Άρδην τ. 87

Η γερμανοποίηση της Ευρώπης!

Η καθολική επικράτηση της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Σύνοδο των Καννών, στις 26 Οκτωβρίου, που συνοδεύτηκε από απαξιωτικές δηλώσεις και απειλές Γερμανών αξιωματούχων και που χαρακτηρίστηκε, αφενός, από τις ακατάσχετες θριαμβολογίες και ενίοτε σοβινιστικές κορόνες των γερμανικών ΜΜΕ και, αφετέρου, από την κατ’ εξακολούθηση αποστολή ταπεινωτικών τελεσιγράφων στην Ελλάδα, προκάλεσε ένα ισχυρό σοκ στους λαούς του ευρωπαϊκού Νότου. Άπαντες συνειδητοποίησαν πλέον ότι στις Κάννες έγινε άλλο ένα ποιοτικό άλμα προς τη γερμανοποίηση της Ευρώπης.
Ο ευρωπαϊκός «μεγαχώρος» και ο «ατσάλινος πυρήνας» των ναζί φαίνεται πως δρομολογούνται και πάλι, μισό αιώνα αργότερα, με χαρακτηριστικά ανελέητου Blitzkrieg, όχι όμως με τη  σιδηρόφρακτη Βέρμαχτ και τα Ες Ες, αλλά την ισχυρή γερμανική οικονομία και την υψηλή ανταγωνιστικότητα. Ο υποτιμητικός παραγκωνισμός, κατά την τελευταία σύνοδο, σημαντικών χωρών όπως η Βρετανία και η Πολωνία, που δεν ανήκουν στην ευρωζώνη, σηματοδοτεί τη νέα Ευρώπη των δύο ταχυτήτων, με το Βερολίνο να γίνεται η πρωτεύουσα της «γερμανικής ευρωζώνης» και ο ισχυρός μαγνήτης που θα προσελκύει όλο και περισσότερους Ευρωπαίους «φτωχούς συγγενείς», οι οποίοι θα διοικούνται από κυβερνήσεις–μαριονέτες. Χώρες–προτεκτοράτα, που θα ανήκουν σε μια σχετικά σταθερή Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά όχι στην ευρωζώνη. Στο μεταξύ, οι επιτυχίες του Βερολίνου είναι ορατές και σε θεσμικό επίπεδο, αφού η Ισπανία και η Πορτογαλία, υπακούοντας στο γερμανικό ντικτάτ, ενέταξαν ήδη στα συντάγματά τους τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Η διαμόρφωση της γερμανικής ηγεμονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της γαλλογερμανικής «συμμαχίας για την ανταγωνιστικότητα», είναι πλέον σαφής: Εκτός από τις επικείμενες αλλαγές made in Germany στη Συνθήκη της Λισαβώνας και τον άμεσο έλεγχο των εθνικών προϋπολογισμών, στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής οικονομικής δικτατορίας σκληρών γερμανικών προδιαγραφών (δραστική μείωση δημόσιου χρέους, μισθών και συντάξεων, σύνταξη στα 67, ομοιογενοποίηση φορολογικού συστήματος, ιδιωτικοποιήσεις κ.α.), στις Κάννες προδιαγράφηκε και ο μελλοντικός «ευρωπαϊκός πυρήνας», που αποτελείται από τη Γερμανία και τους δορυφόρους της, καθώς και από μια υποβαθμισμένη Γαλλία. Συνοδοιπόρος της Mέρκελ και ο Σαρκοζί που, παρά τις επιμέρους διαφωνίες του, αποδέχεται πλέον τον δεύτερο ρόλο, μπροστά στον κίνδυνο να βρεθεί, μαζί με την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, σε ένα καταχρεωμένο, περιφερειακό Club Med. Ακόμη και διεθνούς κύρους τραπεζίτες, όπως ο Γιανβίλεμ Άκετ, διευθυντής του ελβετικού τραπεζικού ομίλου Γιούλιους Μπάερ, παραδέχονται ότι στην τελευταία Ευρωπαϊκή Σύνοδο επιβλήθηκε η ομάδα γύρω από τη Γερμανία, αντικρούοντας τις περί έντιμου συμβιβασμού απόψεις του προέδρου της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας Γιόζεφ Άκερμαν.
Η δυναμική έως και άγαρμπη συμπεριφορά της Γερμανίας δεν είναι ασφαλώς καθόλου τυχαία και σχετίζεται με οικονομικές αιτίες. Σύμφωνα με τη Νιου Γιόρκ Τάιμς, η κρίση χρέους που ταλανίζει μεγάλο μέρος της Ευρώπης οδηγεί όλο και περισσότερο τη Γερμανία στο να μεταφέρει τα χρήματά της και την ενέργειά της εκτός ευρωζώνης για να ενισχύσει έτσι ακόμη περισσότερο την ανάπτυξή της. Μπορεί η ευρωζώνη να παραμένει ακόμη η σημαντικότερη αγορά της γερμανικής εξαγωγικής βιομηχανίας, όμως τα ποσοστά της συνεχώς μειώνονται. Αυτή η οικονομική μετατόπιση έχει σημαντικές επιπτώσεις μέσα στην Ευρώπη: Ενώ η Γερμανία γίνεται όλο και πιο ανεξάρτητη από τις αγορές της ευρωζώνης, υπάρχουν ενδείξεις πως γίνεται όλο και πιο σκληρή με τους καταπονημένους εταίρους της, Ελλάδα, Ιταλία και Πορτογαλία, κάτι που μεγαλώνει ακόμη περισσότερο την πίεση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποκαλυπτικός ως προς την αλλαγή πορείας της Γερμανίας είναι και ο υπουργός Εξωτερικών της, Βέστερβελε: Είναι αποφασιστικής σημασίας για εμάς να διατηρούμε παλιές συνεργασίες και να εμβαθύνουμε φιλίες. Είναι ανάγκη όμως και στον κόσμο του 21ου αιώνα να υπολογίζουμε τα νέα κέντρα εξουσίας και να αναπτύσσουμε νέες στρατηγικές συμμαχίες.
Ενδεικτικό παράδειγμα στο γερμανικό άνοιγμα προς τις νέες δυνάμεις είναι η ραγδαία ανάπτυξη των ρωσογερμανικών οικονομικών συναλλαγών την τελευταία πενταετία, που επισφραγίστηκε πρόσφατα με την έναρξη λειτουργίας του αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω της Βαλτικής και που συνδέει Γερμανία και Ρωσία, παρακάμπτοντας χώρες όπως η Ουκρανία και η Πολωνία. Άπαντες αντιλαμβάνονται πλέον ότι η διεθνής οικονομική κρίση και το ευρωπαϊκό χρέος έχουν μεταβληθεί σε κερδοφόρο γεγονός για τους Γερμανούς, αλλά και γερμανικό μέσο πίεσης εναντίον των λαών της Ευρώπης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που, κατά τη διάρκεια της κρίσης, από το 2009, το γερμανικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί κατά 7% και οι εξαγωγές της κατά 25%, ενώ τα επίπεδα της ανεργίας έχουν πέσει σε εκείνα του 1992, κάτω από τα τρία εκατομμύρια.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι αντιγερμανικές αντιδράσεις δεν άργησαν να φανούν. Τίτλοι εφημερίδων, όπως αυτός της βρετανικής Ντέιλι Μίρορ: Το 4ο Ράιχ – Η Γερμανία κατακτά την Ευρώπη απαντώνται πλέον παντού και όχι μόνο σε αγγλοσαξωνικές χώρες ή χώρες όπως η Ελλάδα, που δεινοπαθεί από τον γερμανικό οικονομικό στραγγαλισμό, με τη δημοκρατία, την ανεξαρτησία και το σύνταγμά της να κουρελιάζονται, την οικονομία της να καταρρέει και τον ελληνικό λαό να φτωχαίνει και να εξευτελίζεται. Ακόμη πιο επιθετική ήταν η επίσης βρετανική Τέλεγκραφ, η οποία όχι μόνο καταδίκασε τη σκληρή και αλαζονική στάση της γερμανικής κυβέρνησης, αλλά ζήτησε από τις ΗΠΑ και την Κίνα να υποδουλώσουν τη Γερμανία, υποστηρίζοντας ότι το Βερολίνο δεν θα μπορέσει έτσι κι αλλιώς να σώσει την οικονομία της, καθώς το σχέδιο Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επικίνδυνο και τρελό. Η οργή πολλών Ευρωπαίων κατά της Γερμανίας, που ειρήσθω εν παρόδω έχει και η ίδια σοβαρά εσωτερικά προβλήματα λόγω μεταναστευτικού, φουντώνει καθημερινά, και ιστορικές αντιπαλότητες επανεμφανίζονται στο πολιτικό προσκήνιο, με αποτέλεσμα πολιτικοί, όπως ο υποψήφιος για τη γαλλική προεδρία Ζαν-Λικ Μελανσόν, να προειδοποιούν ότι μια Ευρώπη γερμανικών προδιαγραφών θα φέρει την καταστροφή.
Δεν είναι όμως ο μόνος που μιλά για επικείμενη καταστροφή λόγω της επαπειλούμενης γερμανικής ηγεμονίας στη Ευρώπη. Τις ανησυχίες τους για τον επικίνδυνο επαναπροσδιορισμό της γερμανικής ευρωπαϊκής πολιτικής δεν κρύβουν ούτε οι πρώην καγκελάριοι Σμιτ, Κολ και Σρέντερ, που επιμένουν στη πάση θυσία διάσωση της Ελλάδας και στη γερμανική αυτοσυγκράτηση. Για τη Μέρκελ και τους προστατευόμενούς της Γερμανούς τραπεζίτες, όμως, το ενδεχόμενο της αποχώρησης της Ελλάδας από την ευρωζώνη έπαψε να είναι κάτι το αδιανόητο και η γερμανική κυβέρνηση έχει ήδη εκπονήσει τρία σενάρια για τις πιθανές επιπτώσεις από την καταστροφική έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ – με εκείνο που θα προκαλούσε τη μεγαλύτερη αναταραχή στην Ευρώπη, το λεγόμενο Worst-Worst-Case-σενάριο, να είναι και το πλέον απίθανο.
Ο κίνδυνος όμως καταστροφής μπορεί να ξεπεράσει και τα ευρωπαϊκά σύνορα, αν δεν τεθεί φραγμός στη νέα εθνικιστική μεγαλογερμανική ιδεολογία της Mέρκελ και του γερμανικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου αναδύονται ραγδαία δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, που αναζητούν δικαίως πρωταγωνιστικό παγκόσμιο ρόλο. Σε μια εποχή μάλιστα που η Δύση, συμπεριλαμβανομένης της Αμερικής, βρίσκεται σε υποχώρηση. Σύμφωνα με τον διευθυντή του Ερευνητικού Ινστιτούτου της Γερμανικής Εταιρείας Εξωτερικής Πολιτικής (DGAP), καθηγητή Έμπερχαρντ Σαντσνάιντερ, η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε μια σχετική παρακμή, και πολιτικά λάθη, που πάντα συμβαίνουν σε μια τέτοια διαδικασία υποβιβασμού, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καταστροφή. Βασιζόμενος σε στρατηγικές αναλύσεις του αμερικανικού Πενταγώνου, σχετικά με την αναβάθμιση της Κίνας σε δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική πρόκληση των Ηνωμένων Πολιτειών, αμέσως μετά τη διεθνή τρομοκρατία, ο καθηγητής Σαντσνάιντερ υποστηρίζει ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αναχαιτιστεί η σχετική παρακμή της Ευρώπης με στρατιωτικά μέσα, αλλά αντιθέτως να γίνει αποδεκτή και να διαμορφωθεί στη βάση συνεργασίας αμοιβαίου συμφέροντος. Αφού ξεκαθαρίζει ότι αυτό μπορεί να γίνει με τη Γερμανία στην ηγεσία της Ευρώπης, θέτει όρια στο Βερολίνο, προτρέποντάς το να μην αναζητήσει κατ’ ανάγκη την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Υποστηρίζει βέβαια ότι η Γερμανία έχει και αυτή το δικαίωμα να συνεχίσει να εξοπλίζεται στρατιωτικά προκειμένου, εφόσον είναι απαραίτητο, να  μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της με τη βία. Προϋπόθεση όμως είναι να απαλλαγεί από τα υπερατλαντικά δεσμά της, στοχεύοντας σε μια στενή συνεργασία χωρίς εξαρτήσεις, θέτοντας τη σχέση με τις ΗΠΑ σε νέες βάσεις και αναλαμβάνοντας η ίδια μεγαλύτερες ευθύνες, ακόμη και αν κάτι τέτοιο θα προκαλούσε, για ιστορικούς λόγους, αντιδράσεις.
Το πόσο πιθανή είναι μια εξέλιξη όπου μια συνεργάσιμη Γερμανία –αλλά και άλλες χώρες της Δύσης– θα υποχωρήσει αφήνοντας, κατά τα βρετανικά πρότυπα, οικιοθελώς ζωτικό χώρο και στις αναδυόμενες δυνάμεις, Κίνα, Ινδία κ.α., κρατώντας παράλληλα ένα μεγάλο μέρος από την ευημερία της, μένει να αποδειχτεί στα αμέσως επόμενα χρόνια. Για τον Εκόνομιστ αυτό που μετρά επί του παρόντος είναι ότι βιώνουμε και πάλι τον τεμαχισμό της Ευρώπης. Έναν τεμαχισμό που εν τέλει θα αποβεί και πάλι υπέρ του κεφαλαίου και των ελίτ και που κάνει ακόμη και τη Μέρκελ και τον Σαρκοζί να μην είναι και τόσο σίγουροι για τη συνέχιση της πενηντάχρονης ευρωπαϊκής ειρήνης. Η απειλή, που διαγράφεται ήδη στον ορίζοντα, θα γίνει ακόμα πιο επικίνδυνη αν στην ίδια τη κραταιά Γερμανία, που κατά γενική ομολογία ευνοήθηκε τα μέγιστα από την ευρωζώνη, δεν υπάρξει αλληλεγγύη για τους ευρωπαϊκούς λαούς που χάνουν ραγδαία την όποια ευημερία τους, δεν  εκφραστούν σοβαρές διαμαρτυρίες και δεν υπάρξουν δυνάμεις από τα κάτω έτοιμες να αντισταθούν, μαζί με τους λαούς της ευρωπαϊκής περιφέρειας, ενάντια στο νέο δρόμο που φαίνεται πως χάραξε η μεγαλογερμανική ελίτ. Αλλιώς, ο κίνδυνος να ξαναζήσει ο γερμανικός λαός μια παραλλαγή της πρόσφατης καταστροφικής ιστορίας του δεν θα πρέπει να αποκλειστεί.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*