Εθνικά θέματα, Ρήξη φ. 136

Κύπρος: Μετά τις εκλογές, τι;

Η αναγκαία νέα στρατηγική και το Κυπριακό πέραν των συνομιλιών

Του Αλέκου Μιχαηλίδη από την Ρήξη φ. 136

Είναι πια πασιφανές πως ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει χάσει την μπάλα με τη διαχείριση του κυπριακού προβλήματος. Πέραν των άλλων ζητημάτων, ο Νίκος Αναστασιάδης φαίνεται να ακροβατεί ανάμεσα στο σχοινί της «εθνικοφροσύνης», προς αλίευση των απωλεσθέντων ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Συναγερμού, και του ενδοτισμού. Μετά το ναυάγιο στο Κραν Μοντανά, εξαιτίας της αδιάλλακτης στάσης του Τούρκου ΥΠΕΞ, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ο Αναστασιάδης έκανε στροφή και οικειοποιήθηκε την «προστασία» των κόκκινων γραμμών, φορώντας ένα σκονισμένο «πατριωτικό προσωπείο». Την ίδια, βέβαια, ώρα, έστελνε επιστολή στον Γ.Γ. του ΟΗΕ για να επιβεβαιώσει την ετοιμότητά του όσον αφορά την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Ξανάμανα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά και με έναν περίεργο για τα κυπριακά δεδομένα Αύγουστο να έχει περάσει, η Λευκωσία μπαίνει στον στίβο της προεκλογικής περιόδου και οι υποψήφιοι παίζουν τα ρέστα τους για την 28η Ιανουαρίου και τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών. Ειδικότερα, ο Αναστασιάδης επενδύει στο διττό πρόσωπό του για μια δεύτερη και χωρίς βαρίδια πενταετία, το ΑΚΕΛ οδεύει προς μια αξιοπρεπή ήττα στη δεύτερη Κυριακή με την επίσημη εξαγγελία της υποψηφιότητας του προ πενταετίας χαμένου Σταύρου Μαλά, ενώ ο Νικόλας Παπαδόπουλος έχει να αντιμετωπίσει, εκτός από το άγριο δικέφαλο τέρας της εξουσίας (ΔΗΣΑΚΕΛ), και τον Γιώργο Λιλλήκα, ο οποίος μοιάζει να μην κατανοεί τη σοβαρότητα των στιγμών και ετοιμάζεται να χτυπήσει ένα 5-6% (όπως δείχνουν δημοσκοπήσεις), αλλά και έναν κόσμο που περιμένει προτάσεις, πρόγραμμα και μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση των πραγμάτων.
Άλλωστε, εκείνο που ενδιαφέρει πιο πολύ την κοινωνία, που εδώ και δέκα χρόνια βιώνει στο πετσί της τη φαιδρότητα των κυβερνήσεων Χριστόφια-Αναστασιάδη, είναι το τι θα συμβεί μετά τις εκλογές, ποια πορεία θα έχει ο τόπος και ποια προοπτική θα εκφράσει ο επόμενος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πιο συγκεκριμένα, ο κόσμος περιμένει υπομονετικά και αγωνιωδώς να μάθει τι σημαίνει «νέα στρατηγική για την Κυπριακή Δημοκρατία», όπως αυτή εκφράζεται κυρίως από τον Νικόλα Παπαδόπουλο, πρόεδρο του ΔΗΚΟ, αλλά και εν μέρει από τον Γιώργο Λιλλήκα. Ούτως ή άλλως, αυτή είναι η πιο ενδιαφέρουσα πρόταση για το Κυπριακό σε σύγκριση με την αδράνεια και το μούδιασμα των δύο μεγάλων κομμάτων και της κυβέρνησης Αναστασιάδη.
Οι τελευταίοι, λοιπόν, μαζί με μερικούς δημοσιογράφους και μια ελίτ της κοινωνίας που ακονίζει τα μαχαίρια της για επενδύσεις στην κατεχόμενη Αμμόχωστο –με ή χωρίς λύση–, αρέσκονται να ρωτούν επίμονα και ειρωνικά για αυτή την «νέα στρατηγική» του ενδιάμεσου χώρου, με την οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω. Κατ’ ακρίβειαν, όμως, εκείνο που τους αναγκάζει να επιτίθενται στις κουβέντες για το Κυπριακό, είναι η δική τους αδυναμία να εκφράσουν κάτι άλλο από την άνευ όρων επιστροφή στις συνομιλίες. Και αυτό ονομάζουν στρατηγική. Ωστόσο, αυτή την τυφλή υποταγή του Προέδρου Αναστασιάδη, του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ, στη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, στην τουρκικών όρων τράπεζα των συνομιλιών και στην πολιτική της ήττας, πληρώνει ανεπιστρεπτί ο κυπριακός Ελληνισμός.
Έτσι, γεννιέται η ανάγκη επιβίωσης μέσω αυτής της «νέας στρατηγικής». Ειδικότερα σήμερα, που μια μεγάλη μερίδα ενδοτικών προσωπικοτήτων της κυπριακής πολιτικής σκηνής (βλ. Τάκης Χατζηδημητρίου, Μιχάλης Παπαπέτρου, Ανδρούλλα Βασιλείου) έχει μετακομίσει από το στρατόπεδο του Νίκου Αναστασιάδη σε αυτό του Σταύρου Μαλά, πολιτικού τέκνου του Δημήτρη Χριστόφια, που το ΑΚΕΛ βρίσκεται σε μια από τις πιο άσχημες στιγμές της ιστορίας του, που ο απερχόμενος πρόεδρος προσπαθεί να συμμαζέψει τις διαρροές του, ο τρίτος δρόμος είναι ορθάνοιχτος για μια νικηφόρα και εναλλακτική υποψηφιότητα.
Μια όντως εναλλακτική υποψηφιότητα που θα απαλλάξει τον κυπριακό Ελληνισμό από τις στρατηγικές των προηγούμενων, οι οποίοι αφελώς ή/και συνειδητά κατόρθωσαν να παγιώσουν κατοχικά τετελεσμένα, να αναβαθμίσουν το ψευδοκράτος, να τοποθετήσουν την Τουρκία επί ίσοις όροις στο τραπέζι πενταμερών διασκέψεων, να υποβαθμίσουν την Κυπριακή Δημοκρατία, διατηρώντας μάλιστα την ψευδαίσθηση ότι τα έβαλαν με την κατοχή και κέρδισαν.
Επομένως, ξεκινώντας από αυτή τη «νέα στρατηγική», η τρίτη υποψηφιότητα για τις προεδρικές του επόμενου έτους είναι υποχρεωμένη να προτάξει την αλλαγή. Να αποδείξει ότι μπορεί να απαγκιστρώσει τον κυπριακό Ελληνισμό από τις συνομιλίες της ήττας και να αντιμετωπίσει επιτέλους και ευθέως την κατοχική Τουρκία. Μόνο έτσι, αλλά και με τη ριζοσπαστικοποίηση και την εναλλακτική προσέγγιση όλων των ζητημάτων της κυπριακής κοινωνίας, θα ξεπεράσει τις όποιες διαρροές περιττών υποψηφιοτήτων, θα δώσει μια αίσθηση προοπτικής, αλλά και θα προκαλέσει στο αμαρτωλό ΑΚΕΛ μια άνευ προηγουμένου ήττα. Και έπειτα, θα συγκρουστεί, χωρίς τύψεις και αμφιβολίες, με τον προ πολλού ηττημένο Νίκο Αναστασιάδη. Μόνο, όμως, αν σχηματοποιήσει και προτάξει την υποχρεωτική «νέα στρατηγική» και αποδείξει πως η Κύπρος μπορεί να ζήσει και χωρίς τα δύο μεγάλα και καταστροφικά για τον τόπο κόμματα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*