Άρδην τ.5

Η εξορία της πολιτικής και η όσμωσις της κοινωνίας

Συγγραφέας: Γιώργος Σταματόπουλος

«Η αύξουσα αδιαφορία, η άκρα ιδιοτέλεια και η βαθειά αποπολιτικοποίηση που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες σηματοδοτούν την διαρκή απίσχνανση του κοινωνικού συμβολαίου.»

 Κων/νος Τσουκαλάς Ταξίδι στο λόγο και την Ιστορία
 Η εξορία της πολιτικής, του ορθού πολιτικού λόγου, κατεδείχθη περιτράνως στις εκλογές της 22ας Σεπτεμβρίου 1996. Μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται το αντίθετο, ότι δηλαδή ο λαός προσέγγισε την πολιτική επηρεαζόμενος από τον εκσυγχρονιστικό λόγο που επηγγέλθη ο Πρωθυπουργός. Γεγονός παραμένει ότι η ελληνική κοινωνία επιμένει να είναι ακανονάρχητη, να λογοδοτεί στο ορμέμφυτό της μόνο, μακριά, ακόμη, από τις ευρωπαϊκές επιταγές.
 Το αποτέλεσμα των εκλογών δεν είναι μια νίκη του σοσιαλιστικού, εκσυγχρονιστικού, με ευρωπαϊκή ταχύτητα, κόμματος του τόπου, μια απεγνωσμένη προσπάθεια της εξουσίας να γαντζωθεί στο οιονεί κοινωνικό της συμβόλαιο που η ίδια πρόβαλε ως μονόδρομο της υπεροχής της.
 Το κοινωνικό αυτό συμβόλαιο δεν είναι, τί άλλο, παρά μια θεωρητικοποιημένη υπόθεση για την έξοδο από την κρίση και την πορεία προς τον εξευρωπαϊσμό. Και ναι μεν τούτο επετεύχθη, αλλά μερικώς η ελληνική κοινωνία αντιστέκεται εισέτι στα ευρωπαϊκά ιδεολογήματα, αντιστέκεται στην περίφημη συναίνεση που προωθεί η εξουσία ως αμυντικό μέσο απέναντι στην κρίση.
 Κατά παράδοξο τρόπο η αντίσταση αυτή φάνηκε κατ’ αρχάς ότι έχει ως αιχμή όχι λαϊκιστικά φαινόμενα, όπως θα ήταν εύλογο, αλλά αισθητικά. Καταψηφίστηκε η αίγλη του ισχυρού άντρα και της αυλής του αλλά όχι επαρκώς ο εκσυγχρονιστικός λόγος δεν είναι ικανός να μετατρέψει μια ολόκληρη φιλοσοφία που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Η φιλοσοφία αυτή δεν είναι άλλη απ’ αυτήν του πανταχόθεν βαλλόμενου Έλληνα, του κατατρεγμένου και αδικημένου νεοπαγούς κράτους της Ελλάδας. Κι ενώ η αριστερά ήταν ο εκφραστής αυτής της πάλης κατά της κοινωνικής αδικίας, σήμερα γίνεται ο πολέμιος της. Και τούτο διότι τα τελευταία είκοσι χρόνια ενοικεί στα δώματα της ελίτ, είναι η ίδια εξουσία. Η μετεξέλιξη της αυτή, της προσδίδει αυτομάτως τη χροιά του απεχθούς και του νέου κοινωνικού εχθρού. Άρα η αντίσταση που άρχισε να εκδηλώνεται ως αισθητική από το 1989 κι εντεύθεν, από την αριστερά και από τμήμα του ΠΑΣΟΚ, δεν ήταν αντίσταση ουσίας αλλά σκοπιμότητας.
 Η αντίσταση, η όντως αντίσταση, οφείλει ν’ ανιχνευθεί μέσα στην ομίχλη η οποία απέρρευσε από τα αποτελέσματα των εκλογών της 22ας Σεπτεμβρίου. Δεν μας προέκυψαν βεβαίως αριστερές δυνάμεις· η αριστερά σήμερα δεν έχει νοηματοδοτηθεί από τους φορείς της, δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει τους πολλούς που αποστρέφονται την πολιτική, αδυνατεί να εντάξει στο corpus της τις αείχρονες-αείζωες δυνάμεις του πολιτισμού, έχει λησμονήσει την κοινωνική αδικία. «Ποιος ενθυμείται πλέον πότε και για ποιο λόγο αγωνίστηκε και φυλακίστηκε», κατά πως λέει ο ανώνυμος ποιητής στην Κόμη της Βερενίκης του Γ. Γραμματικάκη.
 Εκείνο που σίγουρα προέκυψε είναι ένα πολιτικό σχήμα που ωθήθηκε από όλες τις δυνάμεις του τόπου: Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, Πανεπιστήμιο, «διανόηση», επιχειρηματίες· ακόμη και από το ίδιο το αντίπαλο κόμμα. Ένα σχήμα με σοσιαλιστικό φλοιό, αλλά με ρίζες σχεδόν ανύπαρκτες, με κενό πολιτικό πρόταγμα, με τυφλή υπακοή στην κανονιστική βάση των ευρωπαϊκών κρατών, στον παράλογο ορθολογισμό που έχει επικρατήσει σ’ αυτά τα κράτη.
 Η απορία των δεξιών φερέλπιδων πολιτικών «πώς είναι δυνατόν, ενώ όλη η Ευρώπη πάει δεξιά, στην Ελλάδα να ψηφίζεται η αριστερά» είναι τουλάχιστον αφελής εάν δεν είναι άγνοια. Δεν έχουν καταλάβει δηλαδή ότι η διάκριση αριστερά-δεξιά δεν υφίσταται πλέον στην κορυφή αλλά στη βάση. Η αριστερά δηλαδή του Σημίτη και του Συνασπισμού μόνο ως συναίσθημα υφίσταται· κατ’ ουσίαν δεν διαφέρει από τη δεξιά της Ευρώπης. Η αριστερά μετακινείται εκεί όπου έχει νόημα· στην κοινωνία. Στις εκατοντάδες μικρές κινήσεις πολιτών που αναζητούν την ταυτότητα τους και τον κοινωνικό προσδιορισμό τους. Στις κοινωνίες των πολιτών άρα πέφτει το βάρος της αντίστασης και όχι στον στείρο αντιδυτικισμό του ΚΚΕ ή στις κραυγές του Τσοβόλα.
 Η κοινωνική αδικία δεν είναι ορατή πλέον από το σοσιαλιστικό κίνημα και είναι φυσικό τούτο· όχι όμως διότι η αδικία αυτή έχει αποδυναμωθεί ή εκλείψει, αλλά γιατί είναι απόρροια της πολιτικής που εφαρμόζει το κίνημα ως κυβέρνηση. Επιπροσθέτως, οι νοηματικές μήτρες με τις οποίες προσλαμβάνεται η αδικία σήμερα είναι ακατανόητες για τους περισσότερους ημιαγράμματους του κυβερνώντος κόμματος.
 Όπως ορατός δεν είναι και ο καθοριστικός ρόλος του πολιτισμού στην Ιστορία ενός έθνους. Μέσα σ’ αυτό το αλαλούμ των ομοιόμορφων παγκοσμίως διαχεόμενων πληροφοριών, μέσα στην ψευδοκατάργηση των συνόρων, και μέσα στην «παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας, ένα έθνος στρέφεται στο παρελθόν του για να αντλήσει από τον πολιτισμό του παρελθόντος τη συνοχή του, την εντροπία του. Από πού ν’ αντλήσει το ΠΑΣΟΚ, αλλά και οι λογής «εκσυγχρονιστές», όταν ο πολιτισμός της αντίστασης που υπηρετούσαν και πρέσβευαν κάποτε έχει γίνει πολιτισμός της εξουσίας; Βεβαίως και ο πολιτισμός εξουσία είναι, γιατί είναι γνώση, γνώση όμως που οδηγεί στον εξανθρωπισμό και όχι στη δέσμευση, με καταναγκασμούς, του ανθρώπου. Και βεβαίως σκοπός του κάθε κόμματος είναι η εξουσία, αλλά με τη διατήρηση της μνήμης του και όχι με τον έρωτα προς τα μαγνάδια αυτής.
 Η γύμνια και του σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού είναι δεδομένη· στην Ελλάδα αυτό έδειξαν οι εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ δεν κέρδισε τις εκλογές επειδή πρόταξε θεσμούς, αξίες και κοινωνικές διαδικασίες που θα οδηγήσουν στην πρόοδο· όχι. Απλώς στηρίχθηκε στον εξακτινισμό των παροχών του σε κοινωνικά στρώματα καθώς επίσης και στο μυθολόγημα που ακόμη ισχύει στην Ελλάδα· αυτό της ανάπτυξης και της ύπαρξης σοβαρών προσώπων στη διαχείριση της εξουσίας. Και τούτο το μυθολόγημα θα τροφοδοτήσει δύο τουλάχιστον ακόμη τετραετίες την πείνα του εκλογικού σώματος· θα καταρρεύσει κατόπιν τούτου σχεδόν από μόνο του. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στην κατάρρευση δεν θα συντελέσει ούτε η αντιπολιτευτική δεινότης της δεξιάς ούτε η δυναμική των αριστερών κομμάτων, παρά οι κοινωνίες των πολιτών και η εξαθλίωση του μεγαλύτερου κομματιού της κοινωνίας.
 Είναι παρήγορο ότι στη Βουλή εισήλθαν πέντε κόμματα και θα ήταν ακόμη καλύτερα να τα κατάφερνε και η Πολιτική Άνοιξη. Όχι γιατί θα επέλθει σφοδρότερη όσμωση προάγγελος πιθανών ζυμώσεων και λύσεων, αλλά γιατί θα φανεί η γύμνια του πολιτικού λόγου, η απομυθοποίηση των «κοινωνικών πολιτικών» και το τέλος των ψευδαισθήσεων. Η κρίση των πάντων. Και; γράφει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (Ταξίδι στο λόγο και την ιστορία, τόμος Α’, σελ. 228): «Η ίδια η αναφορά στην κρίση ισοδυναμεί με την προσμονή μιας νέας εποχής μετά την κρίση και με την νοσταλγία των ειδώλων που γκρεμίστηκαν… Στο βάθος, η επισήμανση της απαισιόδοξης απομυθοποίησης των πάντων εγκαινιάζει την ανάγκη μιας νέας αισιοδοξίας, νέων συλλογικών προταγμάτων, νέων συλλογικών πεποιθήσεων».
 Ο πολιτικός λόγος που διοχετεύθηκε από τα πολιτικά κόμματα πριν από, κατά και μετά τις εκλογές ήταν ένας λίθινος λόγος, ανίκανος να προτείνει εναλλακτικές λύσεις γιατί στηρίχθηκε στην επιστήμη, που ως πεμπτουσία του λόγου, σηκώνει τα χέρια στα μύρια προβλήματα των κοινωνιών. Εάν τουλάχιστον γινόταν παραδεκτή από τους κήρυκες αυτού του λόγου η αλυσιτέλειά του, πιθανώς να επερχόταν μια όντως συναίνεση απ’ αυτούς στους οποίους απευθύνονται· αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα. Όπως κάθε εξουσία έτσι και η τωρινή μετατοπίζει τις ευθύνες της σε αποδιοπομπαίους τράγους λησμονώντας οι νυν εξουσιαστές ότι αυτοί οι ίδιοι υπήρξαν κάποτε αποδιοπομπαίοι. Κι έτσι τα φαινόμενα ξενοφοβίας και ρατσισμού μαστίζουν τη χώρα, με απρόβλεπτες επιπτώσεις μια και η διάσταση φαίνεται άπειρη.
 Οι εκλογές του Σεπτέμβρη άνοιξαν τους κρουνούς της σύγχυσης και αυτό είναι παρήγορο μεσοπρόθεσμα διότι θα δοθεί έτσι η δυνατότητα στους πολίτες να εννοήσουν ότι εναπόκειται σ’ αυτούς να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους. Και αυτή η διαδικασία είναι η έκφραση της πολιτικής του 21ου αιώνα· ελπίζουμε αυτό να γίνει πριν από τον καθολικό εκφασισμό των κοινωνιών, στον οποίο οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια οι τεχνικές των εξουσιών στην Ελλάδα όχι τόσο οι τεχνικές της όσο η απώλεια μνήμης της. Τούτο απέδειξαν οι εκλογές του Σεπτέμβρη: ότι οι κοινωνίες όφειλαν να βρουν τους πολίτες τους και να επαναφέρουν από την εξορία την πολιτική, προσδίδοντας της το κύρος της ανθρωπιάς μακριά από αλαζονείες, μισαλλοδοξία, οίηση, εκφυλισμό σκέψης και σοσιαλιστικές πομφόλυγες.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*