Άρδην τ. 81

Ανοικτή Επιστολή Αυτά που δεν μας είπαν ποτέ: Πoύ πήγαν τα λεφτά; Γιατί υποδουλώθηκε η χώρα;

Προς
Αξιότιμο κύριο Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Αρχηγούς κομμάτων
Βουλευτές του ελληνικού Κοινοβουλίου

Κύριε Πρόεδρε,
Όλοι οι Έλληνες σήμερα και εσείς προσωπικά  έχουμε ένα ερώτημα: πώς φτάσαμε ως εδώ;
Μια ομάδα αναλυτών, με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και του Λογιστηρίου του Κράτους, αποφασίσαμε να δώσουμε μια απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Αποδεχόμαστε πλήρως την κριτική που θα ακουστεί ως προς την προσέγγιση και την ακρίβεια των αριθμών μας. Όποιος επιθυμεί να την αμφισβητήσει, όμως, ας το κάνει με στοιχεία. Σας εγγυόμαστε ότι κανείς δεν θα μπορέσει να αμφισβητήσει τα συμπεράσματα.
Η επιστολή άλλωστε κοινοποιείται και στους πολιτικούς αρχηγούς της σημερινής βουλής, από σεβασμό στο δημοκρατικό πολίτευμα. Ας βάλουν τους αναλυτές τους να αντιπαραβάλουν τα στοιχεία τους (αυτά που δεν τόλμησαν ποτέ να φέρουν στο φως της δημοσιότητας, για να προστατεύσουν τους υπαίτιους που, δυστυχώς, φαίνεται ότι αποτελούν τον πυλώνα του πολιτικού συστήματος και χρήζουν προστασίας).
Δεν θα συμπεριλάβουμε τα «σκάνδαλα», αφού κάθε μία από τις αιτίες έχει πίσω της ακριβείς αποφάσεις με υπουργικές υπογραφές. Συγκεκριμένες υπογραφές που ταυτοποιούνται με πρόσωπα ανάλογα την ημερομηνία. Όπως θα δείτε, μεταφέρουμε τα συμπεράσματα σε απλή γλώσσα, χωρίς κραυγές και αφορισμούς, αφού κύριος αποδέκτης είναι όχι το πολιτικό σύστημα, αλλά οι Έλληνες πολίτες που έχουν συνηθίσει να ακούν περίτεχνες αναφορές, γραμμένες από διάφορους «σοφούς».
Τέσσερις είναι οι κυρίες αιτίες που οδήγησαν την Ελλάδα  σ’ αυτό  το σημείο με σειρά βαρύτητας:
1. η  κακοδιαχείριση των συνταξιοδοτικών ταμείων
2. η  κακοδιαχείριση του αναπτυξιακού πυλώνα της οικονομίας
3. η  φοροδιαφυγή
4. η χρηματοδότηση των τραπεζών με 43 δισεκατομμύρια ευρώ
Το σημερινό χρέος της Ελλάδος είναι 300 δισεκατομμύρια ευρώ. Η  ανάλυση μάς δείχνει ότι οι «επιχορηγήσεις» στα συνταξιοδοτικά ταμεία (εκτός των δημοσίων υπάλληλων) από τον κρατικό προϋπολογισμό, από το 1998 μέχρι το 2009, είναι 104 δισεκατομμύρια ευρώ.
Με απλά λόγια, τα ταμεία, που έπρεπε να είναι αυτοχρηματοδοτούμενα από τις εισφορές των εργαζομένων και τις επενδύσεις τους, δεν είχαν και δεν έχουν τους πόρους να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους – συντάξεις, ιατρική περίθαλψη κτλ. Έτσι το κράτος αναγκάστηκε να τα χρηματοδοτήσει. Το 2009, το ποσό της χρηματοδότησης  ήταν 30% του προϋπολογισμού. (Πίνακας 1.)
Το παράδοξο είναι ότι φτάσαμε στο σημείο όπου το έλλειμμα των ταμείων είναι μεγαλύτερο από τους τόκους. (Πίνακας 2.)
Γιατί όμως φτάσαμε ως εδώ;
Είναι πολλές οι αιτίες που τα ταμεία έχουν κυριολεκτικά καταρρεύσει και πιστεύουμε ότι υπεύθυνοι διαχρονικά είναι οι πολιτικοί,  διότι, ενώ τους εμπιστευτήκαμε να διαχειριστούν με ευθύνη τα λεφτά που ο εργαζόμενος, ο επιχειρηματίας, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο αγρότης τους έδωσε, αντί αυτού χρησιμοποιήθηκαν για πολιτικούς και οικονομικούς αυτοσκοπούς.
α) Μεγάλες απώλειες στο Χρηματιστήριο. Μια μικρή ομάδα του χρηματοπιστωτικού τομέα, σε συνεργασία με τους πολιτικούς, υποχρέωσε  άπειρους διευθυντές να παίξουν ένα παιχνίδι, όπου οι αντίπαλοι ήταν η ελίτ των διεθνών χρηματιστηριακών οίκων με καταστροφικές συνέπειες για τα ταμεία. (Μία ελίτ διαχρονικά στο απυρόβλητο. Για κάθε απόφαση όμως υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία, ποσά, υπογραφές και ημερομηνίες.)
β) Το ίδιο σενάριο σε μικρότερο βαθμό επαναλήφθηκε με τα δομημένα ομόλογα. Ομοίως.
γ) Δάνεια από τα ταμεία στις τράπεζες, άτοκα ή με 2%, όταν τα επιτόκια ήταν 25%.  Η πολιτεία διαχρονικά διαμόρφωσε μια επενδυτική πολιτική κομμένη και ραμμένη στο συμφέρον του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και όχι των ταμείων. (Πάλι κάθε εκχώρηση με υπογραφές, ποσά και ημερομηνίες.)
δ) Συνταξιοδότηση ατόμων χωρίς εισφορές, πολιτικές αποφάσεις για πελατειακή εξυπηρέτηση.
ε) Πρόωρες συνταξιοδοτήσεις τη δεκαετία του ’80 και ’00, ομοίως.
Συγχρόνως, τα ταμεία έπρεπε να διαχειριστούν και τον κλάδο υγείας, όπου η διαφθορά στα νοσοκομεία και γενικά στον χώρο υγείας ήταν γνωστή. Και σ’ αυτή την περίπτωση, κανένα αποτελεσματικό μέτρο δεν εφαρμόστηκε για να σταματήσει  την αιμορραγία.
Την ίδια στιγμή, η πολιτεία και οι πολιτικοί φάνηκαν αδύναμοι, ή μάλλον έκλεισαν το μάτι σε χιλιάδες περιπτώσεις κατάχρησης των ταμείων από επιτήδειους, που πίστεψαν ότι, κλέβοντας τα ταμεία με παράνομες συντάξεις, ήταν οι «έξυπνοι». Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι έκλεβαν τα παιδιά τους;
Και τι έκανε η πολιτεία διαχρονικά; Αντί να στελεχώσουν τα ταμεία με άτομα που θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στα μεγάλα προβλήματα που υπήρχαν –με λίγες εξαιρέσεις– έβαλαν άσχετους και αχυράνθρωπους για να μπορέσουν να κάνουν αυτό που εκείνοι ήθελαν. Ρωτήστε, κύριε Πρόεδρε, τα ποσά που χάθηκαν από τα αποθεματικά του ΙΚΑ από το 1998 έως το 2008.
Κύριε Πρόεδρε,
Υπάρχει ένα μεγάλο διαχρονικό έγκλημα. Η πολιτεία με δανεισμό 100 δισ. –μέχρι σήμερα– προσπαθεί να καλύψει και συνεχίζει να καλύπτει όλες τις ελλείψεις, παραλείψεις και σκόπιμες πράξεις (κακουργηματικές σε πολλές περιπτώσεις) του μεγαλύτερου πολιτικοοικονομικού σκανδάλου της μεταπολίτευσης.
Και είναι ακόμα μεγαλύτερο το έγκλημα διότι, αντί να το ομολογήσουν –δεδομένου ότι είναι γνωστό προ πολλού– έσπερναν ψεύτικες ελπίδες ότι χρήματα υπάρχουν προσπαθώντας ίσως να καλύψουν τη δικιά τους ενοχή, τη στιγμή που θα έβγαινε στο φως η αλήθεια.
Για τις άλλες αιτίες, το μοντέλο ανάπτυξης, φοροδιαφυγή και δάνεια στις τράπεζες, έχουμε απόψεις και όχι συμπεράσματα, αλλά θα μας κάνετε την τιμή να τις καταθέσουμε μια και δουλέψαμε αρκετό χρόνο για να τις διαμορφώσουμε.
Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια,  συγκεντρώθηκε σε έναν ή το πολύ δύο κλάδους και αυτή είναι η δεύτερη αιτία του μεγάλου χρέους. Σύνολο  95 δισ. σε «δημόσιες επενδύσεις» ήταν στην πλειονότητα σε μη παραγωγικές μελλοντικά δραστηριότητες – δρόμους, κτίρια, γέφυρες. (Πίνακας 3.)
Αυτές οι επενδύσεις, αν και δημιουργούσαν αύξηση του ΑΕΠ στη χρονιά που υλοποιούνταν τα έργα, δεν είχαν καμία μελλοντική προοπτική. Ενδεικτικό πόσο μονόπλευρεςυπήρξαν αυτές οι επενδύσεις, είναι ότι η Ελλάδα ήταν, το 2000-2006, 53η στον κόσμο για επενδύσεις στην έρευνα και τεχνολογία, κάτω από τη Μοζαμβίκη. Αυτή είναι η αλήθεια για τη μεγάλη ληστεία που βαφτίστηκε «ισχυρή Ελλάδα».
Έτσι λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, δημιουργήσαμε μια οικονομία που δεν παράγει τίποτα. Και οι αριθμοί το επιβεβαιώνουν. Το 1995, ο ΦΠΑ, σαν ποσοστό του ΑΕΠ, ήταν 13% και σήμερα είναι 10%. Βλέπετε, δεν παράγουμε προστιθέμενη αξία. Το αγοράζουμε και το πουλάμε. (Πίνακας 4.)
Η κύρια αιτία για την αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης είναι κατά την άποψή μας οι πελατειακές σχέσεις των πολιτικών με ένα κλειστό κύκλο οικονομικών παραγόντων που απαιτούσαν τη μερίδα του λέοντος. Μέχρι εδώ τίποτα διαφορετικό από άλλες χώρες. Στη δική μας περίπτωση, όμως, τα έπαιρναν όλα χωρίς να υπάρχει περίπτωση κάποιος άλλος να μπορεί να ανταγωνιστεί. Ήταν και είναι το μεγαλύτερο από τα «κλειστά επαγγέλματα». Χρησιμοποιώντας στοιχεία της ΕΕ και διεθνείς μελέτες σε παρόμοιες περιστάσεις, αυτό το μονο-ολιγοπώλιο κόστισε στην οικονομία μας γύρω στα  20 με 30 δισεκατομμύρια.  (σσΟ: Η πλέον φρικτή διαπίστωση είναι ότι αυτή η «ελίτ», αυτός ο κλειστός κύκλος, ουδέποτε λειτούργησε παραγωγικά για να δημιουργήσει έστω και μία υποδομή δημιουργίας. Πλούτιζε φτιάχνοντας δρόμους και έργα «συγχρηματοδοτούμενα». Πλούτιζε υπερτιμολογώντας τα. Πλούτιζε δίνοντας υπεργολαβίες σε κοινούς μαφιόζους και δουλέμπορους για να εκμηδενίζει το κόστος. Πλούτιζε από την εκμετάλλευσή τους. Δεν χρειάστηκε ποτέ να επενδύσει σε έρευνα και ανάπτυξη, αρκούσε η κυριαρχία στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης με κάθε κόστος και κάθε τρόπο.)
Σημειώστε ότι κάθε παράγοντας βιομηχανικής παραγωγής εξοντώθηκε ή εξαναγκάστηκε σε μεταπρατική λειτουργία προκειμένου να επιβιώσει.
Φυσικά και άλλοι παράγοντες, που δημιούργησε η πολιτεία, συνετέλεσαν σ’ αυτήν την συρρίκνωση:
α) Γραφειοκρατία φτιαγμένη έτσι που να διώχνει και όχι να προσελκύει επενδύσεις, καινοτομίες και δημιουργικότητα. Αλλά δεν φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι. Η άποψή μας για τον δημόσιο τομέα είναι ξεκάθαρη. Δημιουργήθηκε γιατί δεν υπάρχει ισχυρός ιδιωτικός τομέας. Όταν ο ιδιωτικός τομέας δεν προσφέρει ευκαιρίες, είναι λογικό για έναν πατέρα να προσπαθήσει να βολέψει το παιδί του στον μόνο εργοδότη που υπάρχει, στον πολιτικό. Έτσι οι πολιτικοί αναζητούν εξαρτημένους ψηφοφόρους και οι ψηφοφόροι αναζητούν  εξαρτημένους πολιτικούς. Αυτό δημιούργησε έναν γιγάντιο δημόσιο τομέα που έπρεπε να εφεύρει διαδικασίες ώστε να δικαιολογεί την ύπαρξή του.
β) Πανεπιστημιακούς που κρατούν ομήρους τα πανεπιστήμια, όπου η μεταφορά έδρας στον απόγονο ήταν και είναι το μόνο μέλημα και έτσι κάτι το καινούργιο ή καλύτερο έπρεπε να εξαφανιστεί.
γ) Μια δικαιοσύνη, που, στα μάτια όλων και ιδίως των ξένων, είναι αυθαίρετη και κατευθυνόμενη.
Για τη φοροδιαφυγή, την τρίτη αιτία, θα ήμαστε σύντομοι, γιατί το θέμα είναι απλό. Υπολογίσαμε ότι η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα τα τελευταία 12 χρόνια είναι του ύψους των 70 δισ. ευρώ.
Η άποψή μας είναι ότι η φοροδιαφυγή αποτελεί ευθύνη αποκλειστικά και μόνο της πολιτείας. Η λύση στη φοροδιαφυγή είναι απλή. Πρέπει να βασίζεται σε δυο αρχές:
α) Να υπάρχει μια αίσθηση δικαίου (όλοι ίσοι μπροστά στον εφοριακό).
β) Σοβαρές ποινές σε περίπτωση αδικήματος (είτε από τον φορολογούμενο είτε από τον εφοριακό).
Κι όμως, κανείς πολιτικός δεν την εφάρμοσε. Μάλλον δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν ούτε τη μία ούτε την άλλη αρχή, διότι έπρεπε να πάρουν μέτρα εναντίον αυτών που τους υποστήριξαν και τους υποστηρίζουν.
Και κρατήσαμε το πιο παράλογο για το τέλος: Αθόρυβα, η πολιτεία έχει δανείσει 43 δισ. ευρώ στις τράπεζες τους τελευταίους 6 μήνες. Για να κάνει αυτό, χρειάστηκε να δανειστεί σαν κράτος τα 43 δισ. ευρώ. Σε μια νύχτα, το χρέος αυξήθηκε 20%. (Πίνακας 5.)
Να σας υπενθυμίσουμε ότι όλες οι περικοπές και οι καινούργιοι φόροι που περιλαμβάνονται στη σύμβαση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπουν αύξηση εσόδων 30 δισ. ευρώ συνολικά για τα επόμενα τρία χρόνια. Τα έχουμε ήδη ξοδέψει και παραπάνω για τις τράπεζες. Και οι μέτοχοι;
Προσπαθήσαμε, κύριε Πρόεδρε, να δώσουμε μια απάντηση πώς φτάσαμε μέχρι εδώ. Δυστυχώς, την απάντηση θα μπορούσε να σας την είχε δώσει κάθε ένας από τους πολιτικούς που σας επισκέπτεται. Και θα έπρεπε να ήταν η εξής.
«Εάν είχαμε χειριστεί σωστά τα ταμεία συνταξιοδότησης, αν υπήρχε αίσθηση δικαίου είτε στη φορολογία είτε στη δικαιοσύνη, αν είχαμε κάνει σωστές επενδύσεις και αν δεν είχαμε δώσει δάνεια 43 δισ. ευρώ στις τράπεζες, το 2009-2010, το χρέος του ελληνικού κράτους θα ήταν ελάχιστο. Όχι 300 δισ.
Και θα ήμασταν το παράδειγμα και όχι οι ζητιάνοι. Εμείς, κύριε Πρόεδρε, είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτή την καταστροφή».
Στον τελευταίο πίνακα (Πίνακας 6) δείχνουμε το έλλειμμα της χώρας εάν δεν υπήρχαν επιχορηγήσεις στα ταμεία. Εάν είχαμε υπολογίσει και τη φοροδιαφυγή, η χώρα θα είχε πλεόνασμα. Μ’ αυτό θα θέλαμε να τελειώσουμε την επιστολή μας, διότι μας επιτρέπει να πούμε με σιγουριά ότι υπάρχει  λύση και είναι εφικτή. Ήδη την επεξεργαζόμαστε.
Καταλαβαίνετε ότι, εάν συμπεριλάβουμε και τις υποθέσεις που απασχολούν αυτή τη στιγμή τη δικαιοσύνη, με αιχμή του δόρατος την εμπλοκή των γερμανικών εταιρειών και τη ζημία του δημοσίου, τότε τα μεγέθη είναι αδιαμφισβήτητα. Δεν το κάνουμε γιατί οι συμβάσεις είναι ακόμη ομιχλώδεις ως προς τα τελικά μεγέθη. Το ίδιο και η περιβόητη σχέση με την Goldman Sachs, της οποίας τους όρους ακόμα δεν γνωρίζει το ελληνικό δημόσιο, αφού δεν αναφέρθηκαν ούτε στην περιβόητη απογραφή!
Πλεονασματική λοιπόν η Ελλάδα, χωρίς να υπολογίσουμε ούτε το δυσανάλογο μέγεθος του δημοσίου τομέα, ούτε τη μη εκμετάλλευση των άφθονων φυσικών πόρων.
Χρειάστηκε πραγματικά προσπάθεια για να διολισθήσει μία χώρα σαν την Ελλάδα στα σημερινά μεγέθη. Το μέγεθος του εγκλήματος σας αφήνουμε να το αποτιμήσετε εσείς και οι συνάδελφοί σας. Εμείς πάντως ΔΕΝ θα σταματήσουμε.
Μια παράκληση:
Μην αφήσετε να υπογράψουμε συνθήκη με την Τουρκία για τα πετρέλαια. Θα είναι η χαριστική βολή των πολιτικών μας σε μια χώρα που πέτυχε πολλά –αν και με πολλά εμα– χάρη στη δουλειά και υπομονή του ωραιότερου λαού του κόσμου.

Μετά τιμής
Οι Έλληνες Πολίτες (Ελλάδας και Εξωτερικού)

Υ.Γ. Πολλοί πολιτικοί θα πουν «δεν ήξερα, ή δεν ήταν ευθύνη μου». Και οι δύο δικαιολογίες δεν ελαφρύνουν τη θέση τους. Οι πολιτικοί που πραγματικά πάλεψαν και αναζήτησαν το καλό της χώρας μπήκαν στο περιθώριο χωρίς αξιώματα και τίτλους. Και τους αποκαλούν «γραφικούς». Κρίμα. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*