζεται την αγωνία για επαναπροσδιορισμό τους. Σήμερα η εκπαίδευση, αντί για γνώσεις, παρέχει ένα πλήθος πληροφοριών από δεκάδες γνωστικά αντικείμενα, ενώ περιφρονεί τα υψηλά πρότυπα από την ελληνική και παγκόσμια πολιτισμική κληρονομιά και εκπαιδεύει συστηματικά τη νεολαία στην ανευθυνότητα, την αδιαφορία, τον ατομισμό, την έλλειψη σεβασμού. Το κατεξοχήν προϊόν του εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι ο αμόρφωτος, ακαλλιέργητος, αλλά με υπερενισχυμένο εγώ άνθρωπος, που δεν έχει αναπτύξει τη βασική ικανότητα να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, ενώ στερείται το συλλογικό ήθος που χαρακτήριζε παλιότερες γενιές. Αν κανείς αμφιβάλλει για τις παραπάνω κρίσεις, δεν έχει παρά να αναρωτηθεί για το πώς γίνεται να παράγουμε τόσους πολλούς αριστούχους από τα λύκεια, με τόσο χαμηλές επιδόσεις στις εισαγωγικές εξετάσεις, ακόμη και στη νέα ελληνική γλώσσα. Πώς γίνεται, ακόμη και όσοι επιτυγχάνουν, να έχουν τόσες ελλείψεις σε βασικές γνώσεις, όπως τουλάχιστον διαπιστώνουν οι καθηγητές τους στα πανεπιστήμια. Πώς, για παράδειγμα, γίνεται να έχουμε γιατρούς που προτιμούν να εργάζονται σε νοσοκομεία της… Γερμανίας και της Σουηδίας, από το να προσφέρουν στην ελληνική επαρχία; Ένας ακόμη χαρακτηριστικός δείκτης είναι η εκλογική συμπεριφορά των ηλικιών 20-30 ετών, που δίνουν τα υψηλότερα ποσοστά στη Χρυσή Αυγή (κοντά στο 10%) αλλά και στη Νέα Δημοκρατία (ΔΑΠ ολέ!). Περιγράφουμε φυσικά τη γενική τάση και δεν αναφερόμαστε στο σύνολο της νεολαίας στην οποία υπάρχουν, ευτυχώς, και πολλά πραγματικά διαμάντια.
Όλα τα παραπάνω επιμέρους φαινόμενα δείχνουν, αν μη τι άλλο, πως έχουμε χάσει τον στόχο. Σήμερα, φαίνεται σαν η βασική έγνοια των περισσότερων εμπλεκομένων να είναι η ακώλυτη προαγωγή από τάξη σε τάξη, αλλά και γενικότερα η εμμονή στον χαζοχαρούμενο στόχο του «ευχάριστου σχολείου», όπου μαθητές με μηδενική προσπάθεια και απαράδεκτη συμπεριφορά όχι απλώς γίνονται ανεκτοί, αλλά και κάθε προσπάθεια για ουσιαστική ενίσχυση και βελτίωσή τους αντιμετωπίζεται ως αντιπαιδαγωγική! Το αν και τι μαθαίνει κανείς έχει πλέον ελάχιστη σημασία. Η διαμόρφωση χαρακτήρων ακόμη μικρότερη. Και όλα αυτά στο όνομα της παραμονής πάση θυσία των παιδιών στο σχολείο. Παρά τις εκπτώσεις όμως, η μαθητική διαρροή συνεχίζει να αυξάνει γιατί προφανώς η αιτία δεν είναι η ανύπαρκτη αυστηρότητα του σχολείου. Και δεν αποτελεί σοβαρή διαχείριση των εκπαιδευτικών πραγμάτων η διαγραφή κάθε μέτρου ή έργου που έχει παραχθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις είτε αυτό αφορά τα νέα αναλυτικά προγράμματα, που ενδεχομένως να έχουν κάποια αξία, είτε αφορά την περίφημη βάση του «10» που ξανάγινε «9,5»!
Η νέα κυβέρνηση, αν πραγματικά θέλει να προχωρήσει σε ουσιαστικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, ας μειώσει την ύλη, ας μειώσει τα διδακτικά αντικείμενα, ας αναθεωρήσει το εξοντωτικό εφτάωρο του μαθητή με θεωρητικά μαθήματα, ενισχύοντας την Αισθητική και τη Φυσική Αγωγή, κι αν χρειαστεί ας συγκρουστεί με τις συντεχνίες, αλλά ας επιχειρήσει, επιτέλους, να επανατοποθετήσει τη γνώση και την αγάπη γι’ αυτόν τον τόπο και τον πολιτισμό του στη θέση που τους αξίζει στην κλίμακα αξιών του εκπαιδευτικού μας συστήματος και της κοινωνίας γενικότερα, στηρίζοντας παράλληλα τους μαθητές που προέρχονται από ένα στερημένο μορφωτικά περιβάλλον και υστερούν, με τις απαραίτητες, υποχρεωτικές όμως υποστηρικτικές δομές. Για να έχει και πάλι νόημα η παραδοσιακή μας ευχή: «και όλοι να λένε: να ένας σοφός!».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*