Άρδην τ.6

Ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις

Συγγραφέας: Α. Παπαδημητρίου
Άρδην τ. 06
1. Η πυρίτιδα δε βρίσκεται εδώ
Δε χρειάζεται να ανατρέξουμε μακριά στην ιστορία, στην κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, τη Συνθήκη του Βερολίνου, τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, για να ξαναθυμηθούμε τη γνωστή φράση με την οποία οι τότε “μεγάλες δυνάμεις” χαρακτήριζαν την περιοχή των Βαλκανίων σαν την “πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης”. Με τις μεγάλες κοσμοϊστορικές αλλαγές που συντελέστηκαν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, βρεθήκαμε ξαφνικά αντιμέτωποι με μία πραγματικότητα, που μόλις πριν από μερικά χρόνια ακόμη και οι πιο τολμηροί μελλοντολόγοι δεν μπορούσαν να φανταστούν. Στο τέλος του 1989, όταν σαν τόμπολα το ένα μετά το άλλο τα αυταρχικά καθεστώτα άρχισαν να πέφτουν στην ανατολή της Ευρωπαϊκής ηπείρου, ήταν σαν να έβγαιναν από την κατάψυξη τα αποφάγια ενός οργιαστικού συμποσίου, που ξαφνικά είχε διακόψει ο μεγάλος πόλεμος του αιώνα, που ξεκινώντας με εκείνη τη μοιραία σφαίρα στο Σεράγεβο, τον Ιούνιο του 1914, και μόνο με μία μικρή ανάπαυλα σε μια εξίσου ταραγμένη μεσοπολεμική περίοδο τελείωσε με ένα “σιδηρούν παραπέτασμα”, κατασκευασμένο να χωρίσει χρονικά τον αιώνα και γεωγραφικά μία ολόκληρη ήπειρο.

Έτσι, οι πλούσιες σάλτσες του εθνικισμού άρχισαν να ξανατρέχουν, οι λάγνες γεύσεις της αναθεώρησης συνθηκών να γαργαλίζουν τον ουρανίσκο μερικών “καλοφαγάδων”, οι θελκτικές μυρωδιές εδεσμάτων εκμετάλλευσης μειονοτήτων για δημιουργία προσβάσεων και τέλος τα μελιστάλακτα σιρόπια πολεμοκάπηλων επιδορπίων να γλυκαίνουν τις ορέξεις νέων ηγετών. Η ιστορία, όπως στην αρχή έτσι και στο τέλος του αιώνα, ξαναπαίζει τη φάρσα της. Και δεν είναι μόνο το παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας ή οι ορέξεις της “μεγάλης Κροατίας” ή της “μεγάλης Σερβίας” που ξαναφέρνουν στο προσκήνιο εκείνο το θλιβερό κύκνειο άσμα των μεγάλων πολυεθνικών αυτοκρατοριών των Αψβούργων και των πασάδων, που στον επιθανάτιο ρόγχο αιματοκύλησαν για δεκαετίες την Ευρώπη στις αρχές του αιώνα. Το θλιβερό φαγοπότι ξεπαγώνει σε γωνιές τις Ουγγαρίας, όπου ακόμη και σε περίπτερα πωλούνται οι χάρτες του “μεγάλου Βασιλείου των Ούγγρων”, στις στέπες των Σουδητών Γερμανών που παρέμειναν σε αλλότριες χώρες, στις μειονότητες που κατασκευάζονται “εν μια νυκτί” για να εξυπηρετήσουν “εθνικούς στόχους”, στη Νάρβα που αμφιταλαντεύεται μεταξύ Εσθονίας και Ρωσίας, στην παρα-Δνειστέρια Μολδαβία, στο Μπανάτ, τη Βουκοβίνα, τη Βεσαραβία (γεωγραφικοί όροι που βρίσκονταν σε κάθε πολεμικό στρατηγείο στις αρχές του αιώνα), για να ξαναεμφανιστούν στο επικείμενο τέλος του.

Η νέα πυριτιδαποθήκη διαφέρει από την παλιά. Βρίσκεται παντού! Στους περιπλανώμενους πρώην μονάρχες, που ξαναγυρίζουν σαν θλιβερά φαντάσματα στις “χώρες και τους υπηκόους τους” προσφέροντας νέες δόξες και οικονομικά θαύματα. Στις γωνιές στο Κοσσυφοπέδιο, στους δρόμους του Γκρόζνι, στα μπαρουτοκαπνισμένα ερείπια της παρα-Καυκάσιας γειτονιάς και στα αποθέματα πετρελαίου της, στους οικονομικούς πρόσφυγες, στις δυσκολίες της μετάβασης στην ανοικτή οικονομία και στο νέο παιχνίδι οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, καθώς και σε πάρα πολλά άλλα σημεία της ηπείρου. Έπειτα, η τεχνολογική ανάπτυξη των μεθόδων πολέμου επιτρέπει τέτοιες προεκτάσεις ανάφλεξης, καθώς τους πεζικάριους και μηχανοκίνητους αργότερα στρατιώτες έρχονται να αντικαταστήσουν οι πύραυλοι, τα αεροπλάνα, η ταχεία επέμβαση, κατά τη δύση του αιώνα.

Πάντως, στη θλιβερή διαπίστωση πως οι πυριτιδαποθήκες αυξάνονται, αν κάποιος με νηφαλιότητα εξετάσει τις Ελληνο-Βουλγαρικές σχέσεις και τις προοπτικές που παρουσιάζουν για συνεργασία και ανάπτυξη της φιλίας μεταξύ των δύο λαών, θα μπορούσε να πει πως σε αυτή τουλάχιστον τη γωνιά της ηπείρου η πυρίτιδα δεν υπάρχει και πως η εστία ανάφλεξης, με μικρές και επιλεγμένες παρεμβάσεις μπορεί όχι μόνο να αποφευχθεί αλλά συγχρόνως η σύσφιγξη των σχέσεων των δύο κρατών να αποτελέσει παράδειγμα ειρηνικής συνύπαρξης στο ταραγμένο τέλος του αιώνα.

Η εξέταση των Ελληνο-Βουλγαρικών σχέσεων και οι προοπτικές ανάπτυξης συνεργασίας που υπάρχουν παρουσιάζονται συνοπτικά στο άρθρο. Στο δεύτερο κεφάλαιο φαίνεται μια ανασκόπηση της πορείας που παρουσίασαν οι σχέσεις από την αλλαγή του καθεστώτος έως σήμερα. Το τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζει τις Ελληνο-Βουλγαρικές σχέσεις σήμερα, εξετάζοντας την οικονομική συνεργασία που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο χωρών, τις επίσημες συμφωνίες που βοηθούν στην αναβάθμιση των σχέσεων, τη συνεργασία σε διάφορους άλλους τομείς καθώς και τα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στο τέταρτο μέρος γίνεται μια προσπάθεια παρουσίασης των δυσκολιών που παρουσιάζονται, καθώς επίσης και μια εκτίμηση για τα βήματα που χρειάζεται να ακολουθηθούν για να ξεπεραστούν. Τέλος, παρουσιάζονται τα συμπεράσματα για την Ελληνο-Βουλγαρική συνεργασία στο πλαίσιο της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται στην περιοχή και στο παγκόσμιο σκηνικό.

2. Με αεροπλάνα και με πόδια

Οι καθημερινές πτήσεις μεταξύ Αθηνών και Σόφιας είναι πάντοτε γεμάτες με Έλληνες και Βούλγαρους επιχειρηματίες, επιστήμονες, ερευνητές, εργαζομένους, που για τις ανάγκες της εργασίας τους και της συνεργασίας τους με τους αντίστοιχους συνεργάτες τους από τη μία ή την άλλη μεριά χρειάζεται να βρεθούν στη μία ή στην άλλη πρωτεύουσα. Η πτήση εξάλλου είναι μόνον ’50, ενώ υπάρχουν ευνοϊκά δρομολόγια που επιτρέπουν στον έναν ή στον άλλο επιχειρηματία να φτάσει το πρωί στην αντίστοιχη πρωτεύουσα, να εκτελέσει τις εργασίες του και το απόγευμα να επιστρέψει στο σπίτι του. Η τιμή του εισητηρίου λίγο πιο ακριβή από το να πετάξει ο Αθηναίος επιχειρηματίας για δουλειές του στη Θεσσαλονίκη ή στο Ηράκλειο.

Λίγο πριν αλλάξει η πρωινή βάρδια στον Προμαχώνα (το κύριο συνοριακό πέρασμα από την Ελλάδα στη Βουλγαρία), αγουροξυπνημένοι Έλληνες επιχειρηματίες δείχνουν τα ελληνικά διαβατήρια και τα πρόσφατα αποκτηθέντα “βουλγαρικά μπλε διαβατήρια” απεριόριστης εισόδου στη Βουλγαρία, για να περάσουν με τα πόδια στη γείτονα χώρα, να επιβιβαστούν στα αμάξια με τους οδηγούς που τους περιμένουν, για να πάνε στην καθημερινή εργασία τους, που πληρώνει τριπλάσια απ’ ό,τι στο μέρος της κατοικίας τους που είναι οι Σέρρες, το Σιδηρόκαστρο, το Νέο Πετρίτσι, τα Άνω Πορόια κ.λπ. Το απόγευμα, με το πέρας της εργασίας τους, θα πάρουν τον δρόμο της επιστροφής στα σπίτια τους. Η σκηνή αυτή παρατηρείται κάθε Δευτέρα πρωί και για επιχειρηματίες από πιο μακρινές περιοχές, όπως η Ξάνθη, η Καβάλα, η Δράμα, η Θεσσαλονίκη, η Κατερίνη, η Βέροια κ.λπ., που φτάνουν στη Βουλγαρία, εργάζονται όλη την εβδομάδα και επιστρέφουν νωρίς την Παρασκευή στις εστίες τους για το Σαββατοκύριακο,. Παρόμοιες μετακινήσεις παρατηρούνται και για μια μερίδα Βουλγάρων νόμιμων εποχικών εργατών.

Βέβαια, η εξέλιξη αυτή είναι πρόσφατη και για να φτάσει στο επίπεδο αυτό πέρασε από διάφορα στάδια ευχάριστων και δυσάρεστων διακυμάνσεων δοκιμασίας, αναγνώρισης και μεθόδευσης λύσεων για τη συνεργασία μεταξύ των λαών. Αν σκεφτεί κανείς πως πριν από μόλις έξι χρόνια, οι Έλληνες πήγαιναν μόνον από περιέργεια σε τουριστικές φθηνές αποστολές, ενώ ελάχιστοι Βούλγαροι επισκέπτονταν δειλά τις ακρογιαλιές της Ασπροβάλτας και της Πιερίας, η εξέλιξη είναι τεράστια. Από την-κυριολεκτικά- κατάσταση του “σιδηρού παραπετάσματος” έχουμε περάσει σε μία μεταστροφή που μπορεί να μας οδηγήσει κατά κάποιον τρόπο στις εικόνες όπου ο Γάλλος κάτοικος της Γενεύης κατεβαίνει στο γραφείο του στην Ελβετία, χωρίς καν να θυμάται που ήταν και πότε πέρασε τα “εθνικά σύνορα”.

Τα τελευταία 6 χρόνια οι Ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις πέρασαν από διάφορες φάσεις μετεξελίξεων, που είναι καλό να τις θυμηθούμε για να διαπιστώσουμε πως τα βήματα που ακολουθούνται οδηγούν σε θετικές προοπτικές.

2.1 Ο οικτιρμός

Τα πρώτα δύο χρόνια μετά την αλλαγή του καθεστώτος (ο Ζίφκωφ παρέδωσε την εξουσία μία μόλις μέρα μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, στις 10 Νοεμβρίου 1989), η Βουλγαρία περνάει μια περίοδο αναζήτησης, αναταραχής, πολιτικής αστάθειας, κατάρρευσης της οικονομίας της και εξαίρετα δύσκολων στιγμών για το λαό της. Ο ελληνικός λαός δε μένει ασυγκίνητος. Συνδράμει με κάθε μέσο και προσφέρει βοήθεια στο βουλγαρικό λαό που υποφέρει. Τα κίνητρα είναι αγνά. Ουρές φορτηγών με φάρμακα, ρούχα, τρόφιμα και κάθε είδους βοήθεια, ξεκινούν από τις ελληνικές πόλεις με προορισμό τη Βουλγαρία. Η συνδρομή των πόλεων από τη Βόρειο Ελλάδα είναι μεγάλη. Η βοήθεια, είτε επίσημη από το ελληνικό κράτος είτε ιδιωτική από τις διάφορες πρωτοβουλίες των πολιτών, πηγαίνει και μοιράζεται προς τον βουλγαρικό λαό, ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή πολιτικών πεποιθήσεων. Δεν υπάρχουν άλλα κίνητρα πέρα από μια ειλικρινή, ανθρωπιστική προσπάθεια να βοηθηθεί ο γείτονας που δεινοπαθεί.

Υπάρχουν κι ελάχιστες φωνές που διαμαρτύρονται παρασυρμένες από το ξεπάγωμα του οργιαστικού συμποσίου. Μιλούν για τα δεινοπαθήματα των Ελλήνων στην Β. Ελλάδα από τους κατακτητές Βούλγαρους κατά τον Α’ και Β’ παγκόσμιο Πόλεμο. Μπροστά όμως στις εικόνες της ανέχειας και της δυστυχίας, που έρχονται καθημερινά από τις περιοχές που απέχουν ελάχιστα χιλιόμετρα, συγκινούνται και οι πιο δύσπιστοι. Δεν είναι παράξενο πως κάτοικοι βορειοελλαδίτικης πόλης, που ήταν εναντίον της ανθρωπιστικής βοήθειας, αναθυμούμενοι το ξύλο που έφαγαν οι παππούδες τους από τους Βούλγαρους κατακτητές, έγιναν σήμερα από τους κυριότερους εμπορικούς εταίρους στη γειτονική χώρα. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Ο καθένας προσπαθεί να εκμεταλλευτεί καταστάσεις, στην πλειοψηφία του όμως ο ελληνικός λαός είναι φιλεύσπλαχνος. Σήμερα ελάχιστοι Βούλγαροι και Έλληνες αναφέρονται στη μεγάλη ανθρωπιστική βοήθεια. Τα πράγματα έχουν διαφοροποιηθεί τόσο πολύ, που δεν παραμένουν παρά ελάχιστα σημάδια από εκείνη την περίοδο.

2.2 Οι καιροσκόποι και οι σωστοί επιχειρηματίες

Οι δύο αυτές κατηγορίες Ελλήνων επιχειρηματιών χαρακτηρίζουν τη δεύτερη περίοδο Ελληνο-βουλγαρικών σχέσεων, που χρονικά μπορεί να εντοπιστεί από το 1922 έως το 1994.

Οι καιροσκόποι είναι κυρίως Έλληνες επιχειρηματίες που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την οικονομική ανάκαμψη της χώρας και τη λαχτάρα του βουλγαρικού λαού για δυτικά καταναλωτικά αγαθά, που επί δεκαετίες είχαν αποστερηθεί. Οι οπορτουνιστές επιχειρηματίες θέλουν σε ελάχιστο χρόνο με μικρές εμπορικές συναλλαγές να αποκομίσουν τεράστια κέρδη. Μερικοί το καταφέρνουν πληγώνοντας ανεπανόρθωτα και για ένα μεγάλο διάστημα τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων και Βουλγάρων επιχειρηματιών. Και ποιος δεν πέρασε το διάστημα αυτό από τη Βουλγαρία! Ακόμη και απλοί αγρότες, εκμεταλλευόμενοι το εμπορικό εμπάργκο στη Γιουγκοσλαβία, κάνουν παράνομο εμπόριο καυσίμων με τα Σκόπια και τη Σερβία μέσω της Βουλγαρίας! Κάθε φθηνό και ποταπό εμπορικό αντικείμενο με δυτικά περιτυλίγματα, που θέλγουν τους Βούλγαρους καταναλωτές, αλλά συγχρόνως με αμφίβολες ποιοτικές προδιαγραφές, έρχεται από τους Έλληνες “εμπόρους”. Δεν είναι τυχαίο πως πριν από λίγο καιρό κυκλοφορούσε στη Σόφια απορρυπαντικό ρούχων με τη γνωστή αλλά παμπάλαια, στα ελληνικά και μόνο, διαφήμιση αναγραμμένη πάνω στη συσκευασία “η θεία Όλγα ξέρει”. Θυμάστε πότε για τελευταία φορά την είδαμε αυτή τη διαφήμιση! Άθλιο στοκ δεκαετιών πέρασε στα βουλγαρικά νοικοκυριά επιφέροντας πρόσκαιρο κέρδος αλλά και άσχημο όνομα στους Έλληνες εμπόρους.

Ευτυχώς την ίδια περίοδο αρχίζει συγχρόνως να κάνει την εμφάνισή του ο σοβαρός Έλληνας επιχειρηματίας, που έρχεται και εγκαθίσταται στη Βουλγαρία με μακροχρόνιους και καλά υπολογισμένους στόχους οικονομικής συνεργασίας. Ο επιχειρηματίας αυτός εμφανίζεται είτε στο όνομα της γαλακτοβιομηχανίας Δέλτα, που έχει πλέον κυριεύσει τη βουλγαρική αγορά, είτε στις ελληνικές Τράπεζες, που γίνονται οι πρώτες ξένες τράπεζες που λειτουργούν, καθώς επίσης και στο πρόσωπο σοβαρών δικηγορικών, λογιστικών, χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, που εμφανίζονται στη Βουλγαρία και εδραιώνουν την παρουσία τους με τον επαγγελματισμό τους και την αξιοπρεπή δουλεία τους. Την ίδια περίοδο, ελληνικές εταιρείες συμβούλων, κατασκευαστικές, επαγγελματικής κατάρτισης, υπηρεσιών κ.λπ. αρχίζουν να ανοίγουν γραφεία στη Βουλγαρία και να εδραιώνουν σταθερές συνεργασίες με τους Βούλγαρους εταίρους τους. Τέλος, μια σειρά από μικρούς αλλά αξιόλογους, σωστούς και δυναμικούς επιχειρηματίες, κάνουν μία σοβαρή διείσδυση στην αγορά της Βουλγαρίας, στους κλάδους του ετοίμου ενδύματος, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, χυμών \φρούτων, επίπλων οικίας και γραφείου, χρωμάτων, σιδερικών και γενικά καταναλωτικών αγαθών που απουσιάζουν από τη βουλγαρική αγορά. Χωρίς να δίνουν στόχο και χωρίς να αποκαλύπτουν την εθνική τους ταυτότητα, υπάρχουν σήμερα χιλιάδες καταστήματα στη Βουλγαρία, που είναι επιχειρήσεις Ελλήνων.

2.3 Το πλιάτσικο και η εκδίκηση

Χρονικά το πότε ξεκινάει η περίοδος αυτή είναι δύσκολο να καθοριστεί. Είναι όμως γεγονός πως σιγά-σιγά η θλιβερή αυτή περιπέτεια στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις πλησιάζει στο τέλος της, έχοντας αφήσει μεγάλα τραύματα σε κάθε πτυχή συνεργασίας.

Θα ήταν αδύνατο να απουσιάζουν οι θλιβερές εξαιρέσεις στον κανόνα της ομαλής εξέλιξης των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων. Μία μερίδα αποτυχημένων, κατά κανόνα, επιχειρηματιών στην Ελλάδα μεταφέρουν τις δουλειές τους στη Βουλγαρία θέλοντας να εκμεταλλευθεί το χαμηλό εργατικό κόστος. Μαζί με τις δουλειές τους μεταφέρουν και τις κακές συνήθειες. Ακριβά αυτοκίνητα, πολυτελείς εξόδους, εμφανίσεις σε καζίνο και κέντρα με προκλητικές διαθέσεις. Είναι οι Έλληνες της χρυσής αλυσίδας στο λαιμό και το χέρι, που με τα δολάρια μπορούν να πλαισιωθούν από δύο γυναίκες σε κάθε μεριά τους. Αντίστοιχα, αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα μαγαζιά στη Β. Ελλάδα, που διαφημίζουν τις ατραξιόν τους με προκλητικές πινακίδες του τύπου “προσεχώς Βουλγάρες”! Βούλγαροι της ίδιας κατηγορίας, που έχουν πλέον δραστηριοποιηθεί στις παράνομες δουλειές, “συνεργάζονται” στις θλιβερές συνδιαλλαγές. Σιγά-σιγά θέλουν να παρακάμψουν τους Έλληνες. Έτσι, αυτοκίνητα Ελλήνων αρχίζουν να εξαφανίζονται, οι πρώτοι καυγάδες, τα κλεψίματα από τις επιχειρήσεις, οι εκβιασμοί και οι δουλειές που ανήκουν στους Έλληνες δέχονται επισκέψεις από τη μαφία για να τους προσφέρουν προστασία. Στην ουσία, όσοι έσκαψαν τον λάκκο τους πέφτουν οι ίδιοι μέσα, ενώ οι Βούλγαροι παίρνουν αντεκδίκηση στην προκλητικότητα.

Σήμερα τα φαινόμενα αυτά έχουν εξασθενήσει κι είναι μάλλον υπερβολές αυτά που ακούει κανείς για την τρομερή “βουλγάρικη μαφία”, η οποία μπορεί μεν να υπάρχει, αλλά μάλλον δε θα ήταν και τόσο τρομερή αν θα ασχολούνταν με τις πρακτικές κλεφτρονιών και μικροαπατεώνων, που δεν έχουν τι να κάνουν από το να κυνηγούν τους τίμιους Έλληνες επιχειρηματίες. Πάντως, όσοι από τους Έλληνες πήγαν στη Βουλγαρία με σοβαρές διαθέσεις και άνοιξαν επιχειρήσεις χωρίς να προκαλούν και να δημιουργούν καταστάσεις αντεκδικήσεων από ασήμαντους μικροεγκληματίες, δεν είχαν κανένα πρόβλημα επιβίωσης και προόδου. Βεβαίως υπάρχουν και εξαιρέσεις. Κατά κανόνα όμως, τα προβλήματα παρουσιάστηκαν στους προβληματικούς.

Σήμερα το φαινόμενο της απάτης και της μικροεγκληματικότητας αρχίζει να φθίνει. Οι βουλγαρικές ασφαλιστικές εταιρείες έχουν οργανωθεί σε δυτικά πρότυπα και προστατεύουν τους πελάτες τους. Η κλοπή αυτοκινήτου ασφαλισμένου σε μια από τις γνωστές εταιρείες της Βουλγαρίας θεωρείται αδιανόητη, καθώς μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών υπάρχει μεγάλη συνεργασία στο να κυνηγιούνται και παραδειγματικά να τιμωρούνται οι κλέφτες. Το ίδιοι ισχύει και για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Ό,τι ασφαλίζεται προστατεύεται. Όχι βέβαια πως τα πράγματα έχουν γίνει παραδείσια, όμως οι συνθήκες παρουσίας και δράσης καθώς και η ασφάλεια για τους Έλληνες επιχειρηματίες έχουν ενδυναμωθεί. Συχνά πλέον κανείς ξαναβλέπει αυτοκίνητα με ελληνικές πινακίδες κυκλοφορίας να κινούνται στους δρόμους. Ένα σύνηθες φαινόμενο, που σταμάτησε ξαφνικά όταν άρχισαν οι πρώτες κλοπές.

3. Πολυεπίπεδη συνεργασία

Σήμερα οι ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις βρίσκονται σε ένα εξαίρετο επίπεδο ανάπτυξης. Μεταξύ των δύο χωρών αναπτύσσεται μία πολυεπίπεδη συνεργασία, που εκτείνεται σχεδόν σε κάθε πτυχή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής των δύο χωρών. Βεβαίως και υπάρχουν προβλήματα που, όμως, συζητιούνται σε ένα θετικό κλίμα συνεργασίας, με μια ειλικρινή επιδίωξη εξεύρεσης λύσεων. Πολυάριθμες επίσημες επιτροπές συνεργάζονται σε μια πλειάδα διμερών και διεθνών θεμάτων, που απασχολούν τις δύο χώρες. Οι επαφές είναι συχνές και ουσιαστικές. Υπάρχουν επιτροπές που συνεργάζονται σε θέματα τεχνικά, όπως οι τηλεπικοινωνίες, περιβαλλοντικά θέματα, διαχείριση υδάτινων πόρων, οικονομικά θέματα, φορολόγηση, εμπορικές συναλλαγές, πολιτικά θέματα, συγκοινωνίες κ.λπ. Πέρα από τις επίσημες διακρατικές επιτροπές σε θέματα συνεργασίας στην άμυνα, την οικονομική ανάπτυξη, την πολιτική συνεργασία, την πάταξη του εγκλήματος και την προστασία των πολιτών, υπάρχει και μια σειρά συνεργασίας μεταξύ επισήμων και ανεπισήμων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, πανεπιστημίων, ιδρυμάτων και φορέων, ενώ σιγά-σιγά οι μη κυβερνητικοί οργανισμοί και οι πολιτιστικοί σύλλογοι αρχίζουν να κάνουν μία έντονη εμφάνιση στο πεδίο της Ελληνο-Βουλγαρικής συνεργασίας και να παίζουν καταλυτικό ρόλο.

3.1. Οικονομική συνεργασία

Βρίσκεται στο κατακόρυφο της δραστηριότητας και αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Η Ελλάδα αποτελεί έναν από τους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της Βουλγαρίας. Μικτές ή αμιγείς ελληνικές επιχειρήσεις ξεπερνούν τις 870, έτσι ώστε από πλευράς αριθμού επιχειρήσεων η Ελλάδα να βρίσκεται στην πρώτη θέση στη βουλγαρική αγορά, συγκριτικά προς τις επιχειρήσεις άλλων χωρών. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν πως από πλευράς όγκου επενδεδυμένου κεφαλαίου, η Ελλάδα παίζει έναν σημαντικό ρόλο στη βουλγαρική οικονομία, με συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς. Έτσι, ενώ το 1995 η Ελλάδα βρισκόταν στην όγδοη θέση, υπολειπόμενη έναντι των υπολοίπων Δυτικοευρωπαϊκών κρατών, σήμερα είναι τρίτη, μετά τη Γερμανία και το Βέλγιο.

Το μεγαλύτερο ποσοστό -άνω του 80%- των ελληνικών επιχειρήσεων, μικτών και αμιγών, επικεντρώνεται στο εμπόριο και συγκεκριμένα στο εμπόριο ειδών διατροφής, οικιακού εξοπλισμού, ένδυσης, υπόδυσης και ειδών ευρείας καταναλωτικής χρήσης. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι μικρού έως και μεσαίου μεγέθους και αξιοποιούν ως επί το πλείστον τα εγχώρια δίκτυα διανομής, χωρίς να σχηματίζουν εξ αρχής καινούργια δίκτυα. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αρκετών επιχειρήσεων αυτού του είδους είναι ο σχετικά συχνός αναπροσανατολισμός τους στην ταχέως αναπτυσσόμενη βουλγαρική αγορά, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία.

Το υπόλοιπο 20% των ελληνικών επιχειρήσεων αποτελείται από μεσαίες έως και μεγάλες εταιρείες, οι οποίες αποσκοπούν στην εδραίωσή τους στη βουλγαρική αγορά. Οι επιχειρήσεις αυτές επικεντρώνονται στο εμπόριο, στην ελαφρά βιομηχανία και στις Τράπεζες. Ο συνολικός αριθμός των μεγάλων ελληνικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη Βουλγαρία ξεπερνάει το 8% των 500 μεγαλύτερων εμποροβιομηχανικών εταιρειών της χώρας. Αναμένεται μια ευρύτερη δραστηριοποίηση των ελληνικών εταιρειών στη βουλγαρική αγορά. Αξιοσημείωτο γεγονός αποτελεί η ταυτόχρονη είσοδος μέσω της βουλγαρικής αγοράς στην αγορά της Ρωσίας και Ουκρανίας, εγχείρημα που πραγματοποιείται από μικρό αριθμό ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά με μεσοπρόθεσμα αξιόλογα αποτελέσματα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές διεθνείς πολυεθνικές εταιρείες προτιμούν να δημιουργούν προσβάσεις στη βουλγαρική αγορά χρησιμοποιώντας σαν μοχλό επέκτασης τις θυγατρικές τους εταιρείες με έδρα την Ελλάδα, παρά να προχωρούν σε δημιουργία νέων θυγατρικών στη Βουλγαρία, απευθείας από την έδρα τους. Το ίδιο γίνεται με την παραχώρηση εμπορικών δικαιωμάτων με τη μέθοδο “φράντζαϊζ”, που παραχωρείται μέσω των ελληνικών εγκαταστάσεων.

Στην ίδια τη βουλγαρική αγορά οι γνωρίζοντες διαπιστώνουν μια σημαντική ποιοτική βελτίωση όσον αφορά τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στην ανάπτυξη των οικονομικών των δύο χωρών.

3.2. Διμερείς συμφωνίες

Πέραν από τις παραδοσιακά καλές σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των δύο κρατών, μία σειρά από διμερείς συμφωνίες έχουν υπογραφεί τα τελευταία χρόνια, που βελτιώνουν το άριστο κλίμα που επικρατεί. Οι συμφωνίες είναι πολλές και ρυθμίζουν σημαντικά θέματα, καθώς επίσης και μικρές υποθέσεις που διευκολύνουν το εμπόριο, την οικονομική συνεργασία, τα θέματα φορολογίας, συνταξιοδότησης κ.λπ.

Υπάρχουν συμφωνίες που ρυθμίζουν πιο σημαντικά θέματα, όπως αυτή που υπογράφτηκε τώρα τελευταία και σχετίζεται με την ποσότητα υδάτων του ποταμού Νέστου που θα έρχονται στην Ελλάδα. Στις συγκεκριμένες συμφωνίες ρυθμίζονται θέματα μόλυνσης των υδάτων, διευθέτηση κοίτης συνοριακών ποταμών, σύζευξη των ενεργειακών και τηλεπικοινωνιακών δικτύων των δύο χωρών, την κατασκευή του αγωγού μεταφοράς πετρελαίου από το βουλγαρικό λιμάνι του Μπουργκάς στην Αλεξανδρούπολη, τη μεταφορά υγραερίου από τη Ρωσία μέσω του βουλγαρικού δικτύου, την πάταξη της εγκληματικότητας, την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, της λαθρεμπορίας και λαθρομετανάστευσης κ.λπ.

Μια από τις πιο σημαντικές συμφωνίες των τελευταίων ετών είναι η διάνοιξη τριών νέων συνοριακών διόδων, που θα διευκολύνουν σημαντικά την επικοινωνία και τη συνεργασία ιδίως των διασυνοριακών περιοχών των δύο κρατών. Η πρώτη δίοδος θα συνδέει το λιμάνι της Καβάλας με την ενδοχώρα της Βουλγαρίας και βρίσκεται μεταξύ των πόλεων Δράμας και Γκότσε Ντέλτσεφ, με συνοριακό σταθμό στην Εξοχή. Η δεύτερη προγραμματισμένη διάνοιξη συνοριακού σταθμού είναι βορείως της Κομοτηνής στο ύψος της Νυμφαίας και με σύνδεση με τη βουλγαρική πόλη Χάσκοβο. Η τρίτη προγραμματισμένη διάνοιξη δρόμου βρίσκεται μεταξύ Ξάνθης και Σμόλιαν και θα επιτρέψει την εύκολη πρόσβαση των Ελλήνων στα χειμερινά θέρετρα του Παμπόροβο.

Ιδιαίτερα σημαντική για τη βουλγαρική πλευρά θεωρείται η έγκριση του σχεδίου που αφορά την έκδοση “πράσινης κάρτας” σε εποχικούς, νόμιμους Βούλγαρους εργάτες, που θα μπορούσαν να εργαστούν στην Ελλάδα. Η σκέψη και το σχέδιο νόμου έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα, αλλά δεν έχει ακόμη ψηφιστεί στην Ελληνική Βουλή. Αυτό θα διευκόλυνε τους Βούλγαρους, που αναζητούν εποχικές εργασίες στην Ελλάδα, να έχουν καλύτερη πρόσβαση και μεγαλύτερη διευκόλυνση στις αγορές εργασίας της χώρας. Με μια τέτοια συμφωνία θα γίνει συστηματική καταπολέμηση της λαθρομετανάστευσης.

3.3 Συνεργασία σε άλλους τομείς

Πέρα από τις επίσημες διακρατικές συμφωνίες συνεργασίας υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός συμφωνιών μεταξύ φορέων, ιδρυμάτων, τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισμών, πανεπιστημίων κ.λπ., που αναπτύσσει αξιόλογες δραστηριότητες συνεργασίας με αντίστοιχους δήμους στην Ανατολική Βουλγαρία. Η συνεργασία αυτή έχει ιδιαίτερα ουσιαστικά αποτελέσματα στη διευκόλυνση της προσέγγισης των δύο λαών, άλλα και απτά αποτελέσματα στην παρακολούθηση και καταπολέμηση ης μόλυνσης των υδάτων του Έβρου. Παρόμοια παραδείγματα συνεργασίας βρίσκουμε σχεδόν σε κάθε δήμο βορειοελλαδίτικης πόλης, ενώ ανάλογες δράσεις συνεργασίας έχουν αναπτυχθεί στα Εμπορικά Επιμελητήρια, πανεπιστήμια, πολιτιστικούς συλλόγους, οργανώσεις νεολαιών κ.λπ.

Μερικές από τις δραστηριότητες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μεγάλη σπουδαιότητα στις διμερείς σχέσεις. Πρωτότυπα προγράμματα συνεργασίας έχουν αναπτυχθεί και μεταξύ μη κυβερνητικών οργανισμών. Για παράδειγμα, το ΙΚΑ Έβρου έχει αναπτύξει μία εκτεταμένη δραστηριότητα συνεργασίας με αντίστοιχους φορείς της Βουλγαρίας. Ο μη κυβερνητικός οργανισμός “δημοσιογραφικός Δεσμός”, που αποτελείται από επαγγελματίες δημοσιογράφους της Β. Ελλάδας, δραστηριοποιείται έντονα στον τομέα του σε συνεργασία με Βούλγαρους δημοσιογράφους. Τα ελληνικά πανεπιστήμια, συνεργάζονται με τα αντίστοιχα Βουλγάρικα, ενώ άριστο παράδειγμα συνεργασίας είναι το πρόγραμμα που αναπτύσσει το Υπουργείο Πολιτισμού για τη χάραξη πολιτιστικών διαδρομών, που θα ενώνουν τα ορθόδοξα μοναστήρια μεταξύ των δύο κρατών.

Η συνεργασία σε διάφορους άλλους τομείς βοηθάει ιδιαίτερα στη σύσφιγξη της φιλίας των δύο λαών και στην αναγνώριση κοινών πολιτιστικών στοιχείων, που τους ενώνουν. Έτσι, ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα προγράμματα που οργανώνονται μεταξύ πολιτιστικών φορέων, ενώ η Εκκλησία παίζει σημαντικό ρόλο στο να τονίζει την κοινή κληρονομιά της Ορθοδοξίας. Οργανωμένες εκδηλώσεις υποστήριξης των ορθόδοξων δεσμών εκτελούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα μεταξύ εκκλησιών και με την υποστήριξη ιεραρχών και από τις δυο πλευρές. Βουλγάρικες εκκλησίες λαμβάνουν βοήθεια από θρησκευτικές κοινότητες της Ελλάδας, όπως νέες καμπάνες, ιερά σκεύη, ιερά άμφια κ.λπ.

3.4 Τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Έχουν συμβάλλει ιδιαίτερα στην ενδυνάμωση της διακρατικής συνεργασίας προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που χρηματοδοτούν και ενθαρρύνουν διακρατικές και διασυνοριακές δράσεις.

Πέρα από το πρόγραμμα Ίντερεγκ Ι, υπάρχουν και άλλα προγράμματα που χρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα προγράμματα αυτά τα εκμεταλλεύθηκαν κατάλληλα ελληνικοί και βουλγάρικοι φορείς, στην προσπάθεια δημιουργίας σταθερών δεσμών συνεργασίας και ανάπτυξης φιλίας. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί πως η επικείμενη προκήρυξη των δράσεων του προγράμματος Ίντερεγκ ΙΙ θα συμβάλλει ακόμη περισσότερο στην ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ των διασυνοριακών περιοχών των δύο χωρών.

4. Προβλήματα και προοπτικές

Οι διμερείς σχέσεις μεταξύ κρατών είναι μία ζωντανή διεργασία που δεν πρέπει να εγκαταλείπεται στο έλεος των ιστορικών εξελίξεων. Η συνεργασία αλλά ακόμη και η φιλία δεν πρέπει να παίρνονται ως δεδομένα που δε φθίνουν, δε μεταβάλλονται και δε διαφοροποιούνται. Απεναντίας, πρέπει να αναγνωριστεί πως χρειάζεται προσοχή και επίπονη προσπάθεια για τη διατήρηση και την ενδυνάμωσή τους. Ιστορικά, οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας πέρασαν και συνεχώς περνούν μέσα από δοκιμασίες που μερικές φορές είναι ενδογενείς και δημιουργούνται εξαιτίας εσωτερικών πολιτικών πιέσεων στα αντίστοιχα κράτη, ενώ μερικές φορές δέχονται τις επιδράσεις και επιρροές των διεθνών τάσεων και αποκλίσεων που επικρατούν στη μία ή την άλλη πλευρά. Για αιώνες οι δύο λαοί βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία τούς δίνεται η ευκαιρία να βαδίσουν τον ίδιο δρόμο της ανάπτυξης και της ευημερίας.

4.1 Χρειάζεται προσοχή

Προβλήματα υπήρξαν και θα υπάρξουν και είναι κάτι το αναμενόμενο σε μια υγιή διμερή σχέση μεταξύ γειτονικών κρατών. Σε καμιά περίπτωση τα προβλήματα αυτά δεν πρέπει να παραβλεφθούν και να αφεθούν στην τύχη τους ούτε πρέπει να δημιουργούν ζητήματα διμερών σχέσεων. Αντίθετα, πρέπει να αναζητούνται λύσεις άμεσες και αμοιβαίου συμφέροντος. Θερμοκέφαλοι υπάρχουν και από τις δύο πλευρές και καλό θα ήταν τα εξτρεμιστικά στοιχεία να απομονωθούν και να εκτεθούν στην κρίση των δύο λαών.

Σήμερα τα προβλήματα που υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες στα οικονομικά και τα πολιτικά προβλήματα.

Στην πρώτη κατηγορία μπορούν να αναγραφούν θέματα εμπορικών συναλλαγών, άδειες εισαγωγών- εξαγωγών, ρύθμιση του θέματος της διπλής φορολογίας, συνταξιοδοτικές υποθέσεις, ελληνικές επενδύσεις στη Βουλγαρία, άδεια λειτουργίας βουλγαρικών τραπεζών στην Ελλάδα, βάσει της αμοιβαιότητας για τις ελληνικές τράπεζες που λειτουργούν στη Βουλγαρία, ποσοστώσεις σε διακινούμενα προϊόντα, άδειες διέλευσης φορτηγών, ελεύθερες ζώνες, χρήση ελληνικών λιμένων, ο πετρελαιαγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη κ.λπ.

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που πολλά μπορούν να γίνουν για να βοηθηθούν οι διμερείς οικονομικές σχέσεις. Η επέκταση του επενδυτικού νόμου της Ελλάδας σε συνοριακές περιοχές της Βουλγαρίας, η δημιουργία κοινών ταμείων για την εξεύρεση επενδυτικών κεφαλαίων σε μικτές επιχειρήσεις, κοινές συμμετοχές σε διεθνείς εκθέσεις, η υποστήριξη κοινών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στον τομέα της γεωργίας, των υπηρεσιών, του τουρισμού, των κατασκευαστικών εταιρειών κ.λπ., όπου η μια πλευρά θα διοχετεύει εμπειρίες στην άλλη. Ελληνικές εταιρείες μπορούν να προσφέρουν τη σύγχρονη τεχνολογία και τα επενδυτικά κεφάλαια. Με τη σειρά τους οι βουλγαρικές να προσφέρουν την πρόσβαση στις παραδοσιακά φιλικές και γνωστές αγορές της Ουκρανίας, Ρωσίας, Μέσης Ανατολής, Β. Αφρικής κ.λπ.

Θα πρέπει να βρεθεί λύση στο θέμα της νόμιμης απασχόλησης Βουλγάρων σε τομείς όπου η ελληνική οικονομία χρειάζεται εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό χαμηλού κόστους. Τα εργοστάσια φασόν μπορεί να μη έφευγαν από τη Β. Ελλάδα για τη Ν. Βουλγαρία, αν οι νέοι συνοριακοί σταθμοί είχαν ανοίξει από 3 χρόνια και αν οι ρυθμίσεις στο θέμα της νόμιμης απασχόλησης Βουλγάρων εργατών έβρισκε μια λύση. Λεωφορεία θα μπορούσαν να κατεβάζουν τους Βουλγάρους εργάτες το πρωί και να τους φέρνουν στα σπίτια τους μετά το πέρας της εργασίας. Υπενθυμίζεται πως οι μονάδες εντάσεως εργασίας μεταφέρθηκαν σε περιοχές χαμηλού εργατικού κόστους, γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή. Συγχρόνως με την εξυπηρέτηση του βουλγαρικού αιτήματος, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να απαιτήσει τη διευκόλυνση στη μετάβαση των Ελλήνων που εργάζονται στη Βουλγαρία. Αυτό είναι ένα θέμα που παντελώς αγνοεί η ελληνική πλευρά, πιστεύοντας πως δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη. Όμως, οι Έλληνες που εργάζονται στη Βουλγαρία είναι πολλοί και η εμπειρία του περάσματος των συνοριακών σταθμών δεν είναι καθόλου ευχάριστη.

Το θέμα θεώρησης αδειών εισόδου είναι μια δυσάρεστη εμπειρία για τους πολίτες και των δύο πλευρών. Οι ουρές για βίζα έξω από τα ελληνικά προξενεία αποτελούν μια εικόνα απελπισίας και οξύνουν τις διμερείς σχέσεις των χωρών.

Πέρα από τα καθαρά άμεσα προβλήματα, οι δύο πλευρές έχουν να αντιμετωπίσουν τα μεγάλα θέματα συνεργασίας σε τομείς, όπως οι άξονες μεταφορών, οι νέοι αυτοκινητόδρομοι που θα ενώνουν τον Βορρά με τον Νότο και που διέρχονται μέσω της Βουλγαρίας, για να εξυπηρετήσουν και τις ανάγκες της Ελλάδας. Στο θέμα αυτό δεν υπάρχει καμιά πρόοδος. Η συμφωνία για τον αγωγό πετρελαίου Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη έχει υπογραφεί πολλές φορές, ακόμη όμως δεν έχει γίνει τίποτε. Το θέμα της διασύνδεσης των συστημάτων ενέργειας και τηλεπικοινωνιών αποτελεί πρόβλημα που επιζητά λύσεις. Υπάρχει ανάγκη στην επίλυση θεμάτων που αφορούν τη διαχείριση υδάτινων πόρων και προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς επίσης στην από κοινού καταπολέμηση κακοποιών, διακίνηση ναρκωτικών, λαθρεμπορίου, ξέπλυμα χρήματος κ.λπ. Τέλος, υπάρχει το ζήτημα της εναρμόνισης διαφόρων νομοθετικών θεμάτων.

4.2. Άξονας σταθερότητας

Ανεξάρτητα από τα προβλήματα και τις εκκρεμότητες, οι δυο χώρες πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειες τους για την ανάπτυξη οικονομικών, εμπορικών, πολιτιστικών σχέσεων, που θα δημιουργούν προϋποθέσεις για τη συλλογική ασφάλεια και θα έχουν ως στόχο την ουδετεροποίηση των διαδικασιών άσκησης επιρροής στην περιοχή.

Ο κεντρικός άξονας της συνεργασίας των δύο χωρών πρέπει να είναι η ιδέα της σταθερότητας, ειρήνης και πολυεπίπεδης συνεργασίας στη Χερσόνησο του Αίμου. Στην κατεύθυνση αυτή αξιοποιούνται αφενός οι καλές διμερείς σχέσεις της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και αφετέρου η “εταιρική σχέση” με την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, τη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Απαραίτητη είναι η απομάκρυνση της Ελληνικής πολιτικής από την υπεροψία που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια, η οποία οδήγησε πολλές φορές σε προβλήματα. Δεν πρέπει να ξεχνιέται πως η Βουλγαρία έχει κάνει μεγάλα επιτεύγματα στην αποτίναξη και απομάκρυνση από ένα καθεστώς που μόλις πριν από μερικά έτη την κρατούσε σε ένα διαφορετικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα και σε σχετική απομόνωση από την παγκόσμια κοινωνία. Η χώρα ακολουθεί “νέους δρόμους” και απέναντι σε αυτή την κατάσταση η Ελλάδα δεν πρέπει να δρα με εικόνες και κριτήρια του παρελθόντος, αλλά να προσανατολιστεί ώστε να συνδράμει στη διαμόρφωση της νέας εποχής για τη Βουλγαρία. Στη Βουλγαρία διαμορφώνεται μια νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, η οποία την ωθεί να επιδιώκει τη διασφάλιση της ειρήνης, της δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας της, την πολυπολιτισμική συνύπαρξη, την οικονομική ανάπτυξη και την ενσωμάτωση στο διεθνές σύστημα.

Οι άξονες συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών πρέπει να κινούνται σε τρία βασικά επίπεδα: 1) Λήψη μέτρων πολιτικής συνεργασίας. Η Ελλάδα μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στο συγκεκριμένο τομέα και η Βουλγαρία προσδοκά τη βοήθειά της ιδίως σε θέματα χρηματοδοτήσεων και υποδομών από την Ε.Ε. καθώς και “διεξόδου” προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής. 2) Ανάπτυξη θεσμικών διασυνδέσεων των δύο χωρών, όπου πρέπει να προβλεφθούν συγκεκριμένα μέτρα, όπως συνεργασία επιστημόνων, δ8ικαστικών, εκπαιδευτικών, επιμόρφωση Βουλγάρων στελεχών κ.λπ για την παροχή στήριξης στους τομείς της νομοθεσίας, της παιδείας, του πολιτισμού και της Εκκλησίας. 3) Διαμόρφωση αναπτυξιακών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, σε μια πιο σταθερή και μόνιμη βάση, όπου πέρα από την οικονομική και εμπορική συνεργασία των επιχειρηματιών θα δημιουργηθεί ένα σύστημα συνεργασίας μεταξύ φορέων κοινής ωφελείας, δημοσίων υπηρεσιών, τραπεζών, φορέων επαγγελματικής κατάρτισης, τραπεζών και οργανισμών, όπως οι εταιρείες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεπικοινωνιών κ.λπ.

5. Πρότυπο διαβαλκανικής και διεθνούς συνεργασίας

Θα ήταν υπερβολικό να λέγαμε ότι οι ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα και κάποιες ιδιαίτερες δυσκολίες, καθώς αναπτύσσονται και εξελίσσονται στο ευμετάβλητο τοπικό και διεθνές πλαίσιο των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων. Εξάλλου, η μικρή ιστορική αναδρομή των τελευταίων ετών που παρουσιάσαμε σε προγενέστερο κεφάλαιο, καταγράφει τις ιδιαιτερότητες και τα προβλήματα που κατά καιρούς αναπτύσσονται. Δε θα ήταν όμως υπερβολή αν λέγαμε πως η ανάπτυξη των ελληνο-βουλγαρικών σχέσεων πορεύεται σε μια ομαλή, σταθερή και συνεχώς αυξανόμενη τροχιά, από την οποία ακόμη και οι δυτικές χώρες θα είχαν να ζηλέψουν και να παραδειγματιστούν για το επίπεδο των διμερών σχέσεων, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών της μεγάλης απομόνωσης, των διαφορετικών οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων που επικρατούσαν και της μόλις προ μερικών δεκαετιών εχθρότητας που υπήρχε μεταξύ των δύο λαών.

Οι δύο χώρες θα πρέπει να προσέξουν ιδιαίτερα τα σημεία που δημιουργούν τριβές και να επικεντρώσουν την προσοχή τους στα σημεία που βοηθούν τις διμερείς σχέσεις τους. Χωρίς υπερβολές, συναισθηματισμούς, πολιτικές δημιουργίας τόξων αποκλεισμού άλλων γειτονικών λαών, θα πρέπει να βαδίσουν σε μια στενή συνεργασία, που να πηγάζει από την ειλικρίνεια και την αμοιβαία προσπάθεια για δημιουργικότητα και ευημερία των δύο λαών. Ο ανταγωνισμός σε μια μικρή γειτονιά, όπως αυτή της Χερσονήσου του Αίμου, δεν είναι εποικοδομητικός όταν παραμελεί τις ανάγκες του διπλανού. Το όφελος και ευημερία του ενός λαού είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το όφελος και την ευημερία του άλλου.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*