Πολίτες εισέρχονται σε καταφύγιο σχεδιασμένο να αντέχει σε χημικές, πυρηνικές και βιολογικές επιθέσεις, κατά τη διάρκεια άσκησης πολιτικής άμυνας στο Κουόπιο της Φινλανδίας, 3 Σεπτεμβρίου 2026
της Ευαγγελίας Μπίφη από το liberal.gr
Η εισβολή της Ρωσίας στο κυρίαρχο έδαφος της Ουκρανίας οδήγησε τη Φινλανδία και τη Σουηδία να αποτινάξουν δεκαετίες αμυντικής ουδετερότητας για να τεθούν υπό την «ομπρέλα» του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ. Σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα, και ενώ ο πόλεμος επιλογής του Βλαντιμίρ Πούτιν μαίνεται παράλληλα με την κλιμάκωση του ρωσικού υβριδικού πολέμου στην Ευρώπη, το Ελσίνκι προετοιμάζει κράτος και κοινωνία για την περίπτωση που η αποτροπή αποτύχει, διεξάγοντας τη μεγαλύτερη άσκηση πολιτικής άμυνας επί ευρωπαϊκού εδάφους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η χθεσινή άσκηση ήλθε στη σκιά της απόφασης της Γερμανίας να αποδώσει για πρώτη φορά ευθέως στη Ρωσία υβριδική επίθεση στο έδαφός της: την απόπειρα πλήγματος ουκρανικού αεροσκάφους με drone που έφερε εκρηκτικά στο αεροδρόμιο Λειψίας/Χάλε. Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Μαρκ Ρούτε μίλησαν για «νέα κλιμάκωση» και για τη «νέα κανονικότητα» με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η Ευρώπη. Δεν είναι ακόμη σαφές, ωστόσο, πώς η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας θα μεταφραστεί σε ταχύτερη και αποτελεσματικότερη συλλογική αντίδραση και σε κόστος ικανό να μεταβάλει τους όποιους ρωσικούς υπολογισμούς.
Η Φινλανδία δεν περιμένει την απάντηση. Περισσότεροι από 2.000 πολίτες, εθελοντές, φοιτητές, στρατεύσιμοι και εκπρόσωποι των αρχών έλαβαν μέρος σε άσκηση προσομοίωσης συνδυασμένης επίθεσης: κυβερνοεπιθέσεις έθεταν εκτός λειτουργίας κρίσιμες υποδομές ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, ενώ η χώρα αντιμετώπιζε την απειλή πυραυλικών πληγμάτων από τη γειτονική Ρωσία. Στο πλαίσιο αυτό άνοιξε το υπόγειο καταφύγιο του Κουόπιο, λαξευμένο στον βράχο και σχεδιασμένο να αντέχει σε χημική, πυρηνική ή βιολογική επίθεση. Οι Φινλανδοί, ανάμεσά τους και παιδιά, εκπαιδεύτηκαν στην πράξη για το πώς πρέπει να αντιδράσουν σε περίπτωση πραγματικής επίθεσης.
Η φινλανδική προσέγγιση δεν περιορίζει την άμυνα στις ένοπλες δυνάμεις. Κρατικός μηχανισμός, τοπικές αρχές, επιχειρήσεις που διαχειρίζονται κρίσιμες υποδομές και κοινωνία εντάσσονται σε ένα ενιαίο σύστημα «συνολικής άμυνας». Το βασικό μάθημα αντλείται από την Ουκρανία: σε περίπτωση πυραυλικής επίθεσης οι πολίτες ενδέχεται να έχουν ελάχιστα λεπτά για να αναζητήσουν προστασία, ενώ πρέπει να είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν χωρίς κρατική βοήθεια επί τουλάχιστον 72 ώρες.
Η Ρωσία δοκιμάζει ήδη εδώ και μία διετία τις ευρωπαϊκές άμυνες. Οι παραβιάσεις με drone δεν αποτελούν, κατά τον Σον Γουίσγουεσερ, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος και σταθμάρχη της CIA, τυχαία ή ασύνδετα περιστατικά, όπως δήλωνε σε συνέντευξή του μόλις δύο ημέρες προτού η κυβέρνηση Μερτς κάνει το καθοριστικό βήμα να κατονομάσει τη Μόσχα ως υπαίτια για τη Λειψία. Συνιστούν σκόπιμες επιχειρήσεις διερεύνησης των αδυναμιών της αεράμυνας του ΝΑΤΟ: του χρόνου εντοπισμού των drone, των μέσων που κινητοποιούνται, της ταχύτητας του συμμαχικού συντονισμού και της αποτελεσματικότητας της αναχαίτισής τους.
Η Μόσχα, όμως, δεν δοκιμάζει μόνο την επιχειρησιακή ικανότητα της Συμμαχίας. Δοκιμάζει και την πολιτική αποφασιστικότητα των μελών της να απαντήσουν, να επιβάλουν πραγματικό κόστος και να συνεχίσουν να στηρίζουν την Ουκρανία -και όχι με ημίμετρα-, αναφέρει ο Σον Γουίσγουεσερ, συγγραφέας του βιβλίου «Tradecraft, Tactics, and Dirty Tricks: Russian Intelligence and Putin’s Secret War» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις του U.S. Naval Institute. «Δεν μπορεί να υπάρξει αποτροπή χωρίς συνέπειες για την κλιμάκωση», έχει επισημάνει ο ίδιος, προειδοποιώντας ουσιαστικά ότι μία αποτροπή που εξαντλείται σε προειδοποιήσεις και καταδικαστικές δηλώσεις για τους δικτάτορες παραμένει κενή περιεχομένου.
Η Συμμαχία έχει αρχίσει να προσαρμόζεται, απέχει όμως ακόμη από το επίπεδο ετοιμότητας που απαιτεί ο νέος πόλεμος των drone, εκτιμά ο Γουίσγουεσερ, ειδικός σε ζητήματα ρωσικής κατασκοπείας και εθνικής ασφάλειας. Η Ουκρανία προηγείται της Ρωσίας στον πόλεμο των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και στα ηλεκτρονικά αντίμετρα, σημειώνει· η Ρωσία, όμως, βρίσκεται μπροστά από το ΝΑΤΟ στη διεξαγωγή αυτού του νέου τύπου πολέμου. Παραπέμπει, παράλληλα, στην πεποίθηση του Χίτλερ -την οποία, κατά την εκτίμησή του, συμμερίζεται και ο Πούτιν- ότι οι δυτικές δημοκρατίες ήταν αδύναμες και απρόθυμες να αντιδράσουν – έως ότου η Βρετανία και η Γαλλία τού κήρυξαν τον πόλεμο. Και τότε ήλθε η ερώτηση: «Was nun?» – «Και τώρα τι κάνουμε;»…
Ο ρωσικός υβριδικός πόλεμος εκτείνεται σήμερα από την παραπληροφόρηση, την πολιτική επιρροή και τις κυβερνοεπιθέσεις έως την κατασκοπεία, τις δολιοφθορές, τους εμπρησμούς, τις παρεμβολές στα συστήματα GPS και τις ύποπτες πτήσεις drone πάνω από αεροδρόμια, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ενεργειακούς κόμβους. Οι ενέργειες αυτές μπορεί να αποτελούν μεμονωμένα μέσα εκφοβισμού κοινωνιών και αποσταθεροποίησης· μπορεί, όμως, και να χρησιμοποιούνται για τη χαρτογράφηση αδυναμιών και την προετοιμασία του εδάφους για μία περισσότερο επιθετική ενέργεια.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχε ήδη επιφέρει το αντίθετο από εκείνο που επεδίωκε ο Πούτιν. Ο Ρώσος πρόεδρος ήθελε «λιγότερο ΝΑΤΟ», τελικά εισέπραξε «περισσότερο». Η Φινλανδία κατέστη στις 4 Απριλίου 2023 το 31ο κράτος-μέλος της Συμμαχίας και η Σουηδία ακολούθησε στις 7 Μαρτίου 2024, με τις δύο χώρες -αγνοώντας του «βρυχηθμούς» της Μόσχας- να αποτινάσσουν από κοινού δεκαετίες αμυντικής ουδετερότητας για να τεθούν υπό την «ομπρέλα» του Άρθρου 5, στη βάση της αρχής «όλοι για έναν και ένας για όλους».
Η Βορειοατλαντική Συμμαχία κατέστη έτσι πολύ πιο συνεκτική γεωγραφικά και η Βαλτική μετατράπηκε σε «λίμνη του ΝΑΤΟ». Η Ρωσία κατέληξε να μοιράζεται επιπλέον σύνορα περίπου 1.340 χιλιομέτρων με τη Συμμαχία μέσω της Φινλανδίας, ενώ η ένταξη της Σουηδίας ενίσχυσε τον έλεγχο της σημαντικότερης θαλάσσιας οδού της Μόσχας στον ευρωπαϊκό Βορρά. Η αποτυχία του Πούτιν να αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ δεν σημαίνει, όμως, ότι εγκατέλειψε την επιδίωξη. Σήμερα εκτιμάται ότι μπορεί να επιχειρήσει να δοκιμάσει τη συνοχή του με διαφορετικούς και περισσότερο επικίνδυνους τρόπους.
Η αιφνιδιαστική επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στη Μόσχα ήλθε υπό τη σκιά εκτιμήσεων των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών ότι ο Πούτιν θα μπορούσε, μέσα στα επόμενα χρόνια, να δοκιμάσει τα όρια και την αποφασιστικότητα της Συμμαχίας με μία «περιορισμένη» επίθεση εναντίον κράτους-μέλους. Τα σενάρια εκτείνονται από κυβερνοεπίθεση ή πλήγμα με drone έως μικρής κλίμακας χερσαία εισβολή, πιθανότατα στη Βαλτική, όχι με στόχο την κατάληψη εκτεταμένων εδαφών, αλλά για να διαπιστωθεί εάν το ΝΑΤΟ θα απαντήσει συλλογικά.
Η Συμμαχία δεν διακρίνει επί του παρόντος άμεση απειλή συμβατικής επίθεσης, ούτε έχουν εντοπιστεί μεγάλης κλίμακας ρωσικές στρατιωτικές προπαρασκευές ανάλογες εκείνων που προηγήθηκαν της εισβολής στην Ουκρανία. Η ανησυχία εστιάζεται περισσότερο σε μία περιορισμένη και σκόπιμα αμφίσημη ενέργεια, σχεδιασμένη ώστε να προκαλέσει διαφωνία μεταξύ των συμμάχων ως προς την προέλευσή της, τη σοβαρότητά της και το κατά πόσον δικαιολογεί την ενεργοποίηση της συλλογικής άμυνας.
Η Άννα Βίσλαντερ, διευθύντρια του προγράμματος για τη Βόρεια Ευρώπη στο Atlantic Council και επικεφαλής του γραφείου του στη Στοκχόλμη, επισημαίνει ότι για τις σκανδιναβικές χώρες η Ρωσία είναι η σημαντικότερη, άμεση και μακροπρόθεσμη απειλή για την ευρωατλαντική ασφάλεια, τονίζοντας από κοινού με τις χώρες της Βαλτικής την ανάγκη για επείγουσα, συντονισμένη και αποφασιστική δράση. Ο σχεδόν αδιάκοπος ρωσικός υβριδικός πόλεμος έχει οδηγήσει τις σκανδιναβικές χώρες να επαναφέρουν τις δομές συνολικής άμυνας της εποχής του Ψυχρού Πολέμου και να προετοιμάζουν τις κοινωνίες τους μέσω εκστρατειών ενημέρωσης και μέτρων ενίσχυσης της ανθεκτικότητας. Παράλληλα, ενδυναμώνουν τις ένοπλες δυνάμεις και την αμυντική βιομηχανία τους, έχοντας διαθέσει το 2025 από 2,5% έως 3,34% του ΑΕΠ τους για την άμυνα -με εξαίρεση την Ισλανδία, η οποία δεν διαθέτει μόνιμο στρατό-, ενώ συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους υποστηρικτές της Ουκρανίας ως ποσοστό του ΑΕΠ. Με όλες πλέον τις σκανδιναβικές χώρες εντός του ΝΑΤΟ, η άμυνά τους έχει ενταχθεί πλήρως στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της Συμμαχίας. Νησιά όπως το Γκότλαντ, το Άλαντ και το Μπόρνχολμ έχουν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ο έλεγχός τους θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να διευρύνει την εμβέλεια της αεράμυνάς της και να δυσχεράνει τις συμμαχικές κινήσεις στη Βαλτική.
Η Γιουστίνα Μπουτγκινάιτε-Φρέλι, επίσης από το Atlantic Council, επισημαίνει όσον αφορά ειδική τη Βαλτική ότι η Μόσχα δοκιμάζει συστηματικά μέχρι πού μπορεί να φθάσει χωρίς να προκαλέσει αποφασιστική απάντηση. Το όριο ανάμεσα σε μία υβριδική επιχείρηση και στη συμβατική στρατιωτική επίθεση μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά λεπτό, ενώ η επόμενη κίνηση του Κρεμλίνου θα εξαρτηθεί και από τα συμπεράσματα που αντλεί από τις αντιδράσεις του ΝΑΤΟ. Ο πραγματικός στόχος οποιασδήποτε κλιμάκωσης στη Βαλτική θα ήταν, τελικά, η αξιοπιστία του ίδιου του Άρθρου 5, αναφέρει.
Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν στις Βρυξέλλες μετά τις γερμανικές ανακοινώσεις, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Μαρκ Ρούτε επιχείρησαν να εκπέμψουν το μήνυμα ότι Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ αντιλαμβάνονται τη μεταβολή. Η πρόεδρος της Κομισιόν χαρακτήρισε την επίθεση στη Λειψία μέρος ενός ευρύτερου προτύπου επικίνδυνων ενεργειών, ζητώντας οι υποδομές της καθημερινότητας να αντιμετωπίζονται ως πιθανοί στόχοι πρώτης γραμμής. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ προειδοποίησε ότι η Ρωσία γίνεται «ολοένα πιο απερίσκεπτη», αλλά επέμεινε πως δεν θα κατορθώσει ούτε να διχάσει τη Συμμαχία ούτε να κάμψει τη στήριξη προς την Ουκρανία.
Οι σύμμαχοι ενισχύουν ήδη την λεγόμενη «Βαλτική Φρουρά» (Baltic Sentry) για την προστασία των υποθαλάσσιων υποδομών και την «Ανατολική Φρουρά» (Eastern Sentry) για τη θωράκιση της ανατολικής πτέρυγας, δίνοντας αυξανόμενη έμφαση στην αντιμετώπιση των drone. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει, κατά τους αναλυτές, εάν οι κυρώσεις, που σε κοινοτικό επίπεδο θα ενισχυθούν, οι επιχειρησιακές προσαρμογές και οι επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις ενότητας θα διαμορφώσουν ένα κόστος που η Μόσχα δεν θα μπορεί να αγνοήσει.
Πάνω από αυτή τη συζήτηση πλανάται ο άγνωστος Χ της αμερικανικής στάσης. «Το μεγάλο ερώτημα αυτήν τη στιγμή, με τις υβριδικές επιθέσεις που γίνονται όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στις χώρες της Βαλτικής, είναι τι στάση θα κρατήσουν οι ΗΠΑ», έχει δηλώσει στο Liberal ο Αθανάσιος Μποζίνης, επίκουρος καθηγητής Ψηφιακών Διεθνών Σχέσεων-Κυβερνοστρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου Ανάλυσης Υβριδικών Απειλών της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, μιλώντας για το εύρος της ρωσικής απειλής για την Ευρώπη και την Ελλάδα.
Ο Λευκός Οίκος δεν αντέδρασε επίσημα στις γερμανικές ανακοινώσεις για τη Λειψία. Την ίδια στιγμή, όμως, η αποστολή του επικεφαλής της CIA στη Μόσχα υποδεικνύει ότι η Ουάσινγκτον λαμβάνει σοβαρά υπόψη τον κίνδυνο μίας ρωσικής δοκιμασίας του ΝΑΤΟ. Ο Ντόναλντ Τραμπ υποβάθμισε δημοσίως τη σημασία της επίσκεψης Ράτκλιφ και δήλωσε ότι η Ρωσία «δεν πρόκειται να επιτεθεί σε έδαφος του ΝΑΤΟ». Η απόσταση ανάμεσα στην προειδοποίηση που φέρεται να μετέφερε η CIA και στον καθησυχαστικό δημόσιο λόγο του Αμερικανού προέδρου παραμένει εμφανής. Καθώς η Ευρώπη αναγνωρίζει επίσημα πλέον ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν ρωσικό υβριδικό πόλεμο που δεν περιορίζεται στην Ουκρανία, η μεγάλη δοκιμασία δεν θα είναι μόνο να εντοπιστεί το επόμενο drone αλλά το ΝΑΤΟ να πείσει τον Πούτιν ότι ακόμη και μία περιορισμένη επίθεση θα κινητοποιήσει ολόκληρη τη Συμμαχία – προτού εκείνος αποφασίσει, ενδεχομένως, να το διαπιστώσει στην πράξη.


