Άρδην τ. 38-39

Οι πρόσφυγες στο μεσοπόλεμο

του Δημήτρη Λιβιεράτου Άρδην τ. 38-39

 

Σύμφωνα με την απογραφή του 1928 το σύνολο του πληθυσμού ήταν 6.204.684 κάτοικοι.

Πριν από την Μικρασιατική καταστροφή ήρθαν στην Ελλάδα 151.892 άνθρωποι και μετά 1.069.957. Σύνολο 1.221.849. Αποτελούσαν το 19,7 % του ελληνικού πληθυσμού.

Χώρες προελεύσεως των μεγαλυτέρων ομάδων δηλώθηκαν:

Από την Μικρά Ασία 626.954 εκ των οποίων 37.728 αφίχθησαν πριν από την καταστροφή του 1922. Από την Θράκη 256.635 και από αυτούς 27.057 πριν το 1922. Από τον Πόντο 182.169 και 17.528. Από την Βουλγαρία 49.027 και 20.977. Από τον Καύκασο 47.091 και 32.421. Από την Κωνσταντινούπολη 38.458 και 4.109. Από την Ρωσία 11.435 και 5.124[1]. Να σημειώσουμε ότι. στην απογραφή του 1928 δεν αναφέρονται βέβαια όσοι πέθαναν μέχρι τότε. Πολλοί προσφυγές ήρθαν ήδη γέροντες και ταλαιπωρημένοι. Πέθαναν στο διάστημα αυτών των 6 χρονών, χωρίς πουθενά να αναγραφούν στις επίσημες στατιστικές της επετηρίδας[2].

Όμως μεταξύ των προσφύγων που αναφέρουμε δεν ήταν μόνον καταστραμένοι και πάμπτωχοι. Από αυτούς που ήρθαν πριν την καταστροφή, αλλά και μερικούς που ήρθαν μέσω άλλων χωρών, είχαν χρήματα. Μερικοί μάλιστα πολλά χρήματα και αποτέλεσαν μέρος της ελληνικής καπιταλιστικής τάξης. Ο μεγαλύτερος από αυτούς, ο Πρόδρομος Μποδοσάκης, έφτασε το 1923 με τεράστια ποσά, περιουσία που είχε αποκτήσει στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι αδελφοί Παπαδόπουλοι, που έχτισαν  την πασίγνωστη βιομηχανία Μπισκότων, ήρθαν πριν την καταστροφή με πολλά χρήματα για να συνεχίσουν και να αναπτύξουν τις δουλειές τους.

Όταν το 1961 έγινε μια σχετική έρευνα απέδειξε ότι ακόμα το ένα τέταρτο των Ελλήνων βιομηχάνων είχε γεννηθεί εκτός Ελλάδος. Παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει τόσα χρόνια. Βέβαια αυτοί οι πλούσιοι δεν είχαν καμιά σχέση με τους άθλιους συνοικισμούς των εξαθλιωμένων προσφύγων, που διατηρήθηκαν μέχρι το 1965 μερικοί από αυτούς. Ούτε διέθεσαν μέρος της. περιουσίας τους για την ενίσχυση των φτωχών και. δυστυχισμένων προσφύγων.

Όταν έφτασαν  οι μεγάλες ομάδες των προσφύγων και τους άφησαν να εγκατασταθούν στις παραγκουπόλεις γύρω από τα αστικά κέντρα χύθηκαν αμέσως σε αναζήτηση δουλείας. Αφού δεν διέθεταν κανέναν άλλο πόρο ζωής. Προσφέρθηκαν για εργασία με οποιουσδήποτε ορούς για να επιζήσουν. Απετέλεσαν ένα φτηνό προλεταριάτο που έγινε πρώτη ύλη παραγωγής υπεραξίας, του, με ορμή, ανερχόμενου ελληνικού καπιταλισμού. Εκείνο τον καιρό τα μεροκάματα μειώθηκαν από την πίεση των τόσων προσφερόμενων χεριών. Και οι προσφυγές δεν είχαν καμιά πρόθεση να πλησιάσουν τα ήδη υπάρχοντα και δραστήρια συνδικάτα. Δεν είχαν επαφές μαζί τους. Νόμιζαν ότι η κατάσταση τους είναι προσωρινή και σύντομα θα γυρίσουν στις εστίες τους. Πέρασαν αρκετά χρονιά και ουσιαστικά μετά το 1930 για να αντιληφθούν ότι είναι εργάτες, όσοι ήταν στις πόλεις, και δεν υπήρχε πλέον ελπίδα διαφυγής προς το χαμένο για πάντα εύπορο παρελθόν τους.

Συνδικάτα και οργανώσεις της αριστεράς δεν τους αντιμετώπισαν εχθρικά, παρ’ όλο που έριχναν τα μεροκάματα. Προσπαθούσαν να τους ενσωματώσουν, να τους πλησιάσουν» Υπάρχουν περιπτώσεις σε κυκλοφορία προκηρύξεων π,χ. που η αναγραφή αρχίζει με την κεφαλίδα «Εργάτες, Αγρότες, Πρόσφυγες». Σαν να αποτελούσαν μιαν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα εκτός των καθιερωμένων τάξεων. Ύστερα από μερικά χρονιά και όχι πολύ αργά αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρόσφυγες στην πολιτική ζωή. Το πρώτο μεγάλο παράδειγμα αναφέρεται στις εκλογές Δήμαρχων και δημοτικών συμβουλίων του 1925 και συγκεκριμένα στην Θεσσαλονίκη. Είχε ήδη επικρατήσει ο στρατηγός Πάγκαλος με το πραξικόπημα που έκανε στις 25 Ιουνίου 1925.

Τον Οκτώβριο του 1925 έγιναν Δημοτικές εκλογές και τότε ο Πάγκαλος δέχτηκε ένα μεγάλο χτύπημα. Στην Θεσσαλονίκη εξελέγη ο υποστηριζόμενος από το ΚΚΕ Μηνάς Πατρίκιος χαρακτηριζόμενος σαν «εργατοπρόσφυξ» από τις αστικές εφημερίδες. Ο δικτάτορας Πάγκαλος είχε ορίσει υποψήφιο τον βενιζελικό Αγγελάκη. Η τοπική οργάνωση του ΚΚΕ της οποίας γραμματέας ήταν ο Παστίας Γιατσόπουλος, όρισε υποψήφιο τον Πατρίκιο που ήταν πρόσφυγας. Σχηματίστηκε, μέτωπο εργατών και προσφυγών. Προσπάθησαν να συνεργαστούν με την «Συνομοσπονδία Προσφυγικών Οργανώσεων», βενιζελικής επιρροής με τα μελή της χαρακτηριζόμενα «προσφυγοπατέρες». Συνεργάστηκαν με την αριστερής απόκλισης «Ανώτατη Επιτροπή Προσφυγών» που είχε ηγέτη τον Μηνά Πατρίκιο. Δέχτηκαν την συνεργασία με το ΚΚΕ και ο Πατρίκιος εξελέγη. Περιέλαβε κομμουνιστές στο ψηφοδέλτιο και έτσι κέρδισαν τις εκλογές. Πήραν είκοσι συμβούλους και οι Παγκαλικοί δέκα. Ο Πάγκαλος ακύρωσε τις εκλογές. Οι εκλογές επανελήφθησαν και ο Πατρίκιος κέρδισε με μεγαλύτερη πλειοψηφία. Ήταν και το πρώτο ισχυρό κτύπημα κατά της δικτατορίας το οποίο έγινε δυνατό από την συμμαχία εργατών και προσφύγων. Αλλά και η πρώτη εμφάνιση των προσφυγών σε δημοτικές εκλογές σαν ανεξάρτητος παράγοντας.[3]

Σίγα-σιγά αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις. Απογοητεύονται από τον Βενιζελισμό και αυτό σημαίνει ότι υποχωρεί και το όνειρο τους των «Χαμένων Πατρίδων». Την φαντασία τους ότι ο Βενιζέλος, κάποια στιγμή θα τους οδηγήσει πάλι νικηφόρα στην Μικρά Ασία. Το πρώτο δείγμα φάνηκε στις δημοτικές εκλογές του 1926 στον συνοικισμό της Νέας Κοκκινιάς (Νίκαια) κοντά στον Πειραιά. Υποψήφιοι των προσφύγων κατέρχονται στις εκλογές ανεξάρτητοι από το Κόμμα των  Φιλελευθέρων. Αυτός ο ανεξάρτητος συνδυασμός τους συγκέντρωσε το 20% του συνόλου των ψηφισάντων με 6.998 ψήφους. Αποτελούν την βάση της παράταξης των Αριστερών Φιλελευθέρων, οι οποίοι αργότερα θα συνεργαστούν με την αριστερά στο Κίνημα της Εθνικής Αντίστασης.[4]

Αυτά τα χρονιά αρχίζει η απογοήτευση μεγάλου μέρους των προσ­φυγών από τον Βενιζελισμό. Σταδιακά αποκαλούνται και βαδίζουν προς τα αριστερά.[5]

Σε καμιά περίπτωση δεν πέρασαν στην δεξιά. Οι προσφυγοπατέρες που ενεφάνισε η δεξιά σαν υποψήφιους μερικές φορές ήταν μεμονωμένες περιπτώσεις συμφεροντολογικών καταστάσεων. Οι πρόσφυγες θεωρούν πάντοτε την βασιλική δεξιά σαν την παράταξη που τους οδήγησε στην καταστροφή, το ξερίζωμα, την προσφυγιά.

Μέχρι το 1936 μια μεγάλη ομάδα προσφύγων θα περάσει στην αριστερά και όλες της τις εκφράσεις. Οι προσφυγικοί συνοικισμοί στις μεγάλες πόλεις, εργατικοί στην μεγάλη τους πλειοψηφία, θα γίνουν τα μαχητικά προπύργια της Εθνικής Αντίστασης στην Κατοχή 1941-1944. Και θα υποστούνε όλη την αρρωστημένη μανία των οργάνων της δεξιάς μετά την ήττα της Αντίστασης και τα μετεμφυλιακά χρόνια.

 

[1] Στατιστική Επετηρίς της Ελλάδος 1930 σελ. 39 και μετά

[2] Λιβιεράτος Δημήτρης, Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα 1918-1936 (σε 4 τόμους) τομ. Γ΄ σελ. 182

[3] ό.π. τόμος Β΄ σελ. 148

[4] ό.π. τόμος Δ΄ 1932-1936 σ. 44

[5] ό.π. τόμος Δ΄ σελ. 10

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*