Αρχική » Τεχνητή Νοημοσύνη, η μεγάλη επιτάχυνση: απειλές, ανατροπές, ισχύς (A΄ μέρος)

Τεχνητή Νοημοσύνη, η μεγάλη επιτάχυνση: απειλές, ανατροπές, ισχύς (A΄ μέρος)

από Γιώργος Ρακκάς

Πίνακας: Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, Η πτώση του Φαέθοντα


Μέρος 1ο χαρτογράφηση της δημόσιας συζήτησης
Το παρόν αποτελεί το πρώτο μέρος ενός αφιερώματος για την Τεχνητή Νοημοσύνη και την τεράστια σχετική συζήτηση που έχει προκαλέσει η εκρηκτική της ανάπτυξη. Σε μια πρώτη προσέγγιση αποπειράται η χαρτογράφηση της δημόσιας συζήτησης, και η ανάλυση των επιχειρημάτων που η κάθε πλευρά προτάσσει. Θα ακολουθήσουν άλλα που πραγματεύονται τις ίδιες τις αστοχίες που καταγράφηκαν τους τελευταίους μήνες, και οι οποίες μπορούν να μετεξελιχθούν σε σημαντικές απειλές, καθώς και σε στοιχεία για μια ευρύτερη θεωρητικοποίηση και ανάλυση των εξελίξεων (μια ‘πολιτική οικονομία’ της ΤΝ, το πως επηρεάζει την εργασία, την κοινωνική οργάνωση κ.ο.κ.)


Του Γιώργου Ρακκά

Η συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις πιθανώς εξαιρετικά βίαιες ψυχικές, κοινωνικές και οικονομικές της επιπτώσεις έχει ανάψει για τα καλά –ιδίως στις ΗΠΑ, αλλά και την Ευρώπη. Οι αποκαλύψεις για την ‘αστοχία ευθυγράμμισης’ στην συμπεριφορά φορέων ΤΝ σε πλείστα όσα περιστατικά, με πιο γνωστό εκείνο των κυβερνοεπιθέσεων στην πλατφόρμα Hugging Face, εκθρέφουν τις ανησυχίες. Από κοντά έρχονται και οι αντιδράσεις μέσα στις εταιρείες, από υπαλλήλους και… διευθύνοντες συμβούλους, με σχεδόν καθημερινές τοποθετήσεις.

«Άγγελοι» CEOs, επενδυτές-αρνητές και επιστήμονες σκεπτικιστές

Στο επικέντρο της δημοσιότητας βρίσκονται οι Ντάριο Αμοντέι (Anthropic) και Σαμ Άλτμαν (OPEN AI) οι οποίοι πρωτοστατούν εκφράζοντας μια παράδοξη στάση. Από την μια πλευρά υπερτονίζουν τις υπαρξιακές απειλές που ελλοχεύουν από την εκρηκτική επιτάχυνση στην ανάπτυξη της ΤΝ. Από την άλλη, είναι οι ίδιοι που στο εσωτερικό των εταιριών τους πιέζουν για γρηγορότερα αποτελέσματα, σε βαθμό μάλιστα, ώστε κατά την ανάπτυξη των νέων μοντέλων να επαφίενται σε πλημμελείς μηχανισμούς ασφάλειας και ελέγχου, ή να παρακάμπτουν ακόμα και αυτούς.
Για την στάση τους αυτή επικαλούνται τον ανταγωνισμό, την ανάγκη να αγγίξουν πρώτοι το επίπεδο τεχνολογικής υπεροχής ώστε να διαφυλάξουν την ανθρωποκεντρική του κατεύθυνση, αλλά και την γεωπολιτική απειλή που αντιπροσωπεύει μια ενδεχόμενη επικράτηση της Κίνας στην κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη.

Η αντιφατικότητα της στάσης τους ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως.

Η κυριότερη ένσταση έγκειται στο ότι αυτός ο διπλός ρόλος καταστροφολόγου-επιταχυντή τους αποδίδει ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο και κύρος, που προσμετράται επιπλέον της ολιγοπωλιακής ισχύος που έχουν επισωρεύσει: με το να προβάλλονται ως ‘διαμεσολαβητές’ ανάμεσα στην τεχνολογική μοναδικότητα και το υπαρξιακό ρίσκο που αυτή συνεπάγεται, καθίστανται κάτι ως κλειδοκράτορες του μέλλοντος.

Υπάρχουν όμως και αίτια πολύ πιο ταπεινά, αντιτείνουν οι επικριτές τους. Η OpenAI και η Anthropic, μαζί με τους άλλους μεγάλους παίκτες του κλάδου, έχουν δεσμευθεί σε επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κέντρα δεδομένων, υπολογιστική ισχύ και άλλες συναφείς υποδομές μέσα στα επόμενα χρόνια. Σε ένα σχετικό σενάριο εκτιμάται ότι έως το 2030 οι ετήσιες επενδύσεις σε υποδομές ΤΝ θα μπορούσαν να πλησιάσουν το $1 τρισ., ή περίπου το 2,8% του αμερικανικού ΑΕΠ [1].

Την ίδια στιγμή, οι εταιρείες αυτές επιδιώκουν τη δραστική μείωση του κόστους πρόσβασης και τη μαζικότερη δυνατή διάχυση των εργαλείων τους, απορροφώντας προς το παρόν πολύ υψηλές συνολικές ζημίες και κεφαλαιακές δαπάνες. Και βρίσκονται υπό συνεχή ανταγωνιστική πίεση από τα ανοιχτά μοντέλα, τα κορυφαία από τα οποία υπολείπονται πλέον των κλειστών μοντέλων κατά λίγους μόνον μήνες.

Προκύπτει έτσι μια διαφορετική ανάγνωση της επιμονής ορισμένων από τους μεγάλους παίκτες υπέρ της αυστηρότερης ρύθμισης: μια ολιγοπωλιακή αγορά, η οποία απαιτεί τεράστιες και διαρκώς αυξανόμενες επενδύσεις για να διατηρήσει το τεχνολογικό της προβάδισμα, έχει παράλληλα συμφέρον να διαμορφώσει εγκαίρως τους κανόνες εισόδου και λειτουργίας σε αυτήν. Έτσι η ρύθμιση της ΤΝ μπορεί να λειτουργεί όχι μόνο ως μηχανισμός ασφάλειας, αλλά και ως κατοχύρωση των υφιστάμενων συσχετισμών ισχύος.

Οι υπαρκτές, αλλά δευτερεύουσες ως προς την πραγματικότητα των τεχνολογικών ρίσκων και απειλών διαστάσεις τείνουν να προκαλέσουν ένα νέο ρεύμα αρνητών. Για την ακρίβεια, μέσα από την δημόσια αντιπαράθεση στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχουν διαμορφωθεί 3 χαλαρές κατηγορίες αντιμετώπισης των εξελίξεων, και του όλου ζητήματος που τίθεται.

Οι αρνητές των καταστροφικών σεναρίων προέρχονται από την επιταχυντική πτέρυγα της αντιπαράθεσης και τραβούν τη διάσταση των εταιρικών συμφερόντων στα άκρα. Ορισμένοι αμφισβητούν ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα πρόσφατα περιστατικά ασφαλείας, υποστηρίζοντας ότι συμπεριφορές όπως η αυτοσυντήρηση, ο εκβιασμός ή η μη εξουσιοδοτημένη δράση εμφανίζονται συχνά μέσα σε τεχνητά κατασκευασμένες συνθήκες αξιολόγησης και στη συνέχεια ερμηνεύονται με δραματικότερους όρους απ’ όσους δικαιολογούν.

Ο Μαρκ Αντρίσεν, από τους χαρακτηριστικότερους εκφραστές αυτής της προσέγγισης, είναι σήμερα μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του προέδρου Τραμπ. Υποστηρίζει ότι ορισμένα τέτοια πειράματα ουσιαστικά ωθούν τα μοντέλα να αναπαράγουν δυστοπικά σενάρια που υπάρχουν ήδη στα δεδομένα εκπαίδευσής τους. [2]

Ο δε Άλεξ Καρπ της Palantir υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αποδεχθούν το μεγάλο ρίσκο που προκύπτει από την επιτάχυνση στην ανάπτυξη της ΤΝ, επειδή το τίμημα της επιβράδυνσης ενδέχεται να σημαίνει το πέρασμα της τεχνολογικής πρωτοκαθεδρίας στην Κίνα [3].

Στο ίδιο κλίμα, τμήματα της αμερικανικής βιομηχανίας τεχνολογίας και Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες έχουν καταγγείλει κινεζικές επιχειρήσεις επιρροής που επιχειρούν να ενισχύσουν τις αντιδράσεις απέναντι στα κέντρα δεδομένων και στην ενεργειακή επέκταση της ΤΝ. Υπάρχουν πράγματι καταγεγραμμένες τέτοιες απόπειρες, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει χωρίς ωστόσο στοιχεία ότι αυτές εξηγούν το ίδιο το κύμα κοινωνικής αντίδρασης — το οποίο, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, έχει ισχυρή εγχώρια βάση.

Υπάρχει όμως μια εμφανής αντίφαση σε αυτή την επίκληση της κινεζικής απειλής. Η ίδια η Κίνα δεν έχει επιλέξει ένα καθεστώς ανεξέλεγκτης τεχνολογικής επιτάχυνσης: αντίθετα, έχει εγκαθιδρύσει ένα πολύ πυκνότερο σύστημα κρατικής εποπτείας, με αξιολογήσεις ασφαλείας, υποχρεωτική καταχώρηση αλγορίθμων, ελέγχους των παρόχων και υποχρεωτική σήμανση του παραγόμενου από ΤΝ περιεχομένου — παρότι μεγάλο μέρος αυτού του πλαισίου συνδέεται ασφαλώς και με τον πολιτικό και ιδεολογικό έλεγχο του κινεζικού κράτους.

Ένα δεύτερο, ευρύτερα στρατηγικό ζήτημα είναι το εξής: εάν η «κούρσα με την Κίνα» χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει επιλογές που επιβαρύνουν το ενεργειακό κόστος, αναδιατάσσουν την αγορά εργασίας ή προκαλούν έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις, τότε η ίδια η επιτάχυνση καταλήγει να παράγει εσωτερικές εντάσεις που υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή και την πολιτική νομιμοποίηση πάνω στις οποίες στηρίζεται τελικά και η εθνική ισχύς.
Υπάρχουν επίσης οι σκεπτικιστές μια μικρότερη κατηγορία που εντοπίζεται αμιγώς εντός της επιστημονικής κοινότητας, και ιδίως, σε εκείνην με αντικείμενο συναφές στην ΤΝ. Ο πιο διάσημος από αυτούς είναι ο Γαλλοαμερικάνος Γιαν Λεκουν, επιστήμονας με καθοριστική συνεισφορά στην εξέλιξη των βαθιών νευρωνικών δικτύων τα οποία οδήγησαν στα σημερινά μεγάλα γλωσσικά μοντέλα. Ο Λεκούν, έχει πια εγκαταλείψει αυτό το πεδίο της έρευνας, και προσανατολίζεται στα ‘μοντέλα κόσμου’, μια άλλη μη γλωσσική, αναπαραστατική προσέγγιση Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία υπόσχεται ρηξικέλευθες εφαρμογές στην ρομποτική ή την αυτόνομη οδήγηση (ως προς την κατανόηση του χώρου).

Ο Λεκούν υποστηρίζει ότι η κινδυνολογία γύρω από την υπαρκτή μη ευθυγράμμιση μοντέλων, αντί να εστιάσει στα (υπαρκτά) προβλήματα εκπαίδευσης, πλημμελών δικλείδων ασφαλείας και δεοντολογικών κανονισμών στο εσωτερικό των εταιριών, διολισθαίνει σε ανθρωπομορφισμό, λανθασμένα αποδίδοντας σε αυτόματα ανθρώπινες ποιότητες και ιδιότητες (συνείδηση, εμπρόθετη δράση). Την ίδια κριτική ασκεί και στους επικεφαλής των κολοσσών ΤΝ για την επιμονή τους προς την υπερνοημοσύνη, τις συχνές δηλώσεις τους ότι βρίσκεται προ των πυλών, τις προφητείες τους ότι θα εξαλείψει την ανθρωπότητα [4].

Ένα αυθεντικό κοινωνικό κίνημα;

Τέλος, το ζήτημα έχει προκαλέσει και μια μεγάλη κοινωνική κινητοποίηση –που στις ΗΠΑ υπερβαίνει ακόμα και την οξυμένη αυτή πολιτική της πόλωση. Οι αντιδράσεις στοχοποιούν την κατασκευή Κέντρων Δεδομένων με άμεση αιχμή επιχειρήματα που σχετίζονται με την κατανάλωση ενέργειας και νερού, την γενικότερη δυσπιστία ως προς τους κολοσσούς της ΤΝ κ.ο.κ.

Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση του University of Massachusetts Amherst [5], η οποία διεξήχθη κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου 2026, το 65% των ερωτηθέντων απαντούσε ότι αντιτίθεται στην κατασκευή ενός κέντρου δεδομένων παρακείμενα της κοινότητάς του, το 24% ότι είναι ουδέτερο, και μόνο το 11% ότι διάκειται θετικά. Επίσης το 76% των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών τηρούν αρνητική στάση, και το 52% των Ρεπουμπλικάνων, και το 67% των ανεξάρτητων ψηφοφόρων.

Τα αίτια της δυσπιστίας είναι βέβαια, ευρύτερα. Οι Αμερικάνοι πολίτες (σε μεγάλο βαθμό υπεράνω πολιτικών διαιρέσεων όπως διαφαίνεται από τις δημοσκοπήσεις) βιώνουν αυτήν την περίοδο ένα κύμα πρωτοφανούς ακρίβειας, δημοσιονομικής πίεσης κ.ο.κ. Την ίδια στιγμή οι κολοσσοί της ΤΝ εξαγγέλλουν επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, η αναγκαιότητα των οποίων στηρίζεται στην υπόσχεση ενός θαυμαστού νέου κόσμου που βρίσκεται στον αντίποδα των εμπειριών της κοινωνίας.

Επιπροσθέτως: η τεράστια ζήτηση κεφαλαίων για Data Centers και συσχετιζόμενες υποδομές, οι οποίες ως επί το πλείστον είναι εντάσεως κεφαλαίου, οδηγεί σε έλλειψη πόρων για επενδύσεις σε κλάδους εντάσεως εργασίας. Υπό αυτήν την έννοια, υπάρχει σχετικός αναπροσανατολισμός της οικονομίας σε κατευθύνσεις που δεν διευκολύνει την αναβάθμιση της ανθρώπινης εργασίας –το αντίθετο.

Και βέβαια, υπάρχουν οι προκαταρκτικές μελέτες του Έρικ Μπρίνγιολφσον, διευθυντή του Εργαστηρίου Ψηφιακής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, σύμφωνα με τις οποίες η αρνητική επίδραση της ΤΝ στην απασχόληση φαίνεται να συγκεντρώνεται μέχρι σήμερα δυσανάλογα στους νέους και λιγότερο έμπειρους εργαζομένους· ιδίως, σε επαγγέλματα όπου η ΤΝ μπορεί να αυτοματοποιήσει τυποποιημένες και κωδικοποιήσιμες εργασίες. Η μείωση της απασχόλησης αποτυπώνεται στον περιορισμό των νέων προσλήψεων και όχι στις απολύσεις έμπειρων εργαζόμενων. [6]

Μέσα από αυτήν την τάση εκδηλώνεται ο κίνδυνος να διαρραγεί ο ίδιος ο μηχανισμός απόκτησης εμπειρίας: εάν αυτοματοποιούνται οι αρχικές εργασίες μέσω των οποίων ένας νέος εργαζόμενος αποκτά πρακτική γνώση, περιορίζονται και οι δυνατότητές του να αποκτήσει την εμπειρία που αργότερα θα του επέτρεπε να αναλάβει πιο σύνθετους και δημιουργικούς ρόλους. Διαφαίνεται έτσι ένας μηχανισμός υποβάθμισης και αποδυνάμωσης της ανθρώπινης εργασίας.
Για όλους αυτούς τους λόγους, υπάρχει έντονη ανησυχία και κινητοποίηση μερίδων της κοινωνίας γύρω από το ζήτημα. Ως προς αυτό, δεν είναι τυχαία η ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών, και η ύπαρξη διακομματικών πρωτοβουλιών σε επίπεδο ακτιβισμού ή παρεμβάσεων στην δημόσια συζήτηση.
Μια τέτοια πρόσφατη, συσπείρωσε από κοινού τον Μπέρνι Σάντερς, ηγέτη των Δημοκρατών Σοσιαλιστών που βρίσκεται στα αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος, με τον Στηβ Μπάνον, ‘αρχιτέκτονα’ του Ρεπουμπλικανικού λαϊκιστικού κινήματος βάσης των Maga, που εν πολλοίς χάρισε στον Τραμπ την ανάδειξή του στην αμερικανική προεδρία, ιδίως στην πρώτη θητεία του.

Αυτή η ‘συνάντηση’ κάθε άλλο παρά εκφράζει τις ‘εκλεκτικές συγγένειες’ του δεξιού και του αριστερού οικονομικού λαϊκισμού/δημαγωγίας, όπως σχολίασαν κάποιοι αφ’ υψηλού. Αντίθετα, σηματοδοτεί για πρώτη φορά την σύγκλιση των καλλιεργημένων μητροπολιτικών μεσοστρωμάτων, με τις περιφερειοποιημένες λαϊκές τάξεις της ενδοχώρας ενώπιον των κοινών απειλών που προκύπτουν από την δραματική επιτάχυνση της τεχνολογικής εξέλιξης.
Δεν ήταν μόνον, η συνάντηση Σάντερς-Μπάνον το ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της πρωτοβουλίας. Αλλά η σύμπραξη συνδικάτων όπως η Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας και το Κογκρέσο Βιομηχανικών Οργανώσεων (AFL-CIO), ή η Αμερικανική Ομοσπονδία των Δασκάλων, η Καθολική Εκκλησία, ηθοποιοί, κάτοχοι νόμπελ κ.ο.κ.

Το εύρος και το βάθος αυτής της συμμαχίας ορίζουν και το περιεχόμενο της παρέμβασής της. Η διακήρυξη που κυκλοφόρησε (βλ. Για μια Τεχνητή Νοημοσύνη υπέρ του Ανθρώπου [7]) αποτελεί ένα κείμενο υψηλής πολιτικής σύνθεσης, με έντονη ηθική και δεοντολογική διάσταση, το οποίο όμως δεν περιορίζεται σε μια γενική έκκληση για «υπεύθυνη ΤΝ». Καταλήγει σε έναν συγκεκριμένο οδικό χάρτη πολιτικών παρεμβάσεων: ζητά τη διατήρηση ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου πάνω στα συστήματα ΤΝ, ανεξάρτητη εποπτεία των πλέον ισχυρών συστημάτων και απαγόρευση της ανάπτυξης υπερνοημοσύνης έως ότου υπάρξει ευρεία επιστημονική συναίνεση για την ασφάλειά της και ισχυρή κοινωνική αποδοχή· προτείνει μηχανισμούς άμεσης απενεργοποίησης και αποκλείει αρχιτεκτονικές που θα επέτρεπαν την αυτόνομη αυτοβελτίωση ή αυτοαναπαραγωγή.

Παράλληλα, στρέφεται ευθέως κατά της συγκέντρωσης οικονομικής και πολιτικής ισχύος στους τεχνολογικούς κολοσσούς, ζητώντας αποτροπή των μονοπωλίων, ανεξαρτησία του ρυθμιστικού πλαισίου από τις ίδιες τις εταιρείες, ευρεία κοινωνική κατανομή των οικονομικών ωφελειών της ΤΝ και δημοκρατικό έλεγχο των μεγάλων αποφάσεων που αφορούν την εργασία και την κοινωνία. Τέλος, προβλέπει ένα πλέγμα προστασίας του ίδιου του ανθρώπου: ειδική προστασία των παιδιών, προληπτικές δοκιμές των chatbots για επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, απαγόρευση τεχνικών που προκαλούν συναισθηματική εξάρτηση, σαφή επισήμανση του περιεχομένου που παράγεται από ΤΝ, προστασία των προσωπικών και ψυχολογικών δεδομένων και συγκεκριμένη νομική ευθύνη τόσο των κατασκευαστών όσο και των χρηστών των συστημάτων.

Σημειώσεις:

[1] Tomasz Tunguz, “Are We Being Railroaded by AI?”, Tomasz Tunguz, 6 November 2025. Tomasz Tunguz, https://tomtunguz.com/llm-impact-gdp/
[2] Joe Rogan, “#2501 – Marc Andreessen”, The Joe Rogan Experience, 19 Μαΐου 2026. PodScripts
https://podscripts.co/podcasts/the-joe-rogan-experience/2501-marc-andreessen
[3] Colin Demarest, “U.S. must ‘absorb a lot of risk’ in AI race, says Palantir’s Karp”, Axios, 12 November 2025. Axios
https://www.axios.com/2025/11/12/karp-palantir-ai-china-competition
[4] MIT Sloan Management Review India Editors, “LeCun Questions Superintelligence Hype”, MIT Sloan Management Review India, 19 February 2026. MIT Sloan Management Review India
https://mitsloanindia.com/article/lecun-questions-superintelligence-hype/
[5] University of Massachusetts Amherst Poll, “Just 1 in 9 Americans Support AI Data Center Construction in their Local Communities”, 14 September 2026. Πανεθνική δημοσκόπηση 1.000 ερωτηθέντων, διεξαχθείσα 21–26 Αυγούστου 2026. umass.edu
https://www.umass.edu/poll/about/reports/2026-09-national-public-opinion-poll-2
[6] Erik Brynjolfsson, Bharat Chandar and Ruyu Chen, “Canaries in the Coal Mine? Six Facts about the Recent Employment Effects of Artificial Intelligence”, Stanford Digital Economy Lab, Working Paper, revised 12 August 2026. Stanford Digital Economy Lab
https://digitaleconomy.stanford.edu/publication/canaries-in-the-coal-mine-six-facts-about-the-recent-employment-effects-of-artificial-intelligence/
[7] Άρδην – Ρήξη, «Διακήρυξη: Για μια Τεχνητή Νοημοσύνη υπέρ του Ανθρώπου», 15 Σεπτεμβρίου 2026. Άρδην – Ρήξη.

Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ