Τον τελευταίο καιρό πυκνώνουν οι αναφορές σε διάφορες συνωμοσίες των ισχυρών του πλανήτη, στα μυστικά δίκτυα, οργανώσεις και συμφωνίες που οργανώνουν, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, την παγκόσμια εξουσιαστική πυραμίδα. Το φαινόμενο ξεκινάει από την επισήμανση αληθινών (όπως π.χ. τα της Λέσχης Μπίντελμπεργκ) περιστατικών, για να περάσει κλιμακωτά στην αληθοφάνεια, από εκεί στη μυθοπλασία και να καταλήξει σε σενάρια που θυμίζουν κακότεχνες βιντεοταινίες της επιστημονικής φαντασίας – σαν αυτά που προπαγανδίζει καθημερινά ο Λιακόπουλος από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Το φαινόμενο είναι αντιφατικό και πολυσήμαντο, συνήθως δε αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα δύο προσεγγίσεων, οι οποίες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες.
Από τη μία, λογικές μαρξιστικής προελεύσεως, που θεωρούν ότι δεν υφίστανται «συνωμοσίες» κι ότι όλα μπορούν να καταστούν διάφανα υπό το φως των συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών εργαλείων ανάλυσης και ότι δεν έχει καμία σημασία ποιοι και πώς οργανώνουν της δομές της εξουσίας και της κυριαρχίας. Είναι κλασική η αντίδραση του ΚΚΕ όταν εμφανίζονται σκάνδαλα ή αδιαφανείς πρακτικές: «Για όλα φταίει το σύστημα και οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί δεν έχουν σημασία». Συχνά δε, όψιμοι προπαγανδιστές τέτοιου τύπου προσεγγίσεων αναδεικνύονται και όσοι εμπλέκονται οι ίδιοι σε εξουσιαστικές διασυνδέσεις που αποκαλύπτονται, σε μια προσπάθεια να διαψεύσουν τις αποκαλύψεις ή να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις. Έτσι, κατά τη διάρκεια της διαμάχης περί του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ δημοτικού, όσοι υπογράμμιζαν την ύπαρξη ενός δικτύου ΜΚΟ, οι οποίες μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και με συγκεκριμένους χρηματοδότες εργάζονταν συστηματικά για την αναθεώρηση της Ιστορίας, κατηγορήθηκαν από όσους συμμετείχαν στο δίκτυο αυτό ως «συνωμοσιολόγοι», παρ’ όλο που ποτέ δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα έλεγαν.
Στον αντίποδα βρίσκονται προσεγγίσεις οι οποίες, στα πλαίσια μιας γενικευμένης συνωμοσιολογίας, πρεσβεύουν αντίθετα πως ό,τι συμβαίνει γύρω μας αποτελεί προϊόν υψηλών, μυστικών σχεδίων, τα οποία εκπονούνται από ολιγομελείς ομάδες που ελέγχουν παρασκηνιακά ολόκληρο τον πλανήτη.
Προφανώς, οποιαδήποτε ρεαλιστική εκτίμηση της παγκόσμιας πολιτικής πραγματικότητας δεν θα μπορούσε να αποκλείσει την ύπαρξη και τον κομβικό ρόλο των παράλληλων δικτύων, διασυνδέσεων, μυστικών συμφωνιών στην παγκόσμια εξουσιαστική πυραμίδα, για ορισμένους πολύ απλούς λόγους:
Πρώτον, διότι οι παγκόσμιοι θεσμοί είναι πλήρως αποεδαφικοποιημένοι, δίχως καμία δημοκρατική νομιμοποίηση, λειτουργούν μέσα στην αδιαφάνεια και την ασυδοσία – ένα κλίμα που σαφέστατα ευνοεί την ανάπτυξη και την κυριαρχία αυτών των πρακτικών. Ακόμα και οι εταιρείες που εφοδιάζουν τα σούπερ μάρκετ ή τα βενζινάδικα πραγματοποιούν μυστικές συμφωνίες και δημιουργούν λιγότερο ή περισσότερο άτυπα καρτέλ.
Δεύτερον, διότι όσο το διεθνές σύστημα καθίσταται όλο και πιο πολύπλοκο, άλλο τόσο πυκνώνουν και πολλαπλασιάζονται οι θεσμοί και οι μηχανισμοί του, γεγονός που με τη σειρά του καθιστά επιτακτικότερη την ανάγκη των ελίτ και των αρχουσών τάξεων να αναπτύξουν στρατηγικές για να τους συντονίσουν και να τους ελέγξουν. Οπότε οι μυστικές συναντήσεις πολλαπλασιάζονται, οι διασυνδέσεις πυκνώνουν και τα στρατηγήματά τους γίνονται ολοένα και πιο πολύπλοκα.
Τρίτον, διότι οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί εμφάνιζαν πάντοτε μία ροπή προς την μυστικότητα και την αδιαφάνεια, ακριβώς διότι γνωρίζουν ότι η διαφάνεια και η δημοσιότητα είναι παράγοντες που σαφέστατα περιορίζουν την ισχύ και τη δικαιοδοσία τους. Γι’ αυτόν τον λόγο εξάλλου, συνήθης πρακτική των επαναστάσεων –κατά τη φάση της ακμή τους, τουλάχιστον– ήταν να καταργούν κάθε είδους κρατικό μυστικό και να εγκαθιδρύουν καθεστώς απόλυτης δημοσιότητας σε ό,τι αφορά στα κοινά.
Τέταρτον, διότι στα πλαίσια του δυτικού παραδείγματος η επιστήμη και η τεχνική έχουν ως κύρια διάστασή τους την κυριαρχία και την εργαλειακότητα σε τέτοιον βαθμό, ώστε είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν τα επιτεύγματά τους για τον έλεγχο και την πειθάρχηση των πληθυσμών.
Όλα τα παραπάνω, βεβαίως, δεν σημαίνουν ότι θα πρέπει να πέσουμε στην παγίδα της ακατάσχετης συνωμοσιολογίας η οποία κυριαρχεί στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Διότι, κατ’ αρχήν, τέτοιου είδους προσεγγίσεις είναι μη ρεαλιστικές, καλλιεργούν μανίες καταδίωξης, εθίζουν τους οπαδούς τους σε έναν τρόπο σκέψης απόλυτα απλοϊκό, που αποτρέπει από το να κατανοήσεις την πραγματικότητα των μεγάλων ζητημάτων που μας απασχολούν.
Τέλος και κυριότερο, διότι τα συνομωσιολογικά σενάρια καλλιεργούν εμμέσως την ηττοπάθεια και την παραίτηση. Αν όλα είναι προσχεδιασμένα, αν τίποτε δεν μπορεί να ξεφύγει από τους σχεδιασμούς και τις προβλέψεις των εξουσιαστικών μηχανισμών και των μυστικών υπηρεσιών, τότε –πραγματικά!– δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο πέρα από το να θρηνήσουμε την οριστική απώλεια οποιασδήποτε ελπίδας για αλλαγή.
Και βεβαίως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πιο εξεζητημένες θεωρίες συνωμοσίας –την ανάπτυξη των οποίων μπορούμε πλέον να παρακολουθούμε καθημερινά μέσα από τηλεοπτικές εκπομπές τύπου Λιακόπουλου– λειτουργούν αποπροσανατολιστικά. Διότι, προφανώς, εάν οι τύχες του κόσμου κρίνονται από κέντρα εξουσίας που βρίσκονται στα… έγκατα του πλανήτη ή στο… Άλφα του Κενταύρου, τότε όλοι όσοι ευθύνονται πραγματικά για το τέλμα στο οποίο έχει βυθιστεί σήμερα ο πλανήτης υποβιβάζονται σε απλούς εντολοδόχους-πιόνια των αόρατων εξουσιών.
Η δημοφιλία τέτοιου τύπου «θεωριών συνωμοσίας» συνιστά από μόνη της έναν δείκτη της ψυχολογικής κατάπτωσης που έχει καταλάβει τις σύγχρονες κοινωνίες και δη τα λαϊκά στρώματα. Τα τελευταία, αποστερημένα από οποιαδήποτε πολιτική αναφορά ή προστασία μέσα στη δίνη των σαρωτικών μετασχηματισμών της παγκοσμιοποίησης, παρακολουθούν αποσβολωμένα τις εξελίξεις, αδυνατώντας να βρουν τα εργαλεία εκείνα που θα τους επιτρέψουν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Τα μεγάλα οράματα έχουν διαψευσθεί, ενώ η προσχώρηση μεγάλου μέρους της Αριστεράς στους εξουσιαστικούς μηχανισμούς της παγκοσμιοποίησης έχει αμβλύνει την ίδια τη διάκριση της Αριστεράς και της Δεξιάς: όλα μοιάζουν να ακολουθούν το μέτρο της εξαγοράς και του χρήματος, ενώ οι αποφάσεις που τους επηρεάζουν λαμβάνονται σε επίπεδα που ούτε καν μπορούν να φανταστούν. Η ροπή προς τη συνωμοσιολογία, η αναζήτηση του απόκρυφου μηχανισμού που καθορίζει τις εξελίξεις, συνιστά μία αντανακλαστική αντίδραση απέναντι σ’ αυτό το σκηνικό.
Τι κρατάμε, λοιπόν, εις το πηλίκο; Προφανώς, οι αδιαφανείς πρακτικές διαπερνούν απ’ άκρη σ’ άκρη την παγκόσμια εξουσιαστική πυραμίδα, ξεκινούν από τους διεθνείς οργανισμούς για να φτάσουν μέχρι τον τελευταίο δήμο και το τελευταίο ψιλικατζίδικο, ενώ είναι σαφές ότι θα πυκνώνουν ολοένα και περισσότερο, καθώς η παγκοσμιοποίηση βυθίζεται σ’ αυτήν τη βαθιά κρίση – αφού οι πλανητικές ελίτ έχουν θορυβηθεί από την προοπτική απώλειας ελέγχου του πλανήτη. Τούτο, όμως, δεν συνιστά λόγο για να απογειωθούμε στο νεφελώδες σύμπαν της συνωμοσιολογίας. Αντίθετα, θα πρέπει να λειτουργήσει ως μέτρο αφενός για να κατανοήσουμε ότι οι συμπεριφορές των σύγχρονων ελίτ προσιδιάζουν ολοένα και περισσότερο σε στυγνές ολιγαρχίες και αφετέρου για να αντιληφθούμε το πόσο έχουν καταβαραθρωθεί η δημοκρατία και οι πολιτικοί θεσμοί στις μέρες μας… Και εντέλει η ίδια η «Νέα Τάξη» συνιστά μια μεγάλη και διαρκή «συνομωσία» ενάντια στον πλανήτη και το περιβάλλον, ενάντια στην ίδια την ανθρώπινη ζωή και τους λαούς.
Εν κατακλείδι, ανάμεσα στη συνωμοσιολογία που οδηγεί στην παράλυση από τη μια, και την αφηρημένη και γενικόλογη καταγγελία του «συστήματος» από την άλλη, υπάρχει πάντα μια οδός που αποκαλύπτει τους μηχανισμούς της Νέας Τάξης, εντάσσοντάς τους όμως πάντα σε ένα σύστημα που τους εκτρέφει και τους αναπαράγει. Έτσι, στο σκάνδαλο της Ζίμενς δεν αρκεί να λες μόνο πως είναι το «σύστημα» που ευθύνεται για τις Ζίμενς, όπως κάνει η Παπαρήγα, ούτε από την άλλη να μιλάς μόνο για το συγκεκριμένο σκάνδαλο και τις μίζες, χωρίς να δείχνεις πως είναι η ίδια η λογική του «εκσυγχρονισμού» και ακόμα πιο πέρα της εμπορευματοποίησης των πάντων που παράγει τις Ζίμενς, αλλά να επιμένεις ώστε η αποκάλυψη του σκανδάλου να πλήξει την ίδια τη λογική του εκσυγχρονισμού και της εμπορευματοποίησης.


Το παρόν αφιέρωμα του περιοδικού Άρδην περιλαμβάνει μια σειρά κειμένων που θίγουν όψεις αυτών που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως αδιαφανείς εξουσιαστικές πρακτικές των δυνάμεων της Νέας Τάξης. Ο Γιώργος Καπαρός προσεγγίζει το διαδίκτυο ως ένα ακόμη όπλο της πολιτιστικής αποικιοποίησης του πλανήτη από τις δυνάμεις της αγγλοσαξωνικής παγκοσμιοποίησης, ο Ησαΐας Κωνσταντινίδης θίγει το ζήτημα των συστημάτων παρακολούθησης και της κολοσσιαίας πλανητικής εκστρατείας ασφάλειας που έχουν εξαπολύσει οι Αμερικάνοι με αφορμή τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία», ο «Νταντόν» γράφει για το πώς οι ελλαδικές ηγεσίες είχαν «κλείσει» εδώ και πολλές δεκαετίες το ζήτημα των γερμανικών επανορθώσεων μακριά από τα μάτια της κοινής γνώμης, ενώ ο Γ. Πικραμένος πραγματοποιεί μια ιστορική αναδρομή στη λογική των Φαναριωτών επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη συνδέει με τη νεο-οθωμανική στάση των ελλαδικών ελίτ σήμερα.
Άρδην

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek