Στο ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να κοιτούν προς την μεριά του Κάουτσκι
του Γιώργου Ρακκά
Είναι πανθομολογούμενο τους τελευταίους μήνες ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης ‘δεν τραβάει’ στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, πλέον όμως αυτό διαπιστώνεται και στις δημοσκοπήσεις.
Στην τελευταία της GPO, η αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ αξιολογείται αρνητικά από το 79,6% των ερωτώμενων. Όσο για την πρόθεση ψήφου με αναγωγή, μόλις που καταφέρνει να προσπεράσει την Ζωή Κωνσταντοπούλου με 14,7% έναντι 14,6% και 15,6 μονάδες διαφορά από την Νέα Δημοκρατία.
Δεν θέλει και πολύ να καταλάβει κανείς ότι η δυστοκία της Χαριλάου Τρικούπη έχει δομικό και στρατηγικό χαρακτήρα. Δεν αφορά μόνον στα πρόσωπα, ή επιφανειακά, τις πολιτικές ιεραρχήσεις. Αφορά στην σύγχρονη ‘ψυχή’ της κεντροαριστεράς. Και αυτό διαφάνηκε εντονότερα από οπουδήποτε αλλού στην υπόθεση των Τεμπών. Εκεί όπου το ΠΑΣΟΚ, αντί να έρθει σε ρήξη με την ‘αντιπολίτευση του ξυλολίου’ ώστε να μπορέσει να στοιχειοθετήσει μια αξιόπιστη αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, μεταβλήθηκε σε ουρά της τελευταίας.
Ακόμα και η Άννα Διαμαντοπούλου, που προς στιγμήν φιγουράρισε να προσωποποιεί μια εναλλακτική για την κεντροαριστερά, καλώντας σε διαζύγιο με τον συριζαϊσμό, επικέντρωση στις μεταρρυθμίσεις και ανάδειξη των μεγάλων γεωπολιτικών ζητημάτων για την Ελλάδα και την Ευρώπη· μετά τις εσωκομματικές εκλογές φαίνεται χαμένη στην μετάφραση. Και δεν είναι λίγες οι φορές που εμφανίζεται να στοιχίζεται στην γραμμή που εκφράζει ο Κ. Τσουκαλάς, και οι υπόλοιποι του κλίματος Ανδρουλάκη, με τις ‘πασπίτικες’, κούφιες αντιπολιτευτικές ρητορείες.
Το πρόβλημα συνοψίζεται χαρακτηριστικά σε ορισμένες από τις πρόσφατες κινήσεις του Προέδρου. Στις 4 Ιουνίου, συναντήθηκε με την εκτελεστική επιτροπή των συνδικαλιστών του Δημοσίου Τομέα, όπου και επιτέθηκε στην κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, μίλησε για μια «άλλη αξιολόγηση» (sic!), και υποστήριξε πως «έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού».
Σε μια εποχή, λοιπόν –μετά και τα όσα συνέβησαν με τον ΟΠΕΚΕΠΕ– που βγαίνει ξανά στο προσκήνιο η ανάγκη να γυρίσει η χώρα σελίδα από το αναχρονιστικό κράτος, και εντείνεται το κοινωνικό αίτημα για τις σχετικές μεταρρυθμίσεις, το ΠΑΣΟΚ διά του προέδρου του επιλέγει να κάνει ρελάνς στον κρατισμό.
Δεν πρόκειται μόνον για έλλειμμα οριζόντων και συγκρότησης της ηγετικής ομάδας. Το καταστάλαγμα των χρόνων της ανδρεϊκής και εκσυγχρονιστικής κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ, είναι ότι σήμερα αντιπροσωπεύει το κόμμα των μεσαίων και διευθυντικών στελεχών του δημόσιου, και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Εξ ου και η καθήλωση που επιδεικνύει στα σχήματα και τα συνθήματα της μεταπολίτευσης.
Ένα τέτοιο κόμμα όμως έχει ταβάνι στα ποσοστά που βρίσκεται σήμερα. Και θα είναι σε θέση να διαδραματίσει ευρύτερο ρόλο μόνο ως εταίρος σε κυβερνήσεις συνεργασίας – και πάλι με μικρό ίχνος και κίνδυνο να ρευστοποιηθεί ακριβώς επειδή δεν διαθέτει σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και ατζέντα διακυβέρνησης. Εδώ παλεύει για να μην χάσει τα φώτα της δημοσιότητας από το νέο κομματικό εγχείρημα Τσίπρα. Η επιστροφή του οποίου συνιστά άλλη μια αδιάσειστη ένδειξη για την καθήλωση της κεντροαριστεράς που φαίνεται ότι ζει την ημέρα της Μαρμότας.
Θα αλλάξει, λοιπόν, ή θα λιμνάσει, το ΠΑΣΟΚ ή όποιο άλλο σχήμα του ευρύτερου χώρου. Και η αλλαγή θα πρέπει να ξεκινήσει από τις κοινωνικές δυνάμεις με τις οποίες επιλέγει να συνομιλεί προνομιακά.
Αν θυμόταν τις ρίζες και τις αναφορές της στον «κόσμο της εργασίας», η κεντροαριστερά, θα έπρεπε πρώτα και κύρια να απευθύνεται στον ιδιωτικό τομέα, τους εργαζόμενους, και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Και προμετωπίδα της θα έπρεπε να είναι η εγκατάλειψη του παρασιτισμού, η στροφή της Ελλάδας σε ένα παραγωγικό μοντέλο. Να γίνει δηλαδή το κόμμα της κεντροαριστεράς το ‘οργανικό κόμμα’ των δυνάμεων που ήδη συμβάλουν σε αυτήν την μεταμόρφωση. Και συνακολούθως να θέτει όλο το φάσμα των κοινωνικών ζητημάτων που συνδέονται με αυτήν –το στεγαστικό ζήτημα, την αποκέντρωση, την καθήλωση των μισθών λόγω χαμηλού βαθμού πολυπλοκότητας της οικονομίας.
Στο ΠΑΣΟΚ επιμένουν μεταπολιτευτικά. Και επενδύουν στην πολλοστή απόπειρα μετενσάρκωσης του Ανδρέα και του ‘παλαιού ΠΑΣΟΚ του ορθόδοξου’ –που πια έχει παλιώσει και ως ανέκδοτο. Αντίθετα, έπρεπε να κοιτούν προς την μεριά του… Κάουτσκι. Ή για να αναφερθούμε στην εγχώρια ιστορία της Δημοκρατικής παράταξης, στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.
