Κοινωνία

Να επιτραπεί στις μεταποιητικές επιχειρήσεις να δημιουργούνται και λειτουργούν μέσα στον αστικό ιστό

Του Αλέξανδρου Οικονομίδη από το ιστολόγιο endogenis.blogspot.com

Η αποβιομηχάνιση της χώρας συντελείται αδιαλείπτως τα τελευταία τουλάχιστον 30 χρόνια.

Είναι τουλάχιστον υποκρισία το ότι ενώ  αφενός μεν αναγνωρίζουμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των μεταποιητικών επιχειρήσεων (95%) είναι πολύ μικρές (1-9 άτομα), από την άλλη προσπαθούμε όλα αυτά τα χρόνια να τις απομακρύνουμε μακριά από τον αστικό ιστό, κάπου μακριά από εμάς, «ας υπάρχουν αρκεί να μην τις βλέπουμε»!

Το βασικό επιχείρημα είναι η «όχληση» την οποία δήθεν δημιουργούν τα συνεργεία,  μηχανουργεία, ξυλουργεία και όχι τα νυκτερινά κέντρα, οι καφετέριες, σουβλατζίδικα και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος οι οποίες συμβάλλουν οικονομικώς στα έσοδα των δήμων είτε άμεσα είτε έμμεσα με το μαύρο χρήμα.

Όλοι οι δήμοι, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, θέλουν να γίνουν Φιλοθέη.

Πέρα από τα μεγάλα λόγια και τις δήθεν αγαθές προθέσεις όλων των εμπλεκομένων, (και είναι πάρα πολλοί: κάθε είδους Υπουργεία, Περιφερειακές Αρχές, Δημοτικοί άρχοντες, Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, Μητροπολιτικές (sic!) αρχές και ότι άλλο), προκάλεσαν με το πρόσχημα της αδειοδότησης την πολυνομία και την πολυαρχία, και οδήγησαν απολύτως ηθελημένα, όχι μόνο στην αποβιομηχάνιση της χώρας μας και στην σημερινή οικονομική, και όχι μόνο κρίση, αλλά και στην μεγιστοποίηση της διαφθοράς προς άμεσο προσωπικό τους όφελος.

Τα εργαλεία τους είναι πάρα πολλά: χαρακτηρισμός ή μη «χρήσεων γης», τεράστια δημοτικά τέλη, επέκταση αστικού ιστού, μη έγκριση επαύξησης ισχύος, απαγόρευση στο να δίνονται νέες άδειες και επιβάλλοντας ουσιαστικά την αγορά παλαιών επιχειρήσεων, με ότι κρυφούς ή και φανερούς «σκελετούς» κουβαλούν η κάθε μία στο ντουλάπι τους, και άλλα πολλά.

Περιοχή του «Ελαιώνα» ή πως ο χαρακτηρισμός «χώρος κοινόχρηστου πρασίνου» μετατράπηκε σε «χώρος προσωπικού μαύρου χρήματος».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της περιοχής του «Ελαιώνα» στην Αθήνα.

Στην περιοχή αυτή, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, μεταφέρθηκαν οι μεταποιητικές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν μέχρι τότε στην περιοχή του Ψυρρή.

Στα μέσα της επόμενης δεκαετίας του 1980 σταμάτησαν να δίνονται νέες άδειες μια και η περιοχή χαρακτηρίζεται πλέον ως δήθεν «χώροι κοινόχρηστου πρασίνου».

Το τραγικό αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή αποβιομηχάνιση της περιοχής και το ξερίζωμα πάρα πολλών δεξιοτήτων όπως κεραμοποιείων (υπήρχαν από την αρχαιότητα λόγω ότι η περιοχή είχε και έχει πολύς καλής ποιότητας χώμα για την παρασκευή πηλού),  μηχανουργείων, νικελωτήριων, μασγαλατζήδων, χυτηρίων, ξυλουργείων, παπουτσάδικων κλπ.  που χάθηκαν, μια και στις νεώτερες γενεές δεν επετράπει να ακολουθήσουν το επάγγελμα των πατεράδων τους.  Φυσικά όλα αυτά ουδόλως εμπόδισαν τους όποιους υπηρεσιακούς και μη παράγοντες να επιδιώξουν να δώσουν άδεια σε κατασκευή γηπέδου είτε παλαιότερα του Ολυμπιακού είτε πρόσφατα του Παναθηναϊκού είτε σε γιγάντιες υπερ-κατασκευές τύπουMall!

Η μέχρι πριν την κρίση κατάληψη από τους Ρομά των ήδη εγκατελημένων βιοτεχνικών εγκαταστάσεων, προστάτευσε ευτυχώς την περιοχή αυτή από μία στρεβλή ανάπτυξη, κατά τα πρότυπα της πρώην βιοτεχνικής περιοχής του Ψυρρή.

Σήμερα στην περιοχή αυτή ενώ συνεχίζεται να απαγορεύεται η μεταποιητική δραστηριότητα, και παρά την οικονομική κρίση, δίνονται άδειες για ανέγερση τεραστίων χώρων αναψυχής -νέου τύπου σκυλάδικων -τεραστίων μαύρων κουτιών με γιγαντοοθόνες που παίρνουν την θέση των βιοτεχνικών εγκαταστάσεων, ιδιαίτερα στην περιοχή του Κεραμικού, στην οδό Πειραιώς και στην Ιερά οδό.

Προφανώς ο χαρακτηρισμός «χώρος κοινόχρηστου πρασίνου» μετατράπηκε σε «χώρος προσωπικού μαύρου χρήματος».

Οι δεξιότητες που χάνονται

Όταν ήμουν μικρός στην γειτονιά μου στην κάτω Ηλιούπολη δίπλα την λεωφόρο Βουλιαγμένης, απέναντι από το σπίτι μου υπήρχαν ένα ξυλουργείο, μία μάντρα με έναν τεχνίτη που κατασκεύαζε τσιμεντόλιθους και ένα εργαστήριο που χύτευε πλαστικά στρατιωτάκια.

Δίπλα στους χώρους που έπαιζα σαν παιδί παρακολουθούσα τον τρόπο που ο μάστορας ξυλουργός έπιανε το ξύλο και από πρώτη ύλη το σμίλευε σε γλυπτό – προϊόν. Ήξερε ότι ήταν έτοιμο όταν χαϊδεύοντας το πολλές φορές έλεγε: «είναι καλό»! Αυτός ο μάστορας στα παιδικά μου μάτια ήταν ένας μάγος.

Ο τεχνίτης στη μάντρα αφού ανακάτευε υλικά με τσιμέντο τα έβαζε σε ένα καλούπι και δημιουργούσε ένα τσιμεντόλιθο. Δεν μπορώ να πω πως ενθουσιαζόμουν με το επάγγελμα αυτό μια που ήταν επαναλαμβανόμενο.

Σαν παιδί ακόμα, τα καλοκαίρια ο πατέρας μου με έπαιρνε «για δουλειά» στο μηχανουργείο που διατηρούσε στου Ψυρρή.

Αυτό που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν  η πολυμορφία και συνύπαρξη πολυάριθμων διαφορετικών μεταποιητικών μονάδων, μηχανουργείων, νικελωτήριων, τσαγκάρικων, χυτηρίων, ξυλουργείων, γαζωτήριων, τσαντάδικων, ραφτάδικων και τόσων άλλων, σε μια πολύ μικρή αστική περιοχή. Αυτή η συνύπαρξη ήταν που δημιούργησε μια απίστευτη συνέργεια των μονάδων αυτών μεταξύ τους, για την κατασκευή τελικού προϊόντος.

Όλοι αυτοί οι μάστορες, τεχνίτες, βιοτέχνες, όταν ξεκίνησαν δεν είχαν χρήματα, τεχνολογικό εξοπλισμό και μέσα, δεν είχαν cash flow & business plan, ενώ οι τράπεζες ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες γι αυτούς, αλλά αυτό που είχαν ήταν ο λόγος και το ήθος στην αγορά,  και αυτά δεν κληρονομούντο αλλά κερδίζονταν μέρα με την ημέρα.

Το προσωπικό τους δεν αποτελούνταν από βιομηχανικούς εργάτες, αλλά συνήθως από νέους ανθρώπους που τους εκπαίδευαν για να γίνουν και αυτοί τεχνίτες.
Οι πιο άξιοι μάστορες, άνοιγαν δικό τους «μαγαζί» παίρνοντας σαν  μοναδικό προικιό τις περισσότερες φορές, βοήθεια από τα ίδια τα πρώην αφεντικά τους.

Κι αυτό δεν ήταν καμιά απώλεια ταξικής συνείδησης, αλλά σε αυτόν τον τόπο το λένε προκοπή!

Για τους τεχνίτες αυτούς δεν υπήρχε κάτι το μη κατασκευάσιμο.

«Πες μου τι ζητάς και εγώ θα βρω τον τρόπο να στο κατασκευάσω»!

Αυτή η συνέργεια της εποχής, ήταν στα αλήθεια και ο κορμός της ενδογενούς ανάπτυξης της εποχής εκείνης, η οποία δεν στηρίχθηκε σε ξένα κεφάλαια, σε κανένα σχέδιο Μάρσαλ, αλλά στη υπεράνθρωπη κινητοποίηση του ελληνικού λαού μετά τον εμφύλιο, ενοποιημένου στην πράξη των νικητών με τους  ηττημένους, που μπορεί μεν να είχαν ηττηθεί στρατιωτικά αλλά όχι ηθικά, και όντας αποκλεισμένους από τον κρατικό μηχανισμό λόγω κοινωνικών φρονημάτων.

Αυτός ο λαός κατέβαλλε τεράστια προσπάθεια να επιβιώσει.

Αυτό αποτελεί ένα μη επαρκώς μελετημένο παράδειγμα ενδογενούς ανάπτυξης που παρήγαγε υπεραξία από το τίποτα.

Η άμεση συναναστροφή μας με τις δεξιότητες γύρω μας, μας έκανε να τις αγαπήσουμε και να μπορούμε να αποφασίσουμε μόνοι μας αν θέλουμε να ασχοληθούμε με το επάγγελμα αυτό.

Σήμερα τα παιδιά μας στις πόλεις έχουν «αποστειρωθεί» από τέτοιου είδους ερεθίσματα με αποτέλεσμα να νομίζουν ότι η μόνη επαγγελματική διέξοδος είναι το πανεπιστήμιο και μετά μία θέση στο δημόσιο. Η καθημερινή τηλεθέαση καλλιεργούν στα παιδιά επιθυμίες του τύπου «Εγώ όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω Famous ή Star»!

Πως φθάσαμε έως εδώ;

Με τον απίστευτο διωγμό όλων αυτών των εργαστηρίων. Όλη αυτή η μεταποιητική δραστηριότητα αντί να βοηθηθεί, προκειμένου να εκσυγχρονίσει το δικό της ιδιαίτερο πρότυπο, συκοφαντήθηκε, χτυπήθηκε και κυνηγήθηκε  με κάθε τρόπο. Οι κάθε λογής “αγράμματες” υπηρεσίες, φορείς ενός άκριτου εισαγόμενου πρότυπου, στο όνομα ενός κατ’ επίφαση μόνο εκσυγχρονισμού, κατέστρεψαν δια της βίας, την τοπική παραγωγική μας  πραγματικότητα, πραγματικότητα που ουδέποτε την κατανόησαν και εκτίμησαν σωστά ή αγάπησαν.

Αυτό πρέπει επιτέλους να σταματήσει, και αν πιστεύουμε ότι πρέπει να ξανασταθούμε στα πόδια μας, το ελάχιστο που πρέπει να γίνει είναι η μεταποίηση να επιστρέψει μέσα στον αστικό ιστό.

*Αλέξανδρος Οικονομίδης, Μαθηματικός – Μηχανουργός

One Comment

  1. Ζώντας Επικινδύνως

    Η πρόταση είναι σωστή και νομίζω ότι θα άξιζε να υιοθετηθεί από το Δημοτικό Συνδυασμό “Αθήνα για την Ελλάδα”.
    Όποιος ζει ή έχει ζήσει στο παρελθόν στην Αθήνα και έχει μια ελάχιστη γνώση του τομέα της μεταποίησης μπορεί πανεύκολα να παρατηρήσει με το μάτι αυτό που λέει ο κύριος Οικονομίδης. Φτάνει να δει πόσα τυροπιτάδικα, καφετέριες και πόσα ΙΕΚ αισθητικής, κομμωτικής, γραφικών τεχνών ανοίγουν, και πόσα εργαστήρια, βιοτεχνίες ή σχολές μάθησης πρακτικών εφαρμογών ανοίγουν.

    Μια παρατήρηση από πλευράς μου. Η ρίζα του προβλήματος δεν είναι τα fame story. Δεν είναι ούτε καν η διάχυτη ιδεολογική απαξίωση της μεταποιητικής εργασίας από τη μικρομεσαία οικογένεια καθότι ταυτιζόμενη στο παρελθόν με τη βαριά χειρονακτική, “προνόμιο” ορισμένων καταδιωκόμενων αριστερών ή των φτωχότερων εσωτερικών μεταναστών.

    Όσα άτομα που γνωρίζω και είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν ένα πρόγραμμα Cad, να διαβάσουν ένα ηλεκτρονικό διάγραμμα ή ένα διάγραμμα βιομηχανικού σχεδιασμού αν δεν φύγαν στο εξωτερικό, κοιτάξανε να σπουδάσουν τίποτε άλλο που “θέλει η αγορά” ή προσαρμόστηκαν σε δουλειές που δεν είναι του αντικειμένου τους. Όταν η πιο κοντινή σχολή συγκολλητών μετάλλων είναι στο….Πέραμα λες και για να μάθει κάποιος/α για τους τρόπους συγκόλλησης μετάλλων πρέπει να δουλεύει σώνει και καλά στο Σκαραμαγκά τότε πράγματι συμβαίνει κάτι άλλο.

    Αυτό που καταλαβαίνω, κάνοντας τη σύγκριση με το εξωτερικό, είναι ότι η γραφειοκρατική δυσκολία ανοίγματος και η φορολογική δυσκολία διατήρησης μιας τέτοιας δραστηριότητας έχει αφαιρέσει τον ίδιο τον ορίζοντα του να ασχοληθεί κάποιος με το αντικείμενο ακόμα και αν αυτό σημαίνει να φυτοζωεί με πεντάωρα σε δήμους καταστρέφοντας εντέλει κάθε δημιουργικότητά του. Ούτε καν οι καλλιτέχνες που ασχολούνται με το πάθος τους και δεν εμπιπτουν άμεσα στην οικονομική σφαίρα, δε τη ψάχνουν πλέον με ορισμένα υλικά.
    Άμα δε πας σε μάντρα διάλυσης/ανακύκλωσης από Χαϊδάρι και πέρα δε υπάρχει περίπτωση να δεις μπουκάλες οξυγόνου ασετυλίνης. Οι κόφτες μετάλλων πλάσματος είναι σχεδόν επιστημονική φαντασία για τους μη άμεσα -ελάχιστους- εμπλεκόμενους. Εξίσου ελάχιστοι λειτουργούν μηχανές cnc σε ξυλουργεία και μεταλλουργεία εντός του Δήμου Αθηνών. Εργαστήρια υπολογιστών όπως ήταν παλιότερα στη Στουρνάρη και πέριξ τα οποία θα μπορούσαν να έχουν εμπλουτίσει τις δραστηριότητές τους με επισκευές smartphones, εφαρμογές sw για άλλους τομείς κλπ πλέον σπανίζουν. Δε μιλάμε για χαλυβουργείο ή παραγωγή αυτοκινήτων αλλά για ελαφρά βιομηχανία/βιοτεχνία, υψηλής προστιθέμενης αξίας.

    Όπως πολύ σωστά επισήμανε ο αρθρογράφος, η ροή του μαύρου χρήματος της νύχτας είναι τέτοια που καταβροχθίζει ολόκληρες περιοχές της Αθήνας. Το έκανε με το Μπουρνάζι στο Περιστέρι, με το Μεταξουργείο και το Κεραμεικό στην Αθήνα που είχαν οικονομική βάση άρα και εξάφραζαν πραγματικά συμφέροντα όχι ιδεολογίες. Θα κόλλαγε στη Μονμάρτη των Εξαθλίων που λέει και το έσχατο ανεπάγγελτο ρετάλι της ελλαδίτικης πολιτικής σκηνής;

    Όσοι έχουν σπουδάσει, έστω θεωρητικά, ένα παραγωγικό αντικείμενο δε βρίσκουν πρακτική διέξοδο ακόμα και να το θέλουν. Μερικές φορές η θεωρητική κατάρτιση χρειάζεται να συμπληρωθεί από ένα πρακτικό προσανατολισμό.

    Εκτός λοιπόν από την επιστροφή της μεταποίησης θα πρέπει να δοθούν κίνητρα και σε σχολές που να δίνουν και τα κατάλληλα γνωστικά εργαλεία ώστε να λειτουργήσουν στην ίδια περιοχή. Διότι καλή η μετάδοση της γνώσης από το μάστορα στο βοηθό με όλα τα ηθικά παρελκόμενα και το παράδειγμα της ενδογενούς ανάπτυξης όμως αυτή η διαδικασία χρειάζεται οργάνωση και σταθερή κατεύθυνση όχι απλά ηθικές νουθεσίες για να μπορέσει να σταθεί στη διεθνή κατανομή εργασίας.

    Οι εφαρμογές είναι άπειρες. Πρέπει όμως να μπει ο σπόρος για να ανθίσουν τα λουλούδια.

    Υ.Γ. Ένα άλλο θέμα παρόμοιο με το παραπάνω είναι αυτό της ανεξέλεγκτης τουριστικοποίησης του κέντρου της Αθήνας.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*