του Γ. Τάχου, από το Άρδην τ. 53, Απρίλιος-Μάιος 2005

Ρίχνοντας μια ματιά στους ισχυρισμούς των «ελληνοκεντρικών» και των νεοπαγανιστών για την καταγωγή των Ελλήνων, βλέπουμε ότι αυτοί έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς αρκετών αρχαίων ιστοριογράφων και γεωγράφων, οι οποίοι παραδέχονται ότι το ελληνικό έθνος δεν ζούσε εξ αρχής στον ελλαδικό χώρο, αλλά τον κατέκτησε (προφανώς ερχόμενο από αλλού) εκδιώκοντας ή υποδουλώνοντας ή αφομοιώνοντας τους αυτόχθονες πληθυσμούς, τους οποίους οι ίδιοι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούν μη Έλληνες. Έτσι, ο Ηρόδοτος θεωρεί τους Πελασγούς μη ελληνόφωνους –άρα και μη ελληνικής καταγωγής– όχι δίχως αιτία ή εικάζοντας, αλλά κρίνοντας βάσει της γλώσσας των Πελασγών που ζούσαν στην εποχή του στον ελλαδικό χώρο (Ιστοριών, 1, 58). Ο Ηρόδοτος γράφει ότι οι Αθηναίοι εξεδίωξαν τους Πελασγούς από την Αττική (6, 137), ότι τη Σαμοθράκη πρώτα την κατοικούσαν οι Πελασγοί (2, 51), ότι η Θάσος πρωτοαποικίστηκε από Φοίνικες (6, 74), ότι την Κρήτη παλιά την κατοικούσαν πολλές βαρβαρικές φυλές (1, 173). Τα μυστήρια, τα μαντεία και οι λατρείες είναι για τον Ηρόδοτο εξωελλαδικής ή προελληνικής καταγωγής (2, 51˙ 2, 4˙ 2, 50˙ 2, 52˙ 2, 54˙ 2, 58˙ 2, 123). Δεν μπορεί, φυσικά, κανείς να προσάψει «φιλοβαρβαρισμό» ή «ανθελληνισμό» στον Ηρόδοτο, διότι αυτός γράφει επίσης «η Ελληνική φυλή ξεχώριζε ανέκαθεν απ’ τους βαρβάρους, γιατί και εξυπνότερη ήταν και δεν διακρινόταν για ανόητη ελαφρομυαλιά» (1, 60). Ο Θουκυδίδης μάς πληροφορεί ότι οι Κυκλάδες κατοικούνταν από Κάρες (1, 8) και ότι, στον καιρό του, οι Αμφιλόχιοι, οι Ηπειρώτες, οι Θράκες, οι Ευρυτάνες, οι κάτοικοι της χερσονήσου του Άθω ήταν μη ελληνόφωνοι, άρα μη Έλληνες (2, 68, 5˙ 2, 80, 5˙ 2, 97, 3˙ 3, 94, 5˙ 4, 109, 3-5). Ο Θουκυδίδης περιγράφει ακόμη πώς οι Μακεδόνες εξεδίωξαν διαδοχικά τους Πιέριους, τους Βοττιαίους, τους Ήδωνες, τους Εορδούς και τους Άλμωπες (2, 99) από τα μέρη τους. Ο Στράβωνας κατατάσσει τους Θράκες, τους Ηπειρώτες, τους Θεσπρωτούς, τους Μολοττούς, τους Αθαμάνες κ.ά. εκτός ελληνικού έθνους (Γεωγραφικά, 7, c321).

Αυτό που ισχύει για την καταγωγή των Ελλήνων και συνακόλουθα για τον ρόλο του Ελληνισμού είναι δύο, φαινομενικά αντίθετες αναμεταξύ τους, ελληνοκεντρικές αντιλήψεις. Η μια εκφράζεται με ρήσεις όπως «Το σύμπαν είναι ελληνικό» (Τρίτο Μάτι), «υπάρχει μόνον ένας πολιτισμός, ο ελληνικός» (Δαυλός). Η άλλη αρνείται αυτού του είδους την «παγκοσμιότητα» και, όντας περισσότερο πολιτικά ορθή, δέχεται την ύπαρξη και άλλων εθνικών πολιτισμών, αλλά, με μια δήθεν αμυντική αντίληψη προάσπισης ενός τάχα «αμόλυντου» πυρήνα της αρχαϊκής/κλασικής ελληνικότητας, κατακεραυνώνει τον «ασιατικό μονοθεϊσμό» καθώς και τον εσωτερικό εχθρό: τους «Ιουδαιοχριστιανούς». Η νοοτροπία, ωστόσο, είναι η ίδια: είτε 1) πεις ότι οι, πέραν του ελληνικού πολιτισμού, υπόλοιποι ανθρώπινοι πολιτισμοί είναι ελληνικοί ή κατώτεροι ή ασήμαντοι ή ανύπαρκτοι, είτε 2) πεις ότι είμαστε περικυκλωμένοι από συνωμοσίες, ειδικά κατά του Ελληνισμού (αυτή η συνωμοσιολογία, τι παιδαριώδη σκέψη δείχνει) και στο εσωτερικό ύπουλοι προδότες της «ελληνικής ουσίας» απεργάζονται το κακό μας, πάλι «προδίδεις» ένα από τα εκλεκτότερα (μαζί με την άμεση δημοκρατία) τμήματα της Αρχαίας Ελλάδας: αυτό που κάνει τον Πλάτωνα (που, όπως και μια ντουζίνα αρχαίοι φιλόσοφοι και νομοθέτες, πήγε, σύμφωνα με αρχαίους Έλληνες βιογράφους, στην Αίγυπτο/Ασία – δίχως αυτό να συνεπάγεται κάποιο ρηχό Αφροκεντρισμό) να λέει: «ὅ,τιπερ ἂν Ἕλληνες Βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται» (Επινομίς, 10, 987de). Λείπει από τους νεοπαγανιστές και ελληνοκεντρικούς αυτή η λογική που δεν δίνει σημασία στο «ποιος ήρθε πρώτος» αλλά στο «ποιος δημιουργεί με βάση όσα του κληροδοτούνται». Με αυτή τη λογική, ο Νεοέλληνας πήρε το δυτικοευρωπαϊκό κλαρίνο κι έκανε την Ήπειρο πατρίδα του κλαρίνου˙ με την ίδια λογική, οι Δυτικοί πρωτοπήραν τον 9ο αι. την ελληνιστική «ύδραυλη»/βυζαντινό «όργανο» και συνέθεσαν αξεπέραστα έργα για εκκλησιαστικό όργανο.

Ο Δαυλός υποστηρίζει ότι η Ελληνική είναι η πρώτη γλώσσα. Υπάρχει όμως μια ασάφεια στο χρονικό βάθος: άλλοτε η Ελληνική είναι 50.000 ετών (Δαυλός, τ. 158) κι άλλοτε 26.000 ετών (Δαυλός, τ. 176-177). Τι είναι όμως 24.000 έτη για 18 τεύχη Δαυλού; Δεν είναι σωστό να νομίζουμε πως τα ούφο και η προϊστορική υπερτεχνολογία είναι τα μόνα ανορθολογικά στοιχεία του κινήματος αυτού ή πως ο ανορθολογισμός αφορά μόνο τους αφελείς ουφολόγους. Αν νομίζατε πως η μαντική δεν είναι επιστήμη, ο Δαυλός επιβεβαιώνει το αντίθετο: «μαντική, η πανάρχαια επιστήμη των προβλέψεων», γράφει στο εξώφυλλο του τεύχους 62. Φυσικά «επιστήμη», αφού την εξασκούσαν (και) οι Αρχαίοι Έλληνες, κι ό,τι είναι αρχαιοελληνικό είναι καλό. Παρομοίως, για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών, το μόνο που απαιτείται (ΥΣΕΕ, δελτίο τύπου Νο 55) είναι η επέμβαση των Θεών: «Οι πολυθεϊστές Ινδιάνοι Γιανομάμι του κρατιδίου Ρορέιμα της Βραζιλίας (…) έσωσαν τα απέραντα τροπικά δάση της περιοχής τους επικαλούμενοι με ιεροπραξίες και τελετουργικούς χορούς τους ζώντες εθνικούς Θεούς τους, οι οποίοι, ανταποκρινόμενοι φυσικά στο κάλεσμα των θρησκευτών τους, έστειλαν αμέσως τους καταρράκτες της βροχής να σβήσουν τα απέραντα μέτωπα των μαινόμενων πυρκαϊών που κατέτρωγαν τη ζούγκλα και σκοτείνιαζαν τους ουρανούς». Δεν διαφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι οι Νεοπαγανιστές, παρ’ όλα όσα λένε περί ανυπαρξίας θαυμάτων (ώστε να κατηγορούν τον Χριστιανισμό), μας παρουσιάζουν ένα παγανιστικό «θαύμα», την επέμβαση κάποιων οντοτήτων –στων οποίων την ύπαρξη οι Νεοπαγανιστές πιστεύουν– επί της Φύσης, προκειμένου να αλλάξει η φορά των ανέμων, ώστε να προκληθεί βροχή σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Προστίθεται και η λέξη «φυσικά», ώστε να μη θεωρήσουμε τη νεροποντή έπειτα από θρησκευτική προσευχή ως «υπερφυσικό» συμβάν, αλλά ως κάτι «απολύτως φυσικό». Γι’ αυτό και ο Πορφύριος, που υποστήριζε πως οι θεοί δεν επεμβαίνουν στη Φυσική Τάξη, γράφει πως «κανένας θεός δεν ήλθε να βοηθήσει την πόλη από τότε που λατρεύεται ο Ιησούς» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ’, σ. 587), αντιφάσκοντας. Ο φίλος του Ιουλιανού, θεουργός (θεουργία=μαγεία) Μάξιμος, αποκαλείται από τους Νεοπαγανιστές «μεγάλος φιλόσοφος» διότι, σύμφωνα με τους τελευταίους, η θεουργία βασίζεται σε Φυσικούς Νόμους, παραδόξως αναπόδεικτους επιστημονικά τα τελευταία 2.000 χρόνια, άρα είναι επιστήμη.
Καθένας έχει το δικαίωμα να πιστεύει ό,τι θέλει. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι μια ασήμαντη αριθμητικώς μειονότητα θεωρεί ότι η ελληνικότητα είναι κάτι σαν την περιουσία τους και πως οι υπόλοιποι είναι οι εκφυλισμένοι ψευδοέλληνες. «Το παρελθόν λέει ότι η Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε υπόθεση των πολλών, των αστοιχείωτων, του πλήθους» (Δαυλός, τ. 226, σ. 14353). «Οι Χατζηέλληνες πνίγουν τους πραγματικούς Έλληνες» (Βλ. Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β’ έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 107). «Σταδιακή απομάκρυνση κάθε χριστιανικού κτίσματος ή κατασκευάσματος μέσα από ή σε ακτίνα 500 μέτρων από τα εθνικά μας Ιερά, σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια» (ΥΣΕΕ, δελτίο τύπου Νο 101). Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, η ελληνικότητα είναι υπόθεση κατά βάσιν των πολλών ή μάλλον όλων. Είναι υπόθεση δική μας, όπως ήταν και των παππούδων μας του 1912 και του 1940 που, αστοιχείωτοι και δίχως να έχουν γνώση της μαντικής επιστήμης, δίχως να γνωρίζουν για το Αρχαίο Θέατρο και τον Αριστοτέλη, σκοτώνονταν χάρη αυτού που οι αρχαιολάτρες δογματίζουν ότι αφορά μόνο τους εαυτούς τους. Εκτός π.χ. κι αν ο αστοιχείωτος Αρχαίος όχλος, που δεν έμαθε τίποτε για τον Πλάτωνα ή τον Πρωταγόρα (παρά μόνο όταν εξόριζαν τον δεύτερο), παρά έβοσκε πρόβατα στα βουνά της Αρχαίας Ελλάδας, δεν ήταν «πραγματικοί Έλληνες» – αλλά μάλλον οι αρχαιολάτρες τούς θεωρούν Έλληνες, αφού «Έλληνες εισί οι της ημετέρας αρχαίας θρησκείας μετέχοντες».

Όμως τι δίνει (πέρα από το περιρρέον νεοεποχίτικο κλίμα της μετασοβιετικής εποχής) τέτοια ορμή επανελληνιστική σε όλον αυτόν τον ετερόκλητο εσμό; Η αίσθηση της αδικίας. Η πίστη ότι κάποτε ήρθαν οι κακοί Ιουδαιοχριστιανοί και έκαψαν τα αρχαία βιβλία σφάζοντας τους «πραγματικούς Έλληνες», άρα πρέπει η αδικία να επανορθωθεί. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η πίστη βασίζεται σε ένα από τα μεγαλύτερα ψεύδη που έχουν κατακλύσει την τελευταία δεκαπενταετία την Ελλάδα, με παραποίηση των ιστορικών γεγονότων και άγνοια των πηγών.

Ίσως αυτό που φταίει στην πραγματικότητα είναι η δυστυχία του να είσαι Έλληνας. Όχι αυτή της μειονεξίας έναντι των Αρχαίων που «δεν μπορούμε να τους φτάσουμε ποτέ» ή του δήθεν ελληνικού Δυτικού νεωτερικού πολιτισμού. Αλλά η δυστυχία να χωρίζεις τον κόσμο σε φιλέλληνες και ανθέλληνες, σε «ελληνόψυχους» και «εβραιόψυχους»˙ η δυστυχία να μην ξεχωρίζεις τα άσχημα από τα καλά της αρχαιότητας. Να θαυμάζεις το σπαρτιατικό πολίτευμα και να διαμαρτύρεσαι για τη «συνωμοσία κατά της Λακεδαιμονίας» αλλά να υπερασπίζεσαι την αθηναϊκή άμεση δημοκρατία˙ να κλείνεις τα μάτια στη θεοκρατική στοχοθεσία του Πλάτωνα και τη νεοπλατωνική θεουργική κατάντια˙ να ισχυρίζεται ο Πλάτων ότι «άνθρωπος» είναι μόνο η ψυχή (Αλκιβιάδης, 130) και «σώματι διαλύσεως οὐκ ἔστιν ἢ κρεῖττον» (Νόμοι 828d), ενώ ο Γρ. Παλαμάς ότι είναι σώμα και ψυχή, κι εσύ να καταλαβαίνεις ότι ο Μονοθεϊσμός μισεί το σώμα˙ να επαινείς την δίχως ντροπή (υποκρισία) και δίχως… ετερονομία εκδήλωση της νιτσεϊκής θέλησης για δύναμη (διάλογος Αθηναίων-Μηλίων) ως δείγμα ανωτερότητας˙ να δικαιολογείς τη δουλεία ισχυριζόμενος ότι οι Αρχαίοι δεν δικαιολόγησαν τη δουλεία (διότι ήταν «απλώς» αποτέλεσμα του πολέμου, κατά τον Ηράκλειτο, άρα κάτι πάρα πολύ φυσικό κι αιώνιο)˙ να παραδέχεσαι για υπέροχη μια θρησκεία που οι ίδιοι οι (διωκόμενοι βάσει των νόμων κατά ασεβών, των πολυθεϊστικών πόλεων-κρατών) φιλόσοφοι, ήδη από τον 5ο π.Χ. αι., απέρριψαν και τέλος, ενώ ο Αριστοτέλης γράφει ότι «όσους σοφίστηκαν μυθολογικές εξηγήσεις δεν αξίζει να τους παίρνουμε στα σοβαρά» (Μετά τα Φυσικά, 1000a 18-19) και ότι αν σκεφτόμασταν όπως οι θεολόγοι του Πολυθεϊσμού, κανένα από τα όντα δε θα υπήρχε (Μετά τα Φυσικά, 1071b 24-28), εσύ να πιστεύεις ότι ο Αριστοτέλης ταξιδεύει για την Ανδρομέδα με το Σταγειρο-σκάφος του, παρέα με τους Έλληνες Θεούς της μυθολογίας που απέρριπτε. Όταν κάτι τέτοια στο μυαλό του Νεοέλληνα «ουμανιστή» θεωρούνται ασήμαντες λεπτομέρειες, όταν ο απλός Νεοέλληνας δεν διδάσκεται τα σκοτεινά σημεία της Αρχαιότητας, με αποτέλεσμα να τη θεωρεί ολόφωτη, τότε γιατί να παραξενευτούμε που οι «αρχαιολάτρες» προχώρησαν ένα βήμα μπρος; Όταν λέμε ότι η ισηγορία, η φιλοσοφία, η άμεση δημοκρατία, τα μαθηματικά είναι προϊόν της σκέψης των Αρχαίων και δεν λέμε ταυτόχρονα ότι η θεουργία, η ιεροδουλεία, η δεισιδαιμονία, η θεοκρατία, η άλογη θέληση για δύναμη υπήρξαν και στην Αρχαία Ελλάδα, επόμενο είναι να προκύπτουν οι «αρχαιολάτρες». Η αιτία ανάπτυξης του αρχαιοκεντρικού κινήματος, λοιπόν, δεν είναι η αδιαφορία για την Αρχαιότητα (που ποτέ δεν έπαψε να είναι αντικείμενο μελέτης) ή η αντίδραση στον «ανθελληνισμό», αλλά η ίδια η αρχαιολατρεία.
Γιάννης Τάχος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek