Από το Άρδην τ. 86, Ιούνιος-Αύγουστος 2011

εφημερίδα Φωνή του Πειραιώς, 24 Ιανουαρίου 1946

Ο Μπουκουβάλας (1904-1948) υπήρξε για κάποια χρόνια συνδιευθυντής της Φωνής του Πειραιώς. Το μοναδικό αυτό ρεπορτάζ-τεκμήριο συνιστά την πρωιμότερη –όσο γνωρίζουμε– εκτενή αναφορά στον Μ. Βαμβακάρη.

Ο Μάρκος, ο περίφημος λαϊκός τύπος, που με το σερέτικο τραγούδι του συναρπάζει τις χιλιάδες των απλοϊκών ανθρώπων, βρίσκεται έγκλειστος στα κρατητήρια του τμήματος της Γενικής Ασφαλείας. Μπλέχτηκε σε μια βρωμοδουλειά για την οποία –όπως διαβεβαιώνει – δεν έχει καμμιά σχέσι, μήτε και ιδέα.
Προ επταημέρου τα αστυνομικά όργανα του Ζ’ Τμήματος αντελήφθηκαν ύποπτες κινήσεις κατά την διάρκειαν της νυκτός αρκετών ατόμων έξω από μίαν αγγλικήν αποθήκην που στεγάζεται στο Γυμνάσιο του Μοσχάτου. Περιεκύκλωσαν ολόκληρο το τετράγωνο και πιάσανε όσους κυκλοφορούσανε στους δρόμους του εκείνην την στιγμή.
-Μαζί μ’ αυτούς – μας λέει ο Μάρκος που είναι αναμαλλιάρης – βρέθηκα να είμαι κι εγώ που πήγαινα κείνη την ώρα στη δουλειά μου…
-Σε ποια, ρε Μάρκο;
-Τραγουδάω στη Μπύρα του Καλαματιανού στις Τζιτζιφιές…
-Και πού κάθεσαι;
-Στην οδός Οφρινίου αρ. 35, στα Άσπρα Χώματα της Παλιάς Κοκκινιάς. Εκεί επήγαινα τα χαράματα από τις Τζιτζιφιές, κι έτσι έπεσα μέσα στον αστυνομικό μπλόκο…
-Κι έγινες τσακωτός…
Ο Μάρκος κουνάει μελαγχολικά το κεφάλι, κοιτώντας τον διοικητή της Γενικής Ασφαλείας κ. Ιωάννη Μάσβουλα, ο οποίος σπεύδει να τον τονώση ψυχικά.
-Αν είναι, όπως τα λες, Μάρκο, γρήγορα θα βγης για να ξαναφτιάξης ποιήματα, να τα συνθέσης και για να τραγουδήσης…
Ο Μάρκος αναστενάζει, ο έρημος, βαθειά και στρεφόμενος προς εμάς, μας λέει:
-Είμαι τόσες μέρες μέσα και δεν έχω δη τ’ άρρωστο παιδί μου. Μια ώρα αν μπορούσα να πεταχτώ να το δω…
Ο κ. Μάσβουλας, που όσο ευγενικός κι αν είναι, στο καθήκον του είναι άτεγκτος, παρεμβαίνει:
-Μάρκο, μη ζητάς αδύνατα πράγματα… Αύριο θα πας στον ανακριτή, κι αν είσαι αθώος, όπως λες και όπως ευχόμαστε, θα αφεθής ελεύθερος.
Συγκεκριμένως κατηγορούνται οι 17 συλληφθέντες του μπλόκου, ότι είναι οι δράσται μεγάλης κλοπής της ίδιας αποθήκης από την οποίαν αφηρέθησαν 20 καινουργή ελαστικά μετά των αεροθαλάμων των αξίας 45 εκατομμυρίων δραχμών.
Ο Μάρκος δεν επιμένει στην παράκλησί του, αφού, όπως λέει, είναι αθώος και ο ανακριτής επομένως θα τον αφήση ελεύθερον…

ΓΡΑΦΕΙ ΣΤΟ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΟ
-Μάρκο, πώς τα περνάς στο κρατητήριο;
-Η παλιά μου τέχνη κόσκινο. Γράφω ποιήματα. Άκου το τελευταίο, που έχει σχέσι με την περιπέτειά μου:
Κατά τις πέντε το πρωί, μπλόκο μας είχαν κάνει
ψηλά τα χέρια φώναξαν, δυο-τρεις πολιτσιμάνοι
και μας εκουβαλήσανε όλους μαζί στο τμήμα
και με τους έντεκα μαζί, ήμουν κι εγώ το θύμα.
Τι θέλετε από μένανε, λέγω του αστυνόμου
που μας εκουβαλήσατε στο τμήμα του εβδόμου;
Τι θέλεις, Μάρκο, εσύ μ’ αυτούς; Γιατί δεν εισ’ εν τάξει
να σου κολλήσουνε νταβά τέτοια μεγάλη πράξι;
Του Μάρκου η παλιά του τέχνη ήτανε χασαπόπουλο. Δεν είναι περισσότερο των 42 ετών. Με τις μούσες… έμπλεξε άσχημα, αφ’ ότου άρχισε και φούμαρε κάπου-κάπου «μαυράκι». Αυτό τον ενέπνεε και τον έκανε δημιουργό της σερέτικης ποιήσεως και μουσικής. Βαρειά, συρτά και παραπονιάρικα είναι όλα τα τραγούδια, τα όποια έχουνε απαθανατισθή σε πλάκες γραμμοφώνου και παίζονται και σήμερα σ’ όλα τα λαϊκά κέντρα διασκεδάσεως.
-Σε πόσες πλάκες έχεις τραγουδήσει;
-Μα θα ξεπερνάνε τις δυο χιλιάδες!
Το καλλιτεχνικό ξεκίνημα –αυτό για την ιστορία του Μάρκου Δομενίκου Βαμβακάρη– έγινεν από τον τεκέ του Μίχαλου στη Δραπετσώνα το 1934.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ
Φίλε Μάρκο, ποιο ήτανε το πρώτο σου τραγούδι; Δεν μας χαλάει το χατήρι και μας το απαγγέλλει:
Έπρεπε να ρχόσουνα ρε μάγκα στον Τεκέ μας
Και νάκουγες τον μπαγλαμά και τις διπλοπεννιές μας
Να κάτσης να φχαριστηθής, ν’ ακούσης και λιγάκι
Θέλεις δε θέλεις, να σκωθής βόλτα για ζεμπεκάκι
Ν’ ακούσης και το αραπιέν και το καραντουζένι
Και σε λιγάκι θάλεγες ο ναργιλές να γένη…

ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΑΕΙ
Μάρκο, σ’ εζαλίσαμε, το καταλαβαίνουμε. Μα μη μας χαλάσης το χατήρι. Πες μας από τις χιλιάδες τα τραγούδια, που έχεις φτιάξει, ποιο είναι της προτιμήσεώς σου;
Και ο Μάρκος απαγγέλλει:
Χαρμάνης είμ’ απ’ το πρωΐ, και πάω να φουμάρω
μέσ’ τον Τεκέ του Σάλωνα, π’ έχει το φίνο μαύρο…
Τέτοια ζωή που έκανα, κι αυτή πάντα θα κάνω
σ’ αυτόν τον ψεύτικο ντουνιά, ντερβίσης θα πεθάνω
Θα προτιμήσω θάνατο, το μαύρο δεν τ’ αφήνω
κι όπου θα βρίσκω αργιλέ, θα κάθουμαι να πίνω
Ο Μάρκος, ο καλόκαρδος μάγκας και «ασίκης» τραγουδιστής, μας προσκαλεί, τον κ. Μάσβουλα κι εμένα, «άμα θα βγη από τα σίδερα», να τον επισκεφθούμε στου Καλαματιανού που τραγουδάει.
«Θα σπάσετε κέφι!» μας διαβεβαιώνει.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek