του Γιώργου Ρακκά
Αναμφίβολα τα πορίσματα των κ.κ. Καρώνη και Τσακιρίδη κλείνουν έναν κύκλο κυριαρχίας της συσχετιζόμενης με την Υπόθεση των Τεμπών τερατολογίας στην δημόσια ζωή αυτού του τόπου, καθώς αντικρούουν με τρόπο επιστημονικά συστηματικό και εύληπτο τις θεωρίες περί παράνομου φορτίου, την άρνηση του κεντρικού σεναρίου για την δημιουργία πυρόσφαιρας από τα έλαια των μετασχηματιστών κ.ο.κ.
Φυσικά, για κάποιους δεν αλλάζει κάτι. Βασικές αρχές της προπαγάνδας είναι το να βρίσκεσαι συνέχεια στην επίθεση, να επιστρατεύεις κάθε δυνατό ισχυρισμό, να αμφισβητείς τα πάντα, να μην παραδέχεσαι τίποτε. Κάτι επιπλέον, κοινό σε όλες αυτές τις απόπειρες αποδόμησης της δημόσιας συζήτησης, που δεν αφορά μόνο στα Τέμπη για οποιοδήποτε μύθευμα ακούγεται, για κάθε συκοφαντία, κάθε τερατολογία, κάθε σπίλωση, το βάρος της απόδειξης πέφτει στους κατηγορούμενους και όχι στους κατήγορους. Όσο δε, όπως έχει ήδη ειπωθεί, εξαντλούνται τα λογικοφανή επιχειρήματα από την πλευρά αυτή, άλλο τόσο θα δίνει περισσότερη έμφαση στην ρητορική μίσους, τις δολοφονίες χαρακτήρα και –για ορισμένες πτέρυγές της και όπου θεωρείται βολικό, θα επιλέγονται και πρακτικές ταγμάτων εφόδου.
Υπάρχει απάντηση σε αυτήν την τακτική; Ναι, ωστόσο θα πρέπει να την αφορά συνολικά. Ιδίως αφού στην συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχουν πλέον πορίσματα που εξετάζουν εμπεριστατωμένα το ζήτημα από τεχνικής σκοπιάς, και ενώ η πλευρά που επένδυσε στην πολιτική εργαλειοποίηση της υπόθεσης δεν ενδιαφέρεται καθόλου να αρθρώσει σοβαρό πολιτικό αντίλογο για το κράτος και τον εκσυγχρονισμό του, για τους σιδηροδρόμους και την δυνατότητα αποκατάστασης/αναβάθμισής τους, για το αναπτυξιακό μοντέλο και το πως η στροφή προς αυτούς μπορεί να ενισχύσει και την αποκέντρωση, και την παραγωγή, και τον διαμετακομιστικό ρόλο της χώρας.
Και θα είναι συνολική, γιατί θα πρέπει να γίνει ένας ριζικότερος απολογισμός: εδώ και 15 χρόνια, σχεδόν, αρχικά στην δεκαετία των μνημονίων, έπειτα με την πανδημία, την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία υπάρχει ένας αστερισμός πολιτικών δυνάμεων που προτάσσει αφηγήματα (ναι για αφηγήματα πρόκειται) τα οποία όχι μόνον αποπροσανατολίζουν, και λειτουργούν σαν περισπασμός, αλλά βυθίζουν την κοινωνία σε μια μεταπραγματικότητα που την παραλύει ολοκληρωτικά.
Η πολιτική της τελευταίας 15ετίας μπορεί υπό αυτό το πρίσμα να διαβαστεί σαν μια αλληλουχία χαμένων ευκαιριών. Έτσι για παράδειγμα, τα μνημόνια ήταν το κραχ του ελληνικού παρασιτισμού και πολιτικαντισμού. Ωστόσο, η απογείωση της κοινωνικής αντιπολίτευσης στις ονειροφαντασίες της δραχμής και στα συριζολεφτόδεντρα του προγράμματος Θεσσαλονίκης (όπου υποτίθεται το κράτος θα αναδιένειμε διαρκώς έναν ανύπαρκτο πλούτο κι έτσι δεν θα χρειαζόταν η χώρα να αλλάξει καμία από τις παθογένειές της) κατέστρεψε οποιαδήποτε ανανεωτική διαδικασία του πολιτικού συστήματος. Παρομοίως συνέβη και συμβαίνει με την πανδημία, την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία –τώρα, τα Τέμπη. Γι’ αυτό, η ανακύκλωσή του πολιτικού συστήματος, φαινόμενο που έχει διπλή έκφραση στην ιδεολογική/μεταρρυθμιστική καχεξία της κυβέρνησης και στην ανυπαρξία της αντιπολίτευσης είναι ένα από τα πιο επίμονα στοιχεία της περιόδου που διανύουμε. Μια ανακύκλωση που στην ουσία αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια στην προσπάθεια της χώρας να γυρίσει σελίδα.
Φυσικά μιλάμε για ένα μείγμα εσωτερικής μικροπολιτικής και ξένων υβριδικών επιχειρήσεων. Υπάρχει όλη αυτή η συζήτηση για την παρέμβαση των δεκάδων χιλιάδων bots. Και εδώ, η πλευρά των τερατολόγων προσπαθεί να υποβαθμίσει αυτήν την διάσταση μέσα στην μικροπολιτική, ανταπαντώντας ότι πρόκειται για προπαγανδιστικό τρυκ της κυβέρνησης που έτσι θέλει να υποκρύψει την ενοχή της. Όμως το ζήτημα δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα: έχει εκδηλωθεί στις ΗΠΑ, ήδη από τις εκλογές του 2016, είναι πια μια συστηματική παράμετρος της ευρωπαϊκής πολιτικής, και αφορά όλο τον κόσμο. Δεν πρόκειται για «αποκάλυψη».
Είναι το πεδίο όπου η Μόσχα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς, ούτε τα οικονομικά, ούτε τα τεχνικά επιτεύγματα του «ρωσικού κόσμου» είναι θαυμαστά, ούτε και η «ήπια ισχύς» του είναι σοβαρή.
Αντίθετα, έχει μια ιδιαίτερη παράδοση στην προσποίηση, στην παραπλάνηση, στην δυνατότητά τις να οπλοποιεί τις αντιθέσεις στο εσωτερικό του αντιπάλου, και να εκτοξεύει επιχειρήσεις ιδεολογικής και πολιτικής απορρύθμισης των κοινωνιών του –ένα «χάκινγκ» της κοινής γνώμης που αφήνει πίσω της παραλυμένα αισθητήρια λογικής και κριτικής σκέψης, και μια αίσθηση γενικευμένης ανημποριάς, προδοσίας, και εκμηδενισμού. Αν θα δει κανείς, πίσω από την ρητορική του εκάστοτε ζητήματος, αυτά τα μοτίβα έρχονται και επανέρχονται σε αυτήν την στάση που παίρνει μια αντιστασιακή και καταγγελτική πόζα, αλλά στην ουσία οδηγεί απευθείας στην συνωμοσιολογική αποβλάκωση και άρα –στον συστηματικό και εντατικοποιημένο έλεγχο των μαζών που καταγγέλλει.
Εδώ θα πρέπει να τονιστεί και η σημασία των νέων τεχνικών μέσων, και ιδίως του ψηφιακού κόσμου και των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, καθώς με τις ιδιότητες και τις καινοτομίες του εκτοξεύει την αποτελεσματικότητα αυτών των υβριδικών επιχειρήσεων ώστε να μπορούν να επεμβαίνουν απευθείας στην αντίληψη των ανθρώπων. Διόλου τυχαία η προπαγανδιστική αυτή μηχανή μακαρίζει τους μη κατέχοντες την γνώση, αναδεικνύει την σημασία των συναισθημάτων στην πολιτική, αρέσκεται να μιλάει για την λαϊκή αμεσότητα, και για την «καθαρή» της ψυχή. Ακριβώς διότι εκεί στοχεύουν οι τεχνικές ελέγχου που εξαπολύει με την βοήθεια των νέων τεχνολογιών. Στην μεταβολή μεγάλου μέρους της κοινωνίας σε όχλο, στον εγκλωβισμό του σε ένα ασανσέρ κοινωνικών και πολιτικών συναισθημάτων που ανεβοκατεβαίνει αστραπιαία.
Αυτός ο «συναισθηματικός εμετός» που προκαλείται από εξώφυλλα των εφημερίδων, αναρτήσεις, και ηλεκτρονικά δημοσιεύματα που κάθε εβδομάδα, κάθε μέρα, κάθε λεπτό προωθούν εικόνες και σχήματα ανείπωτων προδοσιών και σαυρόμορφων εξουσιών σε συνδυασμό με γενναίες δόσεις μιας παρακμής υπαρκτής –που όμως ψεύτικα διογκώνεται στο μη παρέκει ώστε όλοι να πιστέψουν πως δεν υπάρχει εναλλακτική– αποσκοπεί να δημιουργήσει ένα κοινό σε πανζουρλισμό. Έτοιμο για τριήμερους κύκλους ψηφιακών ξεσπασμάτων οργής, υστερίας, λιντσαρισμάτων και διαπομπεύσεις, οι οποίες αποσκοπούν να φτάσουμε στο σημείο όπου κανείς πια δεν θα πιστεύει κανέναν, και όλοι θα πολεμούν εναντίον όλων.
Δεν είναι «η κυβέρνηση» που στοχοποιείται από αυτού του τύπου την πολιτική. Είναι η ενότητα, η ψυχική του κόσμου, της κοινωνίας, η συνοχή της χώρας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ένα στοίχημα για όλους εκείνους τους ανθρώπους που συσπειρώνονται γύρω από τα αιτήματα για ουσιαστική και έμπρακτη Δημοκρατία, κοινή λογική, κριτική σκέψη, ξαναστήσιμο της πνευματικής κατάστασης της κοινωνίας στα πόδια της, θα πρέπει να περάσει από το να απαντάει στο επιμέρους, την συγκεκριμένη προπαγάνδα, στο να αναδεικνύει την ύπαρξη και τον τρόπο λειτουργίας αυτών των μηχανισμών εν γένει.
Υ.Γ.1 Τον τελευταίο μήνα, και ενώ στην Ελλάδα ασχολούμαστε με τον Βελόπουλο, την Κωνσταντοπούλου, την Κουτσούμπα, τον Καράσκο, τα τάγματα εφόδου στον Ιανό, στη Νομική, και την γνωστή ακύρωση της παρουσίας βιβλίου στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης, ο Ερντογάν προχωράει πολύ μεθοδικά για να θεμελιώσει την κεντρικότητα της Τουρκίας σε Δύση και Ανατολή. Κάτι που αποτελεί πολύ ουσιαστικό βήμα προς τον τουρκικό 21ο αιώνα. «Στο κενό μας προχωράει η Τουρκία τόσο άνετα» τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος το 1999. Μπορεί να γίνει και χειρότερο όμως, η Τουρκία να έχει ανάγκη το κενό μας για να προχωρήσει, και να το υποδαυλίζει κι αυτή όπως μπορεί. Ενδεχομένως βέβαια να μην χρειάζεται και να προσπαθήσει τόσο.
Υ.Γ.2. Υπάρχουν οι χρήσιμοι ηλίθιοι και οι ηλίθιοι χρήσιμοι. Οι πρώτοι με αυτά που υποστηρίζουν καθίστανται χρήσιμοι, και είναι ηλίθιοι που δεν το καταλαβαίνουν. Οι δεύτεροι είναι χρήσιμοι ακριβώς επειδή είναι ηλίθιοι.
