Του Γιάννη Χαραλαμπίδη από το Άρδην τ. 134-35
Στην προνεωτερική εποχή, η κυριαρχία του κάθε λογής ancien regime εξασφαλιζόταν με τρεις τρόπους. Με τον έλεγχο μεγάλου μέρους των διατιθέμενων πόρων, με την κατοχή του μονοπωλίου στην ένοπλη ισχύ και με τη διαχείριση της συλλογικής μνήμης, μέσω της πρόσδεσης στο ιερό και της ερμηνείας του δικαίου. Στη σύγχρονη εποχή, πλάι σε αυτά τα τρία στοιχεία ήρθε να προστεθεί και ένα τέταρτο στοιχείο, ο έλεγχος της ροής της πληροφορίας.
Οι δύο τελευταίοι παράγοντες της πολιτικής ισχύος, η συλλογική μνήμη και η τρέχουσα συνείδηση, είναι ταυτοτικοί. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, το κρεσέντο του ολοκληρωτισμού, σε όποιο χωροχρονικό πεδίο εμφανίστηκε, στηρίχθηκε στην εφαρμογή των δεξιών και αριστερών νεοεγελιανών προβολών του αιώνα που προηγήθηκε. Η μάγευση της συλλογικής ιστορικής συνείδησης έγινε κεντρικό στοιχείο της διάπλασης μιας νέας πολιτικής ταυτότητας, κατά τα κελεύσματα κάθε καθεστώτος. Η ιστορική παράδοση, πιστά ακολουθώντας τις ρομαντικές νόρμες, συνδέθηκε με το λαϊκό συναίσθημα, δίνοντάς του νόημα και προορισμό. Ελέγχοντας όμως επιλεκτικά τη μορφολογία αυτής της παράδοσης, οι καθεστωτικές δομές ήλεγξαν αποτελεσματικά το νόημα της ιστορικής συνείδησης και έτσι είχαν την ευχέρεια να υποδείξουν και τον εκάστοτε προορισμό που έπρεπε να έχει ο λαός ως ιστορικό υποκείμενο.
Το εγχείρημα επέτυχε απόλυτα. Οι συνειδησιακές ρωγμές υπήρξαν λιγοστές και το όποιο ελευθέριο φως διαπερνούσε το καθεστωτικό σκυρόδεμα ήταν γλίσχρο. Εξού και η κατάρρευση των μεγάλων ολοκληρωτισμών υπήρξε αποτέλεσμα είτε ένοπλου εξωγενούς καταναγκασμού είτε συνολικής οικονομικής αστοχίας. Όταν κανένα από τα δύο αυτά γεγονότα δεν συνέτρεξε, η ολοκληρωτική δομή επιβίωσε εντυπωσιακά – το παράδειγμα του κινεζικού πειράματος είναι πολύ εύγλωττο ως προς αυτό.
Έχοντας πλέον εισχωρήσει βαθιά στην ενδοχώρα του 21ου αιώνα, ο κόσμος του θριάμβου της δημοκρατίας είναι οριστικά πίσω μας. Αφήσαμε το ξέφωτο της μεταψυχροπολεμικής αμεριμνησίας και βαδίζουμε στο πυκνό και σκοτεινό δάσος ενός δυσνόητου πολυπολισμού. Σε αυτές τις συνθήκες, οι νέοι μεταμοντέρνοι και υβριδικοί αυταρχισμοί προκαλούν ευθέως την καθιερωμένη κυριαρχία της republic και στη δημόσια μαρτυρία. Ο ψηφιακός κόσμος με την ελευθεριακή και άναρχη δομή του έχει εξασφαλίσει προνομιακό σκηνικό για κάθε είδους χειραγώγηση. Η πλαστικότητα των νέων μέσων προσδίδει μοναδικές δυνατότητες διαμόρφωσης αφηγήσεων που διαδίδονται ταχύτερα και διεκδικούν ισόκυρα τον δημόσιο πνευματικό και ιδεολογικό χώρο από τις παραδεδεγμένες ιστορικές παραδόσεις.
Δεν είναι καθόλου τυχαία προφανώς η έμφαση που δίνει στα ζητήματα της κυρίαρχης αφήγησης το νέο τραμπικό καθεστώς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο αντιπρόεδρος Τζ.Ντ. Βανς, το υψηλότερα ιστάμενο ιδεολογικά συγκροτημένο στοιχείο του νέου τραμπισμού, έχει κατ’ επανάληψη υπογραμμίσει τη σημασία της ταυτοτικής και γνωσιακής υπόστασης του πολίτη-οπαδού, μέσα από την υπερηφάνεια του λευκού άρρενα, που υποτίθεται ότι έχει μαζικά βληθεί από τις κατεστημένες φιλελεύθερες ελίτ τις περασμένες δεκαετίες.
Στη σημερινή συγκυρία, που η αυταρχική προπαγάνδα προσπαθεί συστηματικά να επηρεάσει με εξατομικευμένη μεθοδολογία το κυρίαρχο αφήγημα, η δημοκρατία δεν έχει δικαίωμα να αργεί. Είναι, αντίθετα, ανάγκη να αντεπιτεθεί και στο ιδεολογικό επίπεδο και ιδίως σε αυτό. Όχι όμως μόνο με αναλύσεις ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Αυτές είναι καλές για να αναπαραχθούν επιχειρήματα και διαπιστώσεις μεταξύ μιας μειοψηφίας που ήδη συμφωνεί μεταξύ της.
Η δημοκρατία διαθέτει οπλοστάσιο ευρύ και ανεξάντλητο, έχει περισσότερο ιδεολογικό έρμα από οποιαδήποτε πολιτική πλατφόρμα στην ανθρώπινη ιστορία. Και η ίδια αυτή η ιστορία μας είναι που παρέχει ένα αποφασιστικό κομμάτι αυτού του δυναμικού. Η ιστορική γνώση εξοπλίζει άρτια όποιον θέλει να αντιπαρατεθεί ιδεολογικά στην ανερχόμενη αυταρχική Διεθνή. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ο ιστορικά συγκροτημένος πολιτικός λόγος απουσιάζει πλήρως από το περιεχόμενο που παράγουν οι ηγέτες των δημοκρατιών.
Αυτό το έλλειμμα υποδεικνύει βαθύτερα ζητήματα. Τα ρεπουμπλικανικά και φιλελεύθερα πολιτικά συστήματα σχεδόν γενικευμένα απενεργοποίησαν την ικανότητα να απευθύνονται στο συναίσθημα, να μιλούν σε ιστορική βάση, να προβάλλουν ιδεολογικά επιχειρήματα.
Αφήνοντας όλο το πεδίο αυτό ελεύθερο στη δράση των τσαρλατάνων λαϊκιστών, οχυρώθηκαν στην επικοινωνιακή λογικοκρατία και την αναπαραγωγή οικονομετρικών δεδομένων. Κανείς όμως δεν πάει στον πόλεμο –κυριολεκτικά ή μεταφορικά– για να υπερασπιστεί αριθμούς και δεδομένα. Ο άνθρωπος κινητοποιείται από συναισθήματα και χάριν ανθρώπων και ιδεών. Σήμερα, τουλάχιστον σήμερα, αυτή η διαλεκτική καχεξία πρέπει να γίνει αντιληπτή από τους Δυτικούς ηγέτες. Όταν ο Βλαδίμηρος Πούτιν και οι καθ’ ημάς μίμοι του κάνουν κατάχρηση αυτοπαραγόμενων αυθαίρετων, διαστρεβλωμένων ή ευθέως ψευδών ιστορικών σχημάτων και βάσει αυτών δομούν τις ιδεολογικές επιθέσεις τους εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας, η τελευταία δεν μπορεί να συνεχίσει να αφήνει αμαχητί το προνομιακό αυτό πεδίο στα χέρια τους.
Οι πολιτικές δυνάμεις, οι επεξεργαστές νοημάτων και οι παραγωγοί δημόσιου περιεχομένου που υπερασπίζονται τις αξίες της δημοκρατίας, οφείλουν να ενσωματώσουν το ιδεολογικό στοιχείο στον λόγο τους με καθοριστικό τρόπο. Η ερμηνεία και διάχυση των ιστορικών σχημάτων μπορεί και πρέπει να αποκτήσει αποφασιστικό χαρακτήρα μέσα στην επικοινωνιακή φαρέτρα της πάλης κατά του νέου αυταρχισμού.
Τι είναι αυτό που μέχρι σήμερα δυσκολεύει και εμποδίζει τις κατευθυντήριες τάξεις του δυτικού κόσμου να συνθέσουν μια ανάλογη ιδεολογική ιδιόλεκτο; Αφενός η συγκρότησή τους σε επίπεδο προσώπων και αφετέρου ο μακροχρόνιος εθισμός τους σε μια φοβική αντίληψη για την επικράτεια της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Η ποπ αντίληψη για μια «χρυσή εποχή» του «τέλους των ιδεολογιών» και του «τέλους της Ιστορίας» είναι ενδεικτική της ισχύος που απέκτησε αυτή η κουφή αισιοδοξία μεταξύ των δημοκρατικών ελίτ στο μεταίχμιο ανάμεσα στους δύο αιώνες. Αυτό είναι πλέον πολυσυζητημένο. Προβληματισμό δημιουργεί όμως έντονα η συνεχιζόμενη αδυναμία απεγκλωβισμού από αυτή την αυτοπαγίδευση.
Σήμερα φαίνεται ότι έχει γίνει αρκούντως αντιληπτό το έλλειμμα ή έστω αρχίζει να γίνεται. Μολαταύτα εξακολουθεί να μοιάζει δυσχερής η διάβαση του ψυχικού συνόρου που οδηγεί στην ενδοχώρα της ιδεολογικής μάχης. Οι πολιτικές δυνάμεις συνεχίζουν να επιφυλάσσονται της προαίρεσης αυτής, αγκυλωμένες σε φοβίες. Αν εκεί μπορεί να υπάρξει δικαιολογία, σίγουρα δεν μπορεί να υπάρξει για όσους δημοσιολογούν υπέρ της δημοκρατίας.
Όσοι δρουν με πνευματικούς όρους στη δημόσια σφαίρα, εθνική και διεθνή δεν έχουν καμία δικαιολογία να αποφεύγουν την ιδεολογική αντιπαράθεση και την ιστορικότητα του λόγου. Το παράδειγμα του Τίμοθυ Σνάιντερ, της Ανν Άπλμπαουμ και του Γιουβάλ Νόα Χαράρι πρέπει να αποκτήσει πολλαπλασιαστική ισχύ μέχρι το περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Κανένα περιθώριο δημόσιας κυριαρχίας δεν μπορεί να εκχωρείται στους πομπούς του νέου ολοκληρωτικού αφηγήματος, που τείνει να λάβει παγκόσμια διάσταση.
Η ελληνική περίπτωση δεν είναι αμελητέα. Οι Έλληνες διαθέτουμε στο ευρωπαϊκό, περιφερειακό και διεθνές πλαίσιο δυνάμεις υποβολής του πολιτικού λόγου. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και η ιστορική σκευή του ελληνικού στοιχείου μέσα στη χορεία των δυτικών, δημοκρατικών και φιλελευθέρων εθνών, καθιστά τη δυνατότητα εκπομπής ιδεολογικού λόγου προνομιακή για τους Έλληνες. Η ελληνική πολιτική τάξη μπορεί να δημιουργήσει θρυαλλίδες ανάπτυξης νέων αμυντικών γραμμών για τη σύγχρονη δημοκρατία.
Ο χρόνος στον οποίο δρα πολιτικά σήμερα η Ευρώπη και εν όλω ο δημοκρατικός κόσμος είναι δανεικός. Η δυναμική του αυταρχισμού ενισχύεται εκτός και εντός των ορίων του δυτικού κόσμου. Αν υπάρχει μια συγκυρία στην οποία είναι ανάγκη να επιταχύνουμε τη δράση σε όλα τα επίπεδα και κυρίως να δώσουμε την ιδεολογική μάχη είναι σήμερα. Κάθε ολιγωρία στοιχίζει πολλαπλά, καθώς οι δυνατότητες των νέων μέσων ενισχύουν εκθετικά τη δύναμη του αυταρχικού μηνύματος. Το οπλοστάσιο όμως υπάρχει. Ας το ξεκλειδώσουμε.
