Η κινηματογραφική λέσχη του Άρδην προτείνει:

Το 1956 προβάλλεται στους  κινηματογράφους η ταινία του Νίκου Κούνδουρου, «Ο Δράκος». Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται εφτά μόλις χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, μετέωρη, καθημαγμένη, αμήχανη, προσπαθώντας  να ξεπεράσει το βαρύ αυτό τραύμα. Ο τριαντάχρονος Νίκος Κούνδουρος, έχει ήδη δημιουργήσει δύο χρόνια νωρίτερα, τη «Μαγική Πόλη». Τώρα κάνει ένα βήμα παραπέρα και δημιουργεί μία από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης υπογράφει το υποδειγματικό σενάριο, ενώ ο Μάνος Χατζιδάκις ντύνει ιδανικά με τη μουσική του την ταινία. Ο σκηνοθέτης με εμφανείς επιρροές από τον ιταλικό νεορεαλισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό αλλά και το φιλμ νουάρ, καταθέτει μια πολιτική, ουσιαστικά, ταινία για τη συγκυρία. Κατορθώνει να αποσπάσει μια σπαρακτική ερμηνεία από τον Ντίνο Ηλιόπουλο σε ένα ρόλο που δεν τον έχουμε συνηθίσει. Εξίσου ιδανικός στο ρόλο του ο συμπρωταγωνιστής του Γιάννης Αργύρης ενώ αξίζει να αναφερθεί και η παρουσία του Θανάση Βέγγου επίσης σε έναν ασυνήθιστο ρόλο (στον δεύτερο της καριέρας του μετά την Μαγική Πόλη). Η μελαγχολία κυριαρχεί πάνω στο κλίμα της ταινίας, ενώ η αγωνία της εποχής αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στους ρόλους των ηθοποιών. Καίτοι είναι αποδεκτή η κινηματογραφική αξία του Δράκου στις μέρες μας (πολλοί είναι αυτοί που την κατατάσσουν στις τρεις καλύτερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου), εν τούτοις στις μέρες της γνώρισε μνημειώδη εισπρακτική αποτυχία, μιας και ο σκηνοθέτης αναγκάστηκε να την αποσύρει από τις αίθουσες ύστερα από μόλις τρεις ημέρες προβολών. Εξίσου σκληρή ήταν και η αντιμετώπισή της από τους κριτικούς της εποχής. Χαρακτηριστικά η εφημερίδα της αριστεράς, Αυγή, έγραφε: «Δεν υπάρχει ένας εισαγγελέας να απαγορεύσει αυτήν την αθλιότητα;» Αυτή ακριβώς τη φράση ο Κούνδουρος αποτύπωσε σε πανό, το οποίο ανάρτησε έξω από κινηματογράφο τη δεύτερη μέρα προβολής της, σε μια κίνηση πρόκλησης προς τους θεατές. Η ταινία βραβεύτηκε το 1960 στην 1η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ως μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της περιόδου 1955-1959 ενώ απέσπασε ειδική μνεία στο Φεστιβάλ Βενετίας. Αξίζει να επιστήσουμε την προσοχή στη σκηνή του χορού το βράδυ πριν από την κλοπή των αρχαίων, σημείο αναφοράς πλέον στον κινηματογράφο. Ο σκηνοθέτης, με έμμεσες ή άμεσες παραπομπές, στήνει ένα μυσταγωγικό χορό βγαλμένο από τα χρόνια της αρχαίας τραγωδίας. Όλο το υπαρξιακό δράμα της εποχής αποτυπωμένο σε μία σκηνή θρηνώδους  ζεϊμπέκικου.

Κώστας Σαμάντης

Ετικέττες:

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek