του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από την Ρήξη φ. 158

Μιας και μιλάμε για μελόδραμα, ας έρθουμε στα δικά μας. Ο Γιάννης Οικονομίδης που έγινε γνωστός για την ωμότητα που περιγράφει τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, σε μια κοινωνία σαν την ελληνική, που καταρρέει από τον ανελέητο βομβαρδισμό των «εκσυχρονισμών»-δυτικοποίησης, επιστρέφει με ένα ιδιόρρυθμο έως κωμικό μελόδραμα, «λυρικής» ωμότητας. Θα’ λεγε κανείς πως εκεί που ο Αϊνούζ γίνεται σύμμαχος των γυναικών του, ο Οικονομίδης κηρύττει (έχει κηρύξει προ πολλού δηλαδή) τον πόλεμο στην ελληνική κοινωνία. Με την ανταποδοτική σφοδρότητα μάλιστα, που η ίδια η ελληνική κοινωνία διεξάγει τον πόλεμο εναντίον του εαυτού της. Αν μη τι άλλο, στον Οικονομίδη θα πρέπει να αναγνωρίσουμε κάτι, που λείπει από τις ταινίες άλλων σκηνοθετών της νεώτερης γενιάς, τους χαρακτήρες μιας κοινωνίας που μπορούμε να τους αναγνωρίσουμε, έστω κι αν δεν μας αρέσει το πρόσωπό τους – εικόνα φανερή ή μύχια του δικού μας προσώπου. Υπάρχουν βέβαια δύο τρόποι να δει κανείς τα ανθρώπινα: ο καλός λογισμός και ο κακός. Ο Τσιώλης, φερ’ ειπείν, είχε πάρει τον καλό, ο Οικονομίδης πιάνει τον κακό.
Ο Ηρακλής Σκυλογιάννης είναι εργοστασιάρχης-επιχειρηματίας κάπου στην επαρχία, ο Μάνος είναι τραγουδιστής-φίρμα, επιχειρηματίας κι αυτός του τοπικού σκυλάδικου. Λακέδες, μπράβοι, γκόμενες είναι η –νυχτόβια κυρίως– ζωή τους. Κι από κοντά οι μανάδες των δύο – το τι έχει τραβήξει αυτή η δόλια η «Ελληνίδα μάνα» στο ελληνικό σινεμά, είναι παροιμιώδες. Η Όλγα από την άλλη, σύζυγος του Ηρακλή, θα γίνει το μήλον της έριδος, αφού τα φτιάχνει με τον Μάνο. Αναμενόμενο. Ο τραγουδιστής-επιχειρηματίας είναι πιο γοητευτικός –στον χάρτινο κόσμο των (φαλλοκρατικών ή των κινηματογραφικών) κλισέ πάντα– από έναν σκέτο επιχειρηματία, «ολίγον» μαφιόζο. Τα πράγματα βράζουν, όπως καταλαβαίνετε, ως τη στιγμή που το ανόσιο αυτό μείγμα θα εκραγεί.
Τη δραματική μεθόδευση της ιστορίας της ταινίας σαν μια χύτρα που σιγοβράζει μέχρι την τελική έκρηξη την ξέρει καλά ο Οικονομίδης και την υπηρετεί με μαστοριά, όπως και στις υπόλοιπες ταινίες του. Εδώ όμως προστίθεται κάτι ακόμα, όπως και στο Μικρό ψάρι (2014) άλλωστε: ο χάρτινος κόσμος των «παλπ-φίξιον». Η ταινία φοράει τα γυαλιά μιας κινηματογραφοφιλίας, που τόπους τόπους παραμορφώνουν την εικόνα. Η πραγματικότητα έτσι δεν είναι απλώς η τριγύρω μας πραγματικότητα, αλλά συμφύρεται με τις εικόνες που έχουμε δει στο σινεμά. Η ταινία δηλαδή επιχειρεί μια κινηματογραφική έξοδο μέσα από το σελιλόιντ. Είναι αλά Κοέν, είναι αλά Ταραντίνο, θα σας γελάσω. Πάντως, «κολυμπάει το μοσχάρι στο αίμα» κατά την παλιά ρήση των λαϊκών προφητειών. Κι ας είναι, κατά πρόθεση και μέχρι εκείνη την ώρα, κωμωδία το έργο. Κι ας έχουν τα αιματοκυλίσματα των Κοέν ή του Ταραντίνο μιαν άλλη, κάπως πιο αταβιστική σχέση με τον φόνο, που η αμερικανική κοινωνία, ως κοινωνία πιστολέρο, την έχει, ενώ η ελληνική κοινωνία, αν μη τι άλλο ως μεσογειακή, δεν την έχει.
Ενδεχομένως, για να πιάσω και την άλλη πλευρά, η ταινία να επιχειρεί την χαρτογράφηση με τρόπο παραβολικό της ξεσχισμένης και ματωμένης καρδιάς του Ρωμιού. Εδώ, θα βρεις στην ταινία ωραίες στιγμές. Όπως όταν ο Σκυλογιάννης κλαίει, ή εκείνο το «τι σε τρυγάει, πες μου», που του λέει ο πληρωμένος εκτελεστής. Ναι, ο Οικονομίδης βουτάει στα ελληνικά νερά, έστω κι αν είναι βάλτος. Αλλά άλλο να είσαι Αμερικανός και να πιστολίζεις όλο τον κόσμο κι άλλο Έλληνας και να σε πιστολίζουν χίλιοι διαβόλοι. Η ελληνική κοινωνία είναι «σκατά», για να το πω εξαρχειώτικα, που τόσο αρέσουν του σκηνοθέτη, αλλά τα σκατά της βγάζουν κι αγίους. Αυτός είναι, νομίζω, πιο πραγματικός κόσμος από τα «σκοτώνω και δεν πληρώνω» του σινεμά.
Γιάννης Τσορτέκης και Βίκυ Παπαδοπούλου, από τους συνήθεις υπόπτους των ταινιών του Οικονομίδη, στους κύριους ρόλους της Όλγας και του Ηρακλή. Ο Βασίλης Μπισμπίκης (που αξιοσημείωτα μοιάζει του σκηνοθέτη) είναι ο Μάνος. Στο σενάριο ο Χάρης Λαγκούσης και ο συγγραφέας (της κατά μόδαν ωμότητας) Δημοσθένης Παπαμάρκος. Η φωτογραφία είναι του Δημήτρη Κατσαΐτη και η μουσική του Ζαν Μισέλ Μπερνάρ. Το τραγούδι των τίτλων, ο «πειραγμένος» Καραγκιόζης, είναι του Μπάμπη Παπαδόπουλου. Ο Καραγκιόζης επιστρέφει; Έτσι μοιάζει. Μόνο που δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο Καραγκιόζης, αληθινά κωμικός, ένας ξεπεσμένος Οδυσσέας του καιρού μας, είναι κουτοπόνηρος απατεωνάκος καταφερτζής, αλλά κατ’ ουσίαν άκακος μπαγάσας, που αν πυροβολούσε ποτέ του θα ήταν μόνο για να σκιάξει τα πουλιά ή για να το βάλει με το μπαμ στα πόδια. Αυτή είναι η δική του (μας) χάρτινη αλήθεια. Στην κωμωδία, άλλωστε, που είναι η βαθιά τραγωδία της ζωής, δεν σκοτώνεται κανείς.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek