Το Άρδην διοργανώνει το Σάββατο 25 Απριλίου 2026 στις 18.00 διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα:
“Ο κόσμος σε περιδίνιση: Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ το Ιράν και ένας «Τρίτος Δρόμος»” – για την Ευρώπη και την Ελλάδα
Στην εκδήλωση μπορεί να συμμετάσχει όποιος/α φίλος/η το επιθυμεί πατώντας τον παρακάτω σύνδεσμο στο zoom
https://us02web.zoom.us/j/82970735602?pwd=JcqrSPbcXVSxmmOUexMRK8oV0kg6Sm.1
Η συζήτηση θα προβάλλεται και από το κανάλι του Άρδην στο youtube:
https://www.youtube.com/@ardinkinima
Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
*****
Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, το Ιράν και ένας «Τρίτος Δρόμος» – για την Ευρώπη και την Ελλάδα
Η κήρυξη της εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν βρήκε την ελληνική –και όχι μόνο– ψηφιακή δημόσια σφαίρα χωρισμένη σε δύο κυρίως παρατάξεις.
Από τη μια πλευρά, οι υποστηρικτές του Τραμπ. Αποφαίνονται περί του θριάμβου της επιχείρησης «Επική Οργή» και συγχαίρουν τον Αμερικανό πρόεδρο για την υποτιθέμενη υψηλή στρατηγική του «τρελού σκύλου», που συνδυάζει διάλογο και πρωτοφανείς απειλές («απόψε ένας πολιτισμός πεθαίνει…»). Αξίζει να επισημανθεί εδώ η ευκολία με την οποία η άποψη αυτή μοιάζει να παίρνει στα σοβαρά την αποκρουστική γελοιότητα του Τραμπ σε όλη της την έκταση, παρά το ότι όλα τα πραγματολογικά δεδομένα καταδεικνύουν το αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει οι ΗΠΑ στην πορεία του πολέμου. Πρόκειται για μια στάση που αυτοεπιβεβαιώνεται μέσα στην αποθέωση της ισχύος, βαφτίζοντας «ρεαλισμό» τον θαυμασμό που τρέφει προς αυτήν.
Από την άλλη, είναι οι φανεροί και κρυφοί οπαδοί του «ρωσικού κόμματος»· οι οποίοι στην ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος εφευρίσκουν έναν θρίαμβο της λαϊκής, αντιιμπεριαλιστικής θέλησης. Και αυτό μολονότι το καθεστώς στο Ιράν είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλές, έχοντας προβεί, μόλις πριν τον πόλεμο, σε ένα λουτρό αίματος καταπνίγοντας τον λαϊκό ξεσηκωμό του Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου. Ας όψεται όμως ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ, που οδήγησε την αντιπαράθεση σε ένα επίπεδο που εκ των πραγμάτων έβαζε στο περιθώριο τον παράγοντα «ιρανική κοινωνία». Σε κάθε περίπτωση, η θέση αυτή αποκαλύπτει πλήρως το ιδεολογικό στίγμα των απολογητών του πουτινισμού, της σιιτικής θανατοκρατίας και του κινεζικού ολοκληρωτισμού που βλέπουν «λαό» στις πολιτοφυλακές Μπασίτζ, στους Φρουρούς της Επανάστασης και τους ιεροδίκες.
Τίποτε από τα δύο δεν ισχύει, βέβαια, σε μια πραγματικότητα όπου πια δεν χωράει ούτε διπολισμούς ούτε επιλογή στρατοπέδων, ακριβώς διότι είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Ο Τραμπ δεν κατήγαγε κανέναν θρίαμβο· αντίθετα, ο τρόπος που χειρίστηκε την ιρανική υπόθεση επιταχύνει την πτώση της αμερικανικής ηγεμονίας, στις πιο θεμελιώδεις της εκφάνσεις που αφορούν στο δολάριο, ή στην εμπιστοσύνη που άλλοτε απολάμβαναν οι ΗΠΑ μεταξύ των πάγιων συμμαχιών τους.
Την ίδια στιγμή, το ιρανικό καθεστώς προφανώς και δεν κέρδισε τίποτε περισσότερο από χρόνο. Πριν την έναρξη του συγκεκριμένου πολέμου, ήταν ήδη νεκρό και, αντίθετα, η ανθεκτικότητα την οποία επέδειξε στη διάρκειά του, προϊόν όπως είπαμε της στρατηγικής ηλιθιότητας του Τραμπ, το ανέστησε προσωρινώς.
Αλλά ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή.
Επίδειξη ισχύος και υβριδική απάντηση
Η επιχείρηση «Επική Οργή» σχεδιάστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο ώστε να συνιστά μια επίδειξη της απόλυτης στρατιωτικής-πληροφοριακής υπεροχής των Αμερικανών και των Ισραηλινών. Και έτσι έγινε.
Την πρώτη ημέρα του πολέμου, και με ένα μόνο πλήγμα, τσακίστηκε η κεφαλή της ιρανικής ηγεσίας. Έπειτα μάθαμε ότι οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες είχαν διεισδύσει τόσο βαθιά μέσα στη χώρα, ώστε παρακολουθούσαν ακόμα και τα φανάρια του κυκλοφοριακού χάους στην Τεχεράνη.
Κάπου εδώ όμως εξαντλείται η αμερικανο-ισραηλινή ορμή.
Το πρόβλημα γι’ αυτήν είναι πως η απόλυτη υπεροχή συμμετρικής ισχύος ήταν το απολύτως προβλέψιμο στοιχείο για τους μουλάδες και τους Φρουρούς της Επανάστασης. Το είχαν λάβει, δηλαδή, σοβαρά υπόψη τους. Αποπειράθηκαν, λοιπόν, να το αντιμετωπίσουν επιστρατεύοντας τα ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία της σιιτικής θεοκρατίας, τα οποία Αμερικανοί και Ισραηλινοί είχαν υποτιμήσει, κυρίως οι δεύτεροι.
Πρώτον, την κουλτούρα του μάρτυρα που διαποτίζει το σιιτικό ισλάμ. Για τη θεοκρατία, κάθε θυσία συνιστά νίκη· ο ηρωικός θάνατος αποτελεί την ύψιστη ιδεολογική επιβεβαίωση. Δεύτερον, το μη προσωποπαγές της ιρανικής θεοκρατίας, συνθήκη μόνο εκ πρώτης όψεως παράδοξη, διότι ο σιιτισμός περιστρέφεται γύρω από τη θεματική του «κρυμμένου ιμάμη».
Μετά το πρώτο, συντριπτικό χτύπημα, το καθεστώς αναδιοργανώθηκε σε ένα μοντέλο αποκεντρωμένο και πολυκεντρικό. Πολλοί πυρήνες, με ένα επιμερισμένο οπλοστάσιο και στόχο τη μεγιστοποίηση της οικονομικής και πολιτικής φθοράς του αντιπάλου. Πλήγματα στα κρατίδια του Κόλπου, κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, και αναταραχή στην παγκόσμια οικονομία. Είναι σαν το καθεστώς να είπε στους αντιπάλους του: «χάνω, αλλά θα σας πάρω μαζί μου στο σπιράλ της πτώσης».
Ο Τραμπ ισχυριζόταν εξ αρχής ότι η Αμερική έχει θωρακιστεί σημαντικά απέναντι στους ιρανικούς εκβιασμούς. Κυρίως επειδή, λόγω του σχιστολιθικού πετρελαίου και του φυσικού αερίου, έχει καταφέρει να απαγκιστρωθεί ενεργειακά από τη Μέση Ανατολή. «Το πρόβλημα» επομένως «ήταν των υπολοίπων».
Ωστόσο, αυτή η άποψή του, «η Αμερική για τον εαυτό της», διατηρεί ένα έλλειμμα κατανόησης της δικής της ισχύος, ιδίως των διαστάσεών της που απορρέουν από το παγκόσμιο στάτους της υπερδύναμης. Και τέτοια είναι κατ’ εξοχήν η δύναμη του δολαρίου, η οποία προκύπτει από τη δυνατότητα των ΗΠΑ να λειτουργούν πολιτικοστρατιωτικά ως εγγυητής της παγκόσμιας σταθερότητας. Αυτό ακριβώς το στοιχείο αναποδογύρισε το Ιράν με τη στρατηγική του.
Η Αμερική, επομένως, μπροστά σε ένα παίγνιο αρνητικού αθροίσματος, βρέθηκε σε αδιέξοδο: Στο δίλημμα μεταξύ μιας χερσαίας επέμβασης μικρής κλίμακας, με υψηλό τίμημα σε ανθρώπινες ζωές, και μιας υποχώρησης που και θα έπληττε το παγκόσμιο κύρος των ΗΠΑ, και θα έβλαπτε ειδικότερα τις συμμαχίες της στην Μέση Ανατολή, τις πετρομοναρχίες του Κόλπου αλλά και το Ισραήλ.
Από αυτό το στρατηγικό αδιέξοδο βγήκαν οι ΗΠΑ μετά την εκεχειρία. Έστω και προσωρινώς, έστω και για όσο κρατήσει. Και η αλήθεια είναι πως κερδισμένοι βγήκαν γεωπολιτικά οι παίκτες που κινήθηκαν περισσότερο διαμεσολαβητικά: το Πακιστάν και η Κίνα, με την τελευταία να κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο, ώστε όλοι οι πόλοι του καθεστώτος να συμμορφωθούν με τη γραμμή της συνεννόησης. Μια Κίνα, η οποία, σιωπηρά αλλά αποφασιστικά, προβάλλεται πια ως εχέφρων δύναμη και στυλοβάτης της σταθερότητας, και σε αυτή τη βάση επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της οικονομίας και του νομίσματός της.
Ο τρίτος δρόμος, ένας ρεαλισμός από θέση αρχών
Το λάθος που διαπράττεται μέσω της ιδεοληπτικής πόλωσης είναι διττό.
Αφ’ ενός, η πρόσληψη της πραγματικότητας γίνεται σε αντιδιαστολή με το τί ισχυρίζονται οι «απέναντι». Η ανάλυση παίρνει έτσι τη μορφή της τυφλόμυγας.
Αφ’ ετέρου, υπάρχει εδώ ένας αναχρονισμός από τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου και τα ιδεολογικά του στρατόπεδα. Εδώ, δεν υφίσταται κανένα «ιδεολογικό μέτωπο» και όποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο χρησιμοποιεί ως πρόσχημα κάτι κουρέλια-υποκατάστατα ιδεολογιών. Διότι όσο αντιιμπεραλιστική είναι η ιρανική θεοκρατία άλλο τόσο πιστεύει ο Τραμπ στη δημοκρατία, τα δικαιώματα ή την κοσμικότητα.
Αντιθέτως, το πρόβλημα της αμερικανικής και ισραηλινής εκστρατείας εναντίον του Ιράν ήταν ότι δεν επεδίωξε μια συλλογικότερη αποδοχή και οικουμενικότερη αιτιολόγηση. Γιατί ο μεν Τραμπ προτάσσει έναν κυνικό ιμπεριαλισμό («θέλουμε τα πετρέλαιά σας»), το δε Ισραήλ επικαλείται μεν το δικαίωμα της επιβίωσης και την απειλή της ύπαρξής του από το καθεστώς του Ιράν, ωστόσο το εξαιρετικά ασύμμετρο των απαντήσεών του, ιδίως στον Λίβανο, τη Δυτική Όχθη, και τη Γάζα, το οδηγεί στην ύβρη, την απονομιμοποίηση και εν τέλει την απομόνωσή του, κάτι που εν τέλει θα πλήξει το ίδιο.
Το ζήτημα, λοιπόν, είναι η αποστράτευση από τους δύο πόλους και η ανάδειξη ενός «τρίτου δρόμου». Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρώπη, χώρες όπως ο Καναδάς, ένα μεγάλο μέρος του μη-δυτικού κόσμου με χαρακτηριστικά παραδείγματα της Ινδίας ή της Νοτίου Κορέας βαδίζουν επίσης στα βήματα αυτά.
Τα στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν αυτόν τον τρίτο δρόμο για εμάς, στην Ελλάδα, είναι τρία, και είναι στενά διαπλεκόμενα μεταξύ τους: είναι το εθνικό συμφέρον, η ευρωπαϊκή διάσταση, και οι θέσεις αρχής.
Θα αναφέρουμε επιγραμματικά ορισμένα στοιχεία που απηχούν στα τρία αυτά επίπεδα, αφήνοντας ανοιχτή την πραγμάτευσή τους για τη συνέχεια.
Το εθνικό συμφέρον. Ο ελλιμενισμός της Μπελαρά και των υπολοίπων σκαφών του πολεμικού ναυτικού στην Κύπρο, ως έμπρακτη ενσάρκωση του ενιαίου αμυντικού δόγματος των δύο ελληνικών κρατών, στάθηκε αναμφίβολα η πιο απτή θετική εξέλιξη της περιόδου. Μια δεύτερη, ότι η Ελλάδα κατάφερε και πρόβαλε την «έξυπνη» στρατιωτική της ισχύ, για να πλασαριστεί ως παράγοντας σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή, με τους Patriot στη Βόρειο Ελλάδα, την Κάρπαθο, και τη… Σαουδική Αραβία.
Μιλάμε όμως για σπαράγματα. Απουσιάζει ένα εθνικό όραμα που θα τα ενοποιήσει και που, κυρίως, θα αντιμετωπίσει το χάσμα μεταξύ εξωτερικών προκλήσεων και εσωτερικής πολιτικής, η οποία βολοδέρνει κάπου μεταξύ δίκης των Τεμπών, ΟΠΕΚΕΠΕ, παρακολουθήσεων, πληθωρισμού, κατάντιας της αντιπολίτευσης, ευρύτερης πολιτικής και πολιτιστικής καθίζησης.
Και απουσιάζει μια ολοκληρωμένη στρατηγική σκέψη, για να μας πει πώς θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα τις νέες προκλήσεις που αναδύονται, όπως αυτή η πιθανή νέα συνεργασία του «σουνιτικού τόξου» Τουρκίας-Αιγύπτου-Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας, που φαίνεται να θέλει να διαδραματίσει ευρύτερο ρόλο στην περιοχή.
Η Ευρώπη, που σήμερα μετεωρίζεται και ταλανίζεται, όχι γιατί είναι «γραφειοκρατική», «ανίκανη», και «καταδικασμένη», όπως θέλουν οι Τραμπ και Βανς, αλλά διότι πολλοί βασικοί παίκτες της, όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, δεν έχουν ακόμα αποφασίσει μεταξύ της εθνικής τους ατζέντας και της ευρωπαϊκής αυτοδυναμίας. Κάτι που φαίνεται πρωτίστως σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό ή η Τουρκία, που ορισμένοι την θέλουν να διαδραματίζει ενεργητικό ρόλο, ιδίως στο σενάριο μιας Ευρώπης που δεν έχει να περιμένει και πολλά πράγματα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Και εδώ τίθεται το ερώτημα της ελληνικής ευρωπαϊκής πολιτικής που θα αποτρέψει την περικύκλωση που επιχειρεί η Τουρκία μέσω ορισμένων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Μιας πολιτικής που ωστόσο δεν θα έχει μόνον αρνητικό πρόσημο (δηλαδή την αποτροπή των Τούρκων) αλλά θα εισηγείται επίσης μια προοπτική ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με ενισχυμένο τον ρόλο της ΕΕ στη Μεσόγειο, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, και με την Ελλάδα ως σημαντικό κόμβο αυτής της ενίσχυσης.
Και σε αυτήν την παράμετρο κρίσιμες είναι οι σχέσεις της Ελλάδας με το Ισραήλ, καθώς διαφαίνεται ότι η Αθήνα τείνει να αποκτήσει τη στενότερη σχέση με το Τελ Αβίβ από οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος της ΕΕ, έχοντας την ίδια στιγμή καλές σχέσεις με τους Άραβες, λόγω της ισορροπημένης τοποθέτησής της στο Παλαιστινιακό. Και αν κινήσεις όπως αυτή με τη Σαουδική Αραβία ή τα Εμιράτα λειτουργούν εξισορροπητικά, οι κινήσεις της Τουρκίας υπέρ του προαναφερόμενου σουνιτικού άξονα δείχνουν τις δυσκολίες που πλησιάζουν στον ορίζοντα. Και, φυσικά, όσο το Ισραήλ επιμένει να βυθίζεται βαθύτερα στις επιχειρήσεις στον Λίβανο, ή στην έξωση των Παλαιστινίων από τη Δυτική Όχθη και στο αδιέξοδο της Γάζας, τόσο πιο δύσκολο θα είναι για την Ελλάδα να καλλιεργήσει περαιτέρω τις σχέσεις της μαζί του.
Τέλος, μια νέα ατζέντα κινημάτων, ιδεολογιών, αιτημάτων αναδύεται μέσα από τις εμπειρίες όλων των κινημάτων που ανθίστανται στον ευρασιανικό ολοκληρωτισμό: στην Ουκρανία, στο Ιράν, στους Κούρδους, και στα λιγότερα γνωστά σε εμάς κινήματα στο Χονγκ Κονγκ, την Ταϊβάν, τη Νότια Κορέα, που ανθίστανται στον επεκτατισμό της Κίνας. Είναι κινήματα που ανανεώνουν τις ιδέες περί δημοκρατίας, έθνους, γυναικείας και ατομικής χειραφέτησης, πολιτικής ανεξαρτησίας, σε αντίθεση με την υπαρξιακή κρίση και την εξάντληση νοήματος όπου έχουν περιέλθει στις δυτικές μητροπόλεις.
Η Ουκρανία, φυσικά, βρίσκεται στην αιχμή αυτής της ιστορικής κίνησης, και όχι μόνον λόγω της σφοδρότητας του αγώνα που δίνει εναντίον του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Αλλά και γιατί είναι ο κατ’ εξοχήν φορέας ιδεολογικής ανανέωσης των δημοκρατικών αιτημάτων στην Ευρώπη, συνδυάζοντας την εθνική αυτοδιάθεση και την προάσπιση του πολιτιστικού εαυτού με το όραμα για μια ανεξάρτητη Ευρώπη, με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τη λαϊκή συμμετοχή κ.ο.κ. Άλλωστε, η ουκρανική αντίσταση στον ρωσικό επεκτατισμό επανέφερε στο προσκήνιο το αίτημα της άμυνας της Ευρώπης.
Ούτε είναι τυχαίο ότι στην Ουγγαρία η νίκη του Μαγιάρ εναντίον του καθεστώτος Όρμπαν –εξέλιξη που συνιστά μέγα πλήγμα στον ευρασιανισμό, στη διττή του έκφραση ως ιδεολογίας και γεωπολιτικής στρατηγικής– συντελέστηκε από ένα πλατύ πατριωτικό μέτωπο που ανέδειξε την ίδια σύνθεση αιτημάτων και πολιτικών αιχμών.
Στο δε Ιράν, είναι χαρακτηριστικό το πώς, μέσα από την κίνηση της ιρανικής κοινωνίας, διαμορφώνεται μια νέα εκδοχή του φεμινισμού, που δεν αποδομεί τα φύλα και βρίσκεται στον αντίποδα του μηδενιστικού εξτρεμισμού της woke ιδεολογίας.
Επειδή όμως μιλάμε για τη Μέση Ανατολή, αξίζει να κάνουμε εδώ μια ιδιαίτερη μνεία στους Κούρδους. Αυτή τη στιγμή, το ιρανικό Κουρδιστάν είναι η πιο σταθερή περιοχή στη Μέση Ανατολή. Διόλου τυχαία, φυσικά. Και συνιστά πλήγμα για την ειρήνευση και τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή το γεγονός ότι η Τουρκία επιβάλλεται στους Αμερικανούς και τους υπολοίπους, με συνέπεια να μην ακολουθούν οι Κούρδοι της Συρίας σε αυτά τα χνάρια, στο Κομπάνι και τον ευρύτερο Βορρά της Συρίας. Κι αυτό διότι μια τέτοια εξέλιξη θα βελτίωνε θεαματικά την κατάσταση στη χώρα, κόβοντας τη γενοκτονική ορμή του σουνιτικού τζιχαντισμού που επιμένει, παρ’ όλο το λίφτινγκ της παρούσας ηγεσίας της χώρας. Η αυτονομία των Κούρδων της Συρίας στα πρότυπα εκείνης του Ιράκ, λοιπόν, αποτελεί αίτημα αιχμής για όσους επιθυμούν τη σταθερότητα, την ειρήνευση και τη συνύπαρξη στην ευρύτερη περιοχή.
***
Το τρίπυχο του εθνικού συμφέροντος, της Ευρώπης και των αξιών, αποτελεί τη βάση και το σημείο αφετηρίας για την καλλιέργεια ενός «τρίτου δρόμου»: ενός δρόμου μεταξύ ενός Τραμπ, ο οποίος ολοένα και περισσότερο παριστάνει τον «Καίσαρα», ενσαρκώνοντας παράλληλα την αρπακτικότητα και τον γκανκστερισμό της Άγριας Δύσης, και μιας ιρανικής θεοκρατίας, λαομίσητης, απολυταρχικής, επεκτατικής, που τις τελευταίες δεκαετίες έχει εγκληματικές ευθύνες για την κλιμάκωση του «πολέμου των πολιτισμών» και την εξαφάνιση των αλλόδοξων από την ευρύτερη περιοχή.
Άρδην 16 Απριλίου 2026
