Άρδην τ. 84

Πώς οι ελληνικές τράπεζες διέσυραν το ευρώ

του Κλεομένη Λόππα

Άρδην, 84

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι ελληνικές τράπεζες ήταν μια μηδαμινή ασημαντότητα στο χρηματοπιστωτικό στερέωμα της Ευρώπης. Η βασική δομή του τραπεζικού συστήματος αποτελούνταν από την κρατική Εθνική Τράπεζα, η οποία διεκπεραίωνε τις ουκ ολίγες δοσοληψίες του κράτους με τους πολίτες (επιδόματα, αμοιβές, μισθοδοσίες, ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ.). Στον αντίποδα υπήρχε η Εμπορική Τράπεζα, επίσης κρατική, η οποία απευθυνόταν κυρίως σε επιχειρηματίες, και η Αγροτική Τράπεζα, που εξυπηρετούσε τον πολυπληθή τομέα της γεωργίας. Η ιδιωτική Τράπεζα Πίστεως ήταν ένα ελιτίστικο μικρομάγαζο με ισχνή παρουσία στην επαρχία, που προσπαθούσε να μπει σφήνα στον κρατικό «ανταγωνισμό». Θυμάται ακόμα κανείς με νοσταλγία τράπεζες όπως η ιστορική Ιονική, ή η Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης. Ίσως η πιο αξιόλογη ιδιωτική τράπεζα να ήταν η περιβόητη Τράπεζα Εργασίας. Κυκλοφορεί ακόμα ένας θρύλος στην πιάτσα των οικονομολόγων, ότι η τράπεζα αυτή αρνούνταν πεισματικά να προσλαμβάνει γυναικείο προσωπικό, καθώς πεποίθηση των ιδιοκτητών της ήταν ότι οι γυναίκες ήταν αντιπαραγωγικές και μόνιμη εστία προβλημάτων. Για την ιστορία, αξίζει να αναφέρουμε κάποιες ελαχιστότατες μονάδες, όπως η Interbank, η Εγνατία ή η Λαϊκή Τράπεζα, που όμως έμελλε να παίξουν ασύμμετρα καθοριστικό ρόλο στην άνοδο και την πτώση του ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία της σχετικότητας.

Όταν το 1996 ο κ. Σημίτης, εκ της αντιπολίτευσης του Ανδρέα Παπανδρέου, ανέλαβε τα ηνία της χώρας, βασιζόμενος σε μια συμμαχία με τον πάντοτε πληθωρικό κ. Πάγκαλο, οι τύχες της ελληνικής οικονομίας, και κατ’ επέκτασιν του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, έμελλε να αλλάξουν δραματικά. Θυμάμαι ακόμα, σε ένα βαρετό επιμορφωτικό σεμινάριο στελεχών μεγάλης ιδιωτικής τράπεζας, τους εκπαιδευτές να πίνουν νερό στο όνομα αυτού του μεγάλου οραματιστή.

Ο κ. Σημίτης, αν και προερχόμενος από τα σπλάχνα του ΠΑΣΟΚ, θα έλεγε κανείς ότι δεν είχε την παραμικρή σχέση με το κόμμα που τον ανέδειξε στο ισχυρότερο αξίωμα. Η πολιτική που ακολούθησε ήταν κατ’ ουσία νεοφιλελεύθερη, με έντονα στοιχεία θατσερισμού. Ο κ. Σημίτης ήταν κατά γενική ομολογία ένας χαμηλών τόνων, άξιος διαχειριστής. Για τους επικριτές του ήταν ατάλαντος και για τους υποστηρικτές του χαρισματικός. Η ουσία είναι ότι ο άνδρας αυτός είχε μέθοδο και ήξερε να πετυχαίνει τους στόχους που έθετε. Ένας από τους μεγάλους του στόχους ήταν η είσοδος της Ελλάδας στον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης (κάτι που μόνο ως ανέκδοτο κυκλοφορούσε πριν το 1996). Η βασική πολιτική επιλογή του γερμανοτραφούς πολιτικού για να πετύχει τον στόχο του ήταν η πρόσδεση της χώρας στον γερμανικό άξονα. Δεν είναι καθόλου τυχαίες, αναφορικά με τη σύνδεση της δραχμής στο ευρώ, ούτε η εμπλοκή της ΕΚΤ στη λογιστική τακτοποίηση του ελλείμματος, ούτε η ξαφνική στροφή του ελληνικού ΥΠΕΘΑ στους Γερμανούς προμηθευτές, για την αγορά υποβρυχίων, αρμάτων μάχης και αεροπλάνων.

Η είσοδος μιας φτωχής αγροτικής οικονομίας στην ευρωζώνη έμοιαζε με παραμύθι και πάντοτε αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από τους ρεαλιστές. Είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν δόθηκε ειλικρινής απάντηση στο ερώτημα του, πώς η ελληνική οικονομία των διαχρονικών υποτιμήσεων θα ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί τα πάμφθηνα αγροτικά προϊόντα μιας ελεύθερης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και πώς, με το αναμενόμενο εμπορικό έλλειμμα, θα αντιμετώπιζε τις ανάγκες ενός ολοένα και μεγαλύτερου χρέους. Ο κ. Σημίτης είχε τη λύση: Με την ανάπτυξη. Η θεωρία του έλεγε ότι, αν έβρισκε τρόπο να αυξάνει συνεχώς το ΑΕΠ της χώρας, τότε οι δείκτες του χρέους και του ελλείμματος θα παρέμεναν σταθεροί, παρά την τρομακτική αύξηση του χρέους σε πραγματικούς αριθμούς. (Πάντοτε ο κ. Σημίτης υπήρξε ένας μαιτρ της λογιστικής, που κάθε επιχειρηματίας θα επιθυμούσε να έχει στο δυναμικό του.) Πώς όμως θα μπορούσε μια οικονομία «κουτσό άλογο», να αυξάνει το ΑΕΠ; Σε αυτό τον γρίφο, ο πρώην πρωθυπουργός απάντησε με το μοναδικό πλεονέκτημα που του έδινε η είσοδος στην ευρωζώνη: Τα χαμηλά επιτόκια.

Μέχρι τότε, η ελληνική παραγωγή ήταν συνηθισμένη σε επιτόκια 15 – 20%, που απέρρεαν από το τέρας του πληθωρισμού και τον κίνδυνο των συνεχών υποτιμήσεων. Όταν λοιπόν τα επιτόκια κατρακύλησαν στο 5 – 7%, αυτό αποτέλεσε ένα θετικό σοκ. Ξαφνικά, οι Έλληνες επιχειρηματίες ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να βρίσκουν εύκολο και φθηνό χρήμα με 6% και να το μετατρέπουν σε πωλήσεις με κέρδη 25 – 30%, έχοντας καθαρό όφελος κοντά στο 20%, χωρίς να διακινδυνεύουν ή να δεσμεύουν ίδια κεφάλαια! Ομοίως, οι Έλληνες καταναλωτές διαπίστωσαν ότι μπορούν πολύ εύκολα να απολαμβάνουν ένα ονειρικό επίπεδο ζωής, δεσμεύοντας απλώς ένα μέρος του εισοδήματός τους, έναντι μελλοντικών υποχρεώσεων.

Βέβαια, για να φθάσουμε έως εκεί, έπρεπε να αλλάξει η δομή του τραπεζικού συστήματος, κάτι άλλωστε που απαιτούσε και η συνθήκη προσχώρησης στην ευρωζώνη. Στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, στήθηκαν απίστευτου μεγέθους ντηλ ανάμεσα στο κράτος και τους τραπεζίτες. Τα άλλοτε μικρομάγαζα είχαν ενισχυθεί σημαντικά, δημιουργώντας ισχυρούς ομίλους. Η τιποτένια Τράπεζα Πίστεως βρέθηκε, με δώρο την κρατική Ιονική Τράπεζα, να ξεπερνά τα μεγέθη της Εμπορικής. Η άσημη Interbank απορρόφησε την ισχυρή Εργασίας και έχτισε τη Eurobank. Η κρατικοδίαιτη Πειραιώς βρέθηκε να διοικεί την δεκαπλάσια σε μέγεθος Μακεδονίας Θράκης και η Εθνική πέρασε οριστικά στους ιδιώτες. Λίγο αργότερα, εμφανίστηκε από το πουθενά η Marfin, συνέχεια της ισχνής Λαϊκής Τράπεζας και της Εγνατίας.

Οι νέες ισχυροποιημένες τράπεζες χύθηκαν στην αρένα ενός αδυσώπητου ανταγωνισμού. Η προτροπή της κυβέρνησης διά μέσου της ΤΤΕ ήταν η διοχέτευση ζεστού χρήματος στην αγορά, η οποία εκτίνασσε την κατανάλωση στα ύψη και έσπρωχνε το ΑΕΠ καλύπτοντας τα ελλείμματα. Η διαδρομή του χρήματος ήταν έξυπνη: Οι τράπεζες αγόραζαν τα ομόλογα του δημοσίου και στη συνέχεια τα τοποθετούσαν ως ενέχυρο στην ΕΚΤ και έπαιρναν χαμηλότοκα δάνεια. Το πλεονάζον χρήμα έβγαινε πάλι στην αγορά με τη μορφή δανείων και τα κέρδη επενδύονταν στη βαλκανική αγορά. Αλβανία, Βουλγαρία και Ρουμανία γέμισαν με ελληνικές τράπεζες, ενώ τα πλοκάμια τους έφθασαν ακόμα και στη Σερβία, την Πολωνία και την Τουρκία!

Όταν οι χρηματοδοτήσεις των επιχειρήσεων έφθασαν σε κορεσμό, οι τράπεζες ανακάλυψαν τα ακίνητα. Τα ακίνητα, και τα στεγαστικά δάνεια που τα συνόδευαν έδιναν διπλό όφελος στις τράπεζες. Πρώτον, παρείχαν σημαντική εξασφάλιση έναντι των επιχειρηματικών, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς και τις υπεραξίες τους, και δεύτερον, γιγάντωναν το ενεργητικό των τραπεζών, πράγμα που επέτρεπε ακόμα πιο εύκολες χρηματοδοτήσεις από την ΕΚΤ.

Αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία στο πώς οι τράπεζες διαχειρίστηκαν τον τομέα των ακινήτων, καθώς ήταν ο τομέας που τελικά πρόδωσε τις προσδοκίες τους.

Οι τράπεζες είχαν κυριολεκτικά λυσσάξει να δίνουν στεγαστικά δάνεια και ανακάλυπταν έξυπνους τρόπους για να παρακάμπτουν τις οδηγίες της ΕΚΤ και της ΤΤΕ. Αρχικά αύξησαν τη διάρκεια των στεγαστικών στα 40 χρόνια, ώστε να είναι εύκολη η αποπληρωμή τους από τους υπαλλήλους. Εάν κάποιος πελάτης ήταν μεγάλης ηλικίας, ξεπερνούσαν τον σκόπελο βάζοντας εγγυητή ένα νεώτερο μέλος της οικογένειας, ακόμα και αν αυτός ήταν ένας απλός φοιτητής, χωρίς εισόδημα. Αν, αντίθετα, το πρόβλημα ήταν το δηλωθέν εισόδημα του πελάτη, τότε είτε συμπλήρωναν επί τόπου ένα φουσκωμένο εικονικό Ε1 για τα χαρτιά του δανείου (το οποίο ο πελάτης στη συνέχεια αναθεωρούσε στην εφορία), είτε έβαζαν εγγυητή έναν παππού 80 χρονών, χρησιμοποιώντας το εκκαθαριστικό του.

Η απληστία τους δεν σταμάτησε εκεί. Για να προσελκύσουν πελάτες, μηδένισαν τα έξοδα του δανείου και έφθασαν στο σημείο να πληρώνουν οι ίδιες τα έξοδα προσημείωσης στα υποθηκοφυλάκεια. Ακόμα υπέγραψαν συμβάσεις με χιλιάδες επιχειρηματίες, όπως μηχανικούς, συμβούλους και εργολάβους, ώστε αυτοί να στέλνουν τους πελάτες τους για δάνειο. Η αμοιβή τους ήταν από 1 έως 1,5% επί του δανείου. Αναρωτιέται εύλογα κανείς γιατί οι τράπεζες έμπαιναν αποδεδειγμένα μέσα και συνέχιζαν αμείωτα τη χορήγηση στεγαστικών. Η απάντηση έχει να κάνει με τις υπεραξίες. Καθώς η τεχνητή ζήτηση λόγω των δανείων αύξανε τις τιμές των ακινήτων, οι τράπεζες έγραφαν τεράστιες υπεραξίες στο ενεργητικό τους και μπορούσαν με τον τρόπο αυτό να αντλούν φθηνά κεφάλαια. Όσα έχαναν από τα στεγαστικά, το κέρδιζαν από τη σπέκουλα των κρατικών ομολόγων.

Όταν και αυτή η αγορά όδευε προς κορεσμό, οι τράπεζες σκαρφίστηκαν νέους τρόπους. Προσέγγιζαν επιχειρηματίες, οι οποίοι, εν μέσω καταναλωτικής έξαρσης, διψούσαν για φθηνό χρήμα. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η επιχειρηματική αγορά, κάπου στο 2006, είχε φθάσει σε ένα ανώτατο όριο χρηματοδοτήσεων, το οποίο ορίζεται από τις εξασφαλίσεις που προσφέρει ο επιχειρηματίας σε αντάλλαγμα. Καθώς λοιπόν είχαν όλοι προσημειώσει και το τελευταίο διαθέσιμο ακίνητο («αξιοποιώντας» την ακίνητη περιουσία τους, αφού τα νέα δανεικά τους έφερναν νέα κέρδη), η αγορά άρχιζε να στεγνώνει. Οι τράπεζες λοιπόν τότε πρότειναν στους πελάτες τους την αγορά ενός νέου ακινήτου.

Δείτε πώς γινόταν το ντηλ:

Ένας εργολάβος πουλούσε ένα υπό κατασκευήν ακίνητο σε πολύ καλή τιμή (ας πούμε 150.000 ευρώ), προκειμένου να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση του υπόλοιπου έργου. Η τράπεζα έδινε οδηγίες στον εκτιμητή της να εκτιμήσει το ακίνητο για 200.000 ευρώ. Ο ανυποψίαστος επιχειρηματίας συνήπτε ένα δάνειο για 200.000 ευρώ, έδινε τα 150.000 στον εργολάβο και με τα υπόλοιπα 50.000 έκανε τη δουλειά του. Το δόλωμα ήταν και πάλι οι υπεραξίες. Ο πελάτης – θύμα ήταν βέβαιος πως, όταν τελείωνε το ακίνητο, θα μπορούσε να το πουλήσει 200.000 ευρώ, οπότε θα κέρδιζε ουσιαστικά το υπόλοιπο. Για να ξεπεραστεί το θέμα του «υπό κατασκευήν», οι τράπεζες επιστράτευαν πάλι τους μηχανικούς τους, οι οποίοι εμφάνιζαν το έργο στις εκθέσεις τους τελειωμένο. Υπάρχει ήδη μια τέτοια βεβαιωμένη υπόθεση της Alpha Bank σε παραθεριστικές κατοικίες της Χαλκιδικής.

Όταν ξέσπασε η κρίση, η συγκεκριμένη τράπεζα απέλυσε τον εκτιμητή της, ο οποίος διηύθυνε την αντίστοιχη θυγατρική της τράπεζας στη Θεσσαλονίκη, μετέθεσε τον «δραστήριο» διευθυντή του υποκαταστήματος, αλλά, για κακή της τύχη, οι εξαπατημένοι πελάτες την έχουν ήδη σύρει στα δικαστήρια.

Με το τέχνασμα των ακινήτων, οι τράπεζες έφθασαν να έχουν ενεργητικό μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της Ελλάδας. Το επόμενο βήμα τους ήταν οι λεγόμενες «τιτλοποιήσεις» των δανείων. Τι σημαίνει αυτό σε απλά ελληνικά: Η τράπεζα συγκεντρώνει ένα μεγάλο μέρος των δανείων που έχει δώσει (π.χ. καταναλωτικά αυτοκινήτων, στεγαστικά), τα κάνει ένα ωραίο μπουκέτο και τα προσφέρει στη διατραπεζική αγορά (μια αγορά από την οποία η μία τράπεζα δανείζει την άλλη σε παγκόσμια κλίμακα), προκειμένου να εξασφαλίσει ζεστό χρήμα. Για να πετύχει καλό επιτόκιο, θα πρέπει να έχει ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια (μεγάλο ενεργητικό στη συγκεκριμένη περίπτωση) και υψηλή βαθμολογία από τους οίκους αξιολόγησης.

Αυτή η νέα ευκαιρία ώθησε τις τράπεζες σε μια πλειοδοσία δανειοδοτήσεων. Κατά το πρότυπο των στεγαστικών, δόθηκαν προμήθειες σε όλους τους αντιπροσώπους καινούριων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ανακαλύφθηκαν τα ανοιχτά καταναλωτικά δάνεια (5χιλ έως 50 χιλ ευρώ χωρίς εξασφαλίσεις και χωρίς δικαιολογητικά) και μοιράστηκαν προεγκεκριμένες πιστωτικές κάρτες ακόμα και στις νοικοκυρές.

Αυτή η απίστευτη φούσκα έμελλε να σκάσει άδοξα τον μοιραίο Οκτώβριο του 2008. Η ευθύνη βαραίνει σχεδόν αποκλειστικά τις τράπεζες, με την παρότρυνση του κ. Σημίτη, ο οποίος απλώς εκτελούσε το φιλόδοξο σχέδιό του για μια αειφόρο ανάπτυξη. Βασικός αρωγός υπήρξαν οι μεγάλες ξένες πολυμμετοχικές εταιρείες, τις οποίες προσήλκυσε στην Ελλάδα η παρελκυστική πολιτική του πρώην πρωθυπουργού.

Τον μοιραίο Οκτώβρη, οι τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια διαφαινόμενη κατάρρευση του ενεργητικού τους. Γιατί όμως; Γιατί η κατάρρευση των αμερικανικών τραπεζών συντελέστηκε λόγω της απότομης απομείωσης της αξίας των ακινήτων στις ΗΠΑ. Αυτό ερμηνεύθηκε (σωστά) από τις αγορές ότι θα είχε άμεσες επιπτώσεις στην αντίστοιχη αγορά της Ευρώπης. Μέσα σε μια νύχτα, η διατραπεζική αγορά πάγωσε και τα επιτόκιά της ανέβηκαν στα ύψη. Ξαφνικά, οι ελληνικές τράπεζες ήρθαν αντιμέτωπες με μια απότομη διακοπή της ρευστότητάς τους.

Η πρώτη τους αντίδραση ήταν (ξανά σωστά) να σταματήσουν κάθε χρηματοδότηση, γιατί πλέον κάθε χρηματοδότηση τους έβαζε μέσα. Έπρεπε, με έναν μαγικό τρόπο, στη ζυγαριά του ισολογισμού τους, στο σύστημα κεφαλαιακής τους επάρκειας, να μεταφέρουν ποσά από τις χρηματοδοτήσεις στις καταθέσεις ή στα ίδια κεφάλαια. Καθώς λοιπόν κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει ούτε με αύξηση των καταθέσεων (πού να τις βρεις), ούτε με πώληση στοιχείων του ενεργητικού (οι τιμές έπεσαν κατακόρυφα), επιλέχθηκε σπασμωδικά η κατακράτηση των χορηγήσεων.

Η ενέργεια αυτή είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να καταρρεύσει η οικοδομική αγορά και η αγορά αυτοκινήτου, με άμεσες δυσμενείς συνέπειες σε χιλιάδες Έλληνες επιχειρηματίες. Ένα κύμα σφραγισμένων επιταγών και παύσης πληρωμών σάρωσε το εμπόριο και εκμηδένισε τα κρατικά έσοδα. Το έλλειμμα ανέβηκε στα ύψη, πράγμα που προξένησε την προσοχή των οίκων αξιολόγησης. Τα σπρεντ άρχισαν να ανεβαίνουν ανησυχητικά.

Η διάσωση ή έστω η παράταση ζωής των ελληνικών τραπεζών απαιτούσε τεράστια κεφάλαια, τα οποία αδυνατούσε να εξασφαλίσει η κυβέρνηση. Η προσωρινή λύση δόθηκε από την ΕΚΤ, η οποία ανέλαβε τη συντήρηση των τραπεζών μέσω εγγυήσεων του ελληνικού κράτους, μέχρι να δοθεί μια λύση στο πρόβλημα.

Καθώς η κρίση θέριευε, εμφανίστηκαν τέσσερις ωρολογιακές βόμβες στα θεμέλια του παραφουσκωμένου χρηματοπιστωτικού συστήματος:

1. Οι καταθέσεις εξανεμίζονταν, είτε παίρνοντας τον δρόμο για ασφαλή καταφύγια του εξωτερικού, είτε απλώς επειδή κάπως έπρεπε να συντηρηθούν τα νοικοκυριά. Η φυγή των καταθέσεων έγινε πονοκέφαλος, καθώς οι τράπεζες έπρεπε να εξασφαλίζουν τα διαφυγόντα κεφάλαια με νέο δανεισμό, προκειμένου να διατηρηθεί η κεφαλαιακή τους (αν)επάρκεια σε αποδεκτά, για την ανήξερη ΕΚΤ, επίπεδα.

2. Οι άπληστες χρηματοδοτήσεις του παρελθόντος μετατρέπονταν σε μπούμερανγκ, καθώς ολοένα και περισσότεροι επιχειρηματίες και νοικοκυριά αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, είτε επειδή έκλειναν οι επιχειρήσεις και συρρικνωνόταν ο τζίρος, είτε επειδή τα μέτρα της κυβέρνησης περιόριζαν καθοριστικά τη δυναμική των νοικοκυριών. Αυτή η δυσμενής κατάσταση αντανακλούσε στη ρευστότητα των τραπεζών, πρώτον γιατί περιόριζε σημαντικά τη δυνατότητα εύρεσης ρευστού και δεύτερον γιατί έπρεπε να εγγράφουν συνεχώς δάνεια στους κόκκινους κωδικούς, άρα να δεσμεύουν μεγαλύτερο ποσοστό από τα ίδια τα κεφάλαιά τους. Προσωρινά, η κατάσταση αντιμετωπίστηκε με συνεχείς αναχρηματοδοτήσεις και ρυθμίσεις δανείων. Η βόμβα θα σκάσει όταν παρέλθει η ισχύς των ρυθμίσεων και οι δανειολήπτες θα εξακολουθούν να αδυνατούν να ανταποκριθούν. Επίσης, οι τράπεζες εξαναγκάστηκαν σε αυξήσεις του μετοχικού τους κεφαλαίου προκειμένου να «τακτοποιηθεί» το πρόβλημα λογιστικά.

3. Τα κρατικά ομόλογα, χάρη στα οποία οι ελληνικές τράπεζες έκτισαν τις βαλκάνιες αυτοκρατορίες τους, έμελλε να είναι η ταφόπλακά τους. Τα ομόλογα αυτά έχουν ήδη χάσει το 30% της αξίας τους, ενώ όλοι ξέρουν πως, αν επιχειρηθεί μια σοβαρή εξυγίανση του ελληνικού χρέους, το «κούρεμα» πρέπει να είναι της τάξης του 50 – 60%. Το πρόβλημα με τα ομόλογα αυτά δεν είναι τόσο η επαπειλούμενη ζημία στην κερδοφορία (αστεία πράγματα) των τραπεζών, αλλά το ότι αποτελούν δομικά στοιχεία του ενεργητικού τους. Η κατάσταση αυτή μέχρι στιγμής έχει αντιμετωπιστεί λογιστικά, καθώς η ΕΚΤ επιτρέπει (για πόσο ακόμα;) στις τράπεζες να αποτιμούν τα ομόλογα στις ονομαστικές τους αξίες. Μια ενδεχόμενη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα εξαναγκάσει τις τράπεζες να αναθεωρήσουν την αξία του ενεργητικού τους, πράγμα το οποίο θα τις καταστήσει οριστικά μη βιώσιμες, με οποιαδήποτε διεθνή ή ευρωπαϊκά πρότυπα. Εδώ βρίσκεται και η ουσία του καυγά μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Η Γερμανία επιμένει σε άμεση αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και η Ελλάδα αντιπροτείνει ημίμετρα όπως επιμήκυνση, επαναγορά χρέους ή ευρωομόλογα. Ο λόγος είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θέλει να παραδεχθεί ότι το τραπεζικό της σύστημα κατέρρευσε. Πολλοί θα σκεφθούν κακοπροαίρετα ότι η κυβέρνηση επιθυμεί να προστατεύσει συμφέροντα και διαπλοκές με τους τραπεζίτες. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι τυχόν κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών θα έχει άμεσες συνέπειες στις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών (όσες έχουν απομείνει) και των ασφαλιστικών ταμείων, πράγμα που προφανώς θα είναι πολιτικά μη διαχειρίσιμο από οποιαδήποτε κυβέρνηση.

4. Αν όλα αυτά ακούγονται τρομακτικά, δεν είναι τίποτα μπροστά στην πυρηνική βόμβα των ακινήτων, που απειλεί να τινάξει στον αέρα όλο το σύστημα του ευρώ. Σπαταλήσαμε αρκετό χώρο για να περιγράψουμε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες όλο το βρόμικο παιχνίδι γύρω από τα στεγαστικά δάνεια. Κάποιοι σοβαροί αναλυτές χτυπούν τα κεφάλια τους στον τοίχο, καθώς δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα της ύφεσης δεν έχουν πέσει. Αγνοώντας το γαργαλιστικό παρασκήνιο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι εργολάβοι δεν επιθυμούν να καταγράψουν απώλειες, αλλά περιμένουν να πουλήσουν μετά το τέλος της ύφεσης. Αυτή η εξήγηση είναι σε γενικές γραμμές σωστή. Όμως η πλειονότητα των ελληνικών εμπορικών ακινήτων είναι προσημειωμένη στις τράπεζες από την εποχή της αφθονίας. Πολλοί κάτοχοι ακινήτων όλο αυτό το διάστημα προσπάθησαν να πουλήσουν. Ανατρέχουμε στο παράδειγμα με τον επιχειρηματία και το δάνειο των 200.000 ευρώ. Ο επιχειρηματίας γνωρίζει, από τους μεσίτες που συνεργάζεται, ότι το ακίνητο που κατέχει, ναι μεν του κόστισε 150.000 ευρώ, αλλά σήμερα η αξία του, λόγω της εσωτερικής υποτίμησης είναι 120.000 ευρώ, χωρίς να είναι σίγουρο ότι θα βρεθεί αγοραστής. Ο επιχειρηματίας απευθύνεται στην τράπεζα και ζητάει την άρση της προσημείωσης με την καταβολή 120.000, δεχόμενος να ρυθμίσει το υπόλοιπο 80.000 ευρώ που χρωστάει. Η απάντηση της τράπεζας είναι κάθετα αρνητική. Αν η τράπεζα αρχίζει να εγγράφει απώλειες της τάξεως του 40% στο ενεργητικό της, είναι για φούντο. Αν κάποια αρχή (ΤΤΕ, ΕΚΤ) υποχρέωνε τις τράπεζες σε αναπροσαρμογή των αξιών των ακινήτων, όπως έγινε στις ΗΠΑ, λίγο πριν την κατάρρευση της Λίμαν, αυτό θα ισοδυναμούσε με την οριστική απώλεια της πλειονότητας των ευρωπαϊκών τραπεζών και θα απαιτούσε κεφάλαια ύψους τουλάχιστον 3 τρις ευρώ για την αποτροπή της.

Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πώς η Τράπεζα Καλαμών, ένα μικρό γραφείο χρηματοδοτικών διευκολύνσεων, μέσα από τα πλοκάμια ενός ασύδοτου συστήματος βρίσκεται πολύ κοντά στο να διαλύσει την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και να καταδικάσει σε πολύχρονες περιπέτειες εκατομμύρια αθώους ανθρώπους.

Είναι αυτονόητο ότι οι πολιτικοί της Ευρώπης και ιδιαίτερα της Γερμανίας είναι απολύτως ενήμεροι για τον κίνδυνο. Το μεγάλο δίλημμα για τους Γερμανούς είναι αν τελικά θα ρισκάρουν μια ενωμένη (έστω λειψή) Ευρώπη, ή αν θα προτιμήσουν τη σιγουριά μιας αυτόνομης πορείας. Η απάντηση θα είναι πολιτική και θα την έχουμε στις οθόνες μας πιθανότατα στα τέλη Μαρτίου.

Για τη χώρα μας οι επιλογές είναι περιορισμένες. Οι φιλότιμες (;) προσπάθειες του οικονομικού επιτελείου είχαν ως μόνο στόχο την (πανάκριβη) αγορά χρόνου. Χωρίς ουσιαστικές προτάσεις, χωρίς πολιτικές αποφάσεις, χωρίς ρεαλισμό, οδεύουν προς το τέλος μιας ιδιότυπης περιόδου χάριτος, Η ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματός μας αναδεικνύεται πλέον σε πιο ρεαλιστική βάση και αναμένουν απάντηση (και κρίσιμη πολιτική τοποθέτηση ευθύνης) ερωτήματα όπως:

• Πώς θα αντιμετωπίσουμε την κατάρρευση των τραπεζών μας

• Θα επιμείνουμε στο ευρωπαϊκό όνειρο και με ποιους όρους

• Αν αποφασίσουμε μια αυτόνομη πορεία, ποιο είναι το σχέδιό μας

* Ο Κλεομένης Λόππας είναι συγγραφέας. Υπήρξε στέλεχος μεγάλης ιδιωτικής τράπεζας στη δεκαετία του ’90 και οικονομικός διευθυντής μεγάλης κατασκευαστικής εταιρείας, μέχρι την κατάρρευση του κλάδου. Το βιβλίο του με τίτλο The shipwreck of Antikythera, κυκλοφορεί στις ΗΠΑ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*