Άρδην τ. 83

Κύπρος το πειραματικό εργαστήρι των επικυρίαρχων

Άρδην 83 Δεκέμβριος – Ιανουάριος 2011

του  Γιώργου Ρακκά

Η περίοδος της διακυβέρνησης Χριστόφια εγκαινίασε μια νέα φάση στην εξέλιξη του κυπριακού ζητήματος, η οποία τείνει να ανατρέψει όσα προσπάθησε και κατάφερε να πετύχει ο κυπριακός ελληνισμός με το σχεδόν πάνδημο ΟΧΙ κατά το δημοψήφισμά του για το σχέδιο Ανάν.
Όντως, σήμερα, τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα. Έχουμε φτάσει ξανά στο «σημείο μηδέν», όπου τα αντιστασιακά αντανακλαστικά έχουν και πάλι αποχωρήσει από το προσκήνιο, για να κυριαρχήσει εκ νέου η ολοκληρωτική υποταγή στους επίδοξους επικυρίαρχους. Η προπαρασκευή για την παράδοση της Κυπριακής Δημοκρατίας στα χέρια τους προχωράει κανονικά. Και, το χειρότερο, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πολλά βήματα προετοιμασίας μιας διάδοχης κατάστασης, με την έννοια ότι επιλογές, πορείες και αλλαγές, που χαρακτήρισαν την κυπριακή κοινωνία καθ’ όλη τη διάρκεια που ακολούθησε της εισβολής, σήμερα, τείνουν να ολοκληρωθούν, παράγοντας μια ριζικά διαφορετική κατάσταση από αυτήν που επικρατούσε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Τούτο μπορούμε να το διαγνώσουμε τόσο στην αισθητή αλλαγή της ατζέντας του κυρίαρχου πολιτικού κόσμου σχετικά με το κυπριακό πρόβλημα, όσο και σε επίπεδο καθημερινότητας, κοινωνικών σχέσεων και τρόπων ζωής.
Οπότε, όσο περνάει ο καιρός, γίνεται ολοένα και πιο σαφές πως η Κύπρος μεταβάλλεται σ’ ένα εργαστήρι στο οποίο αναπτύσσονται ταυτόχρονα ένα νέο μοντέλο αυτοκρατορικής διοίκησης και ένα μαζικό πείραμα ανθρωπολογικής μετάλλαξης του κυπριακού ελληνισμού. Και, βέβαια,τα παραπάνω αποτελούν οδηγό και για τον υπόλοιπο ελληνισμό, μια και είναι οι ίδιες τάσεις που επικρατούν απειλώντας να παράγουν ανεπίστρεπτα αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό προσδίδει ένα ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στις κυπριακές εξελίξεις, στο τι πραγματικά συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην κυπριακή κοινωνία.

Μια αυτοκρατορική διακυβέρνηση
Το νέο μοντέλο της αυτοκρατορικής διακυβέρνησης εγκαινιάστηκε κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Χριστόφια. Τα χαρακτηριστικά της δεν συνιστούν απλώς μια ιδιαιτερότητα που προκύπτει από την ατζέντα του ΑΚΕΛ και του προέδρου του (υποταγή στους νεο-οθωμανούς, υποταγή στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό, προώθηση των συμφερόντων του μεγάλου χρηματιστικού/μεταπρατικού κεφαλαίου και νεποτισμός, άλωση της κυπριακής κρατικής διοίκησης). Αυτά, παροξυμένα, μπορούν να αποτελέσουν μόνιμα στοιχεία, που πλέον δεν θα αφορούν τη μία ή την άλλη πρόταση διακυβέρνησης, αλλά τα ίδια τα θεμέλιά της. Μαζί τους, βεβαίως, και όλα τα λοιπά καινοφανή που βιώνουμε καθημερινά, όπως αυτή η τόσο χαρακτηριστική οργουελιανή πολιτική γλώσσα, η οποία κυριαρχεί στην πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου, σε τηλεοράσεις και εφημερίδες και που έχει βαφτίσει «λύση» την παράδοση του κυπριακού ελληνισμού στους επίδοξους πάτρωνές του ή, ακόμη, το πρωτοφανές κύμα του αυταρχισμού, που υλοποιείται είτε μέσω της αστυνομικής καταστολής, είτε με ποινικοποίηση της αντίθετης άποψης, και βέβαια με ξύλο, συλλήψεις, κλείσιμο ιστολογίων, παρακολουθήσεις, πιέσεις και εκβιασμούςστον οποιονδήποτε επιχειρήσει να αρθρώσει ουσιαστικό αντιπολιτευτικό λόγο.
Όλα αυτά, λοιπόν, μπορούμε να τα θεωρήσουμε στοιχεία ενός νέου μοντέλου διακυβέρνησης. Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική της εξουσίας που στηρίζεται σε τρεις πόλους:
Πρώτον, τους νεο-οθωμανούς, οι οποίοι ασκούν, εμμέσως προς το παρόν αλλά de facto, την επικυριαρχία τους στο νησί και έχουν τον τελευταίο λόγο πάνω στην ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τούτο επιτυγχάνεται πολλαπλώς, και κυρίως διά του βαθύτερου ψυχολογικού φόβου, που προκαλούν τα τουρκικά στρατεύματα, καθώς και ο δημογραφικός δυναμισμός των εποίκων και των Τουρκοκύπριων. Ως προς αυτό, να σημειώσουμε ότι, έτσι όπως πραγματοποιούνται οι διαπραγματεύσεις, με τον Χριστόφια να υποχωρεί διαρκώς και ασχέτως προς τη στάση της άλλης πλευράς, ο συγκεκριμένος φόβος επιτείνεται και δεν υποχωρεί, όπως ψευδώς ισχυρίζονται οι πνευματικοί ταγοί του νέου καθεστώτος. Επίσης, διά του νέου δυναμισμού τον οποίο εκφράζει η Τουρκία προς κάθε κατεύθυνση, και ενσαρκώνεται πλήρως στις δηλώσεις του Νταβούτογλου για συμπατριωτισμό, συνδιαχείριση και για μια Παξ Οτομάνα, που θα αποκαταστήσει την ασφάλεια στην ταραγμένη ευρύτερη περιοχή. Τέλος, ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της γεωγραφικής εγγύτητας μιας δημοκρατίας μερικών εκατοντάδων χιλιάδων ψυχών, με μια στρατιωτική, οικονομική και πολιτική δύναμη που προσεγγίζει ταχύτατα τα ογδόντα εκατομμύρια κατοίκους.
Δεύτερον, τους ιμπεριαλιστές της ευρωατλαντικής καπιταλιστικής ηγεμονίας. Αυτή συμβολίζεται από την παρουσία των βάσεων, που υπενθυμίζουν διαρκώς το ποιος κάνει κουμάντο στο αβύθιστο αεροπλανοφόρο της Ανατολικής Μεσογείου. Γίνεται αισθητή διά της ισχυρής πίεσης που ασκεί ο πολιτικός παράγοντας για τη διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος στον κυπριακό ελληνισμό. Ενισχύεται οικονομικά, μέσω της εμπλοκής της οικονομίας του νησιού στα δίκτυα του παγκόσμιου χρηματιστικού/μεταπρατικού κεφαλαίου. Και, τέλος, εκφράζει τη δύναμή της κοινωνικά, μέσω της σαρωτικής αποικιοποίησης που έχει επιβάλει στο φαντασιακό των Ελλήνων της Κύπρου, μεταβάλλοντάς τους σ’ ένα ανώνυμο καταναλωτικό πλήθος.
Τρίτον, τους μεσολαβητές, ντόπιους συνεργάτες των δύο παραπάνω πόλων, εκείνους που αναλαμβάνουν να προσαρμόσουν την κατάσταση, στο εσωτερικό της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αξιώσεις από το εξωτερικό. Ουσιαστικά, αποτελεί ένα έργο διαχείρισης των ειλημμένων αλλού αποφάσεων, που επικεντρώνεται κυρίως στην πειθάρχηση του κυπριακού ελληνισμού, στην αποψίλωσή του από όλα τα αντιστασιακά χαρακτηριστικά που άλλοτε τον διαπότιζαν. Και ταυτόχρονα, βεβαίως, στο να ασκεί χρέη λογιστή του διεθνούς μεταπρατικού/χρηματιστηριακού κεφαλαίου,  καθώς και συντηρητή της τουριστικής υποδομής, παρακρατώντας ένα ποσοστό από τα κέρδη, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνέχιση του κυπριακού καταναλωτικού θαύματος, πάνω στο οποίο χτίζεται η συναίνεση του κυπριακού ελληνισμού.
Αυτοί οι τρεις πόλοι της εξουσίας αποτέλεσαν και τα υποκείμενα-θεμέλια του πολιτεύματος που θα ίσχυε μετά το σχέδιο Ανάν και γι’ αυτό τον λόγο μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το ΑΚΕΛ έχει βαλθεί να το εφαρμόσει, παρά την καταψήφισή του. Υπ’ αυτή την έννοια, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι, όντως η γραμμή του Χριστόφια, «ψηφίζουμε ΟΧΙ, για να τσιμεντώσουμε το ΝΑΙ», όχι μόνον απέδωσε καρπούς, αλλά είχε και ορισμένες απρόσμενες διαστάσεις.

Μια ανθρωπολογική μετάλλαξη;
Οι αλλαγές στην κορυφή του κυπριακού κοινωνικού σχηματισμού δεν θα μπορούσαν, παρά να συνοδεύονται από παράλληλους και απολύτους ομόλογους μετασχηματισμούς στη βάση της κοινωνίας. Εκεί, με τον χρόνο, από την εισβολή κι έπειτα, τέθηκε σε εφαρμογή ένα κολοσσιαίο πείραμα ανθρωπολογικής μετάλλαξης του κυπριακού ελληνισμού.
Το σχέδιο ήταν να μεταβληθεί ο ακρωτηριασμός της Κύπρου από τον υπόλοιπο ελληνισμό, έτσι όπως συμφωνήθηκε στα ’60 και προχώρησε ένα βήμα παραπέρα με την εισβολή-κατοχή του ’74, σε έργο κατασκευής ενός νέου λαού. Μιλάμε για τον νεοκυπριωτισμό, για τον οποίον υπερηφανεύονται όλοι οι  «προοδευτικοί» πανεπιστημιακοί του ταγοί.
Πρακτικά, το περιεχόμενο αυτής της νέας ταυτότητας καλύφθηκε στο μεγαλύτερό του βαθμό από τον αντίκτυπο που είχε στην κυπριακή συνείδηση το «κυπριακό θαύμα» της οικονομικής ανάπτυξης μετά την εισβολή. Γι’ αυτό και ο κοινός τόπος όλων των νεο-κυπρίων είναι η υπέρμετρη κατανάλωση και η άκρατη υιοθέτηση αγγλοσαξονικών τάσεων και στάσεων της βιομηχανίας του τρόπου ζωής. Τούτο, δε, γίνεται αντιληπτό ακόμα και σ’ εκείνα τα κομμάτια της κυπριακής κοινωνίας που εμφανίζονται τύποις ως τα πιο αμφισβητησιακά, όπως είναι οι αντιεξουσιαστές, οι οποίοι έχουν πιο έντονη τη διάσταση του λάιφ στάιλ αναρχισμού και της κατανάλωσης μιας ανούσιας, επιφανειακής ψευδοεπανάστασης, απ’ ό,τι στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη.
Θεωρητικά, η νεοκυπριακή ταυτότητα επιχειρήθηκε να κατασκευαστεί μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990, στα πλαίσια της παγκόσμιας τάσης «αναθεώρησης της ιστορίας», που επέβαλε στις κοινωνίες το κοσμοπολίτικο κεφάλαιο. Έτσι, προέκυψε και η κυπριακή εκδοχή μιας «ανοιχτής» μεταμοντέρνας ταυτότητας-σαλάτας, η οποία συγκολλούσε άτσαλα όλα τα στοιχεία που χάραξαν στο σώμα του νησιού εξωτερικές επιδράσεις, αλλά και μεγάλες περιόδους της κατοχής του από δυνάμεις της Δύσης και της Ανατολής. Δηλαδή, μέσω της εξαίρεσης του μόνου στοιχείου, το οποίο υπήρξε ταυτόχρονα συνεκτικός παράγοντας, βάση για τη δημιουργική αφομοίωση εξωτερικών επιδράσεων από Δύση και Ανατολή και πηγή αντίστασης κατά των αναρίθμητων κατακτήσεων.
Η κατανάλωση και οι ακαδημαϊκές λοβοτομές της μνήμης, όμως, δεν μπορούν να συγκροτήσουν μια ταυτότητα, έστω και ψευδή. Γι’ αυτό τον λόγο, η μετάβαση στον νεο-κυπριωτισμό έχει έντονα τα στοιχεία της αλλοτρίωσης και της αποσύνθεσης του κυπριακού ελληνισμού: Η πνευματική μιζέρια και η πολιτιστική υποβάθμιση αποτελεί ένα ογκούμενο φαινόμενο, σε μια κοινωνία η οποία είναι τόσο σχιζοφρενής ώστε απ’ τη μία να πασχίζει να αποποιηθεί την ελληνικότητά της, αλλά από την άλλη να μην έχει ούτε μία μεγάλη πνευματική μορφή η οποία να μην έχει συνδέσει το όνομά της με την υπόθεση της αυτοδιάθεσης και της ένωσης του κυπριακού ελληνισμού με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Η πνευματική μιζέρια και η αλλοτρίωση του φαντασιακού της κυπριακής κοινωνίας συνιστά ταυτόχρονα την καλύτερη απάντηση στους οπαδούς της «αναθεώρησης της ιστορίας» και το μεγαλύτερο πρόβλημά. Είναι απάντηση γιατί, απ’ τη μία, γίνεται φανερό ότι, με τα σκουπίδια της πανεπιστημιακής προπαγάνδας και της κατανάλωσης, δεν οικοδομούνται οι συνειδήσεις. Και είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, διότι ένα ακρωτηριασμένο κομμάτι λαού δεν πρόκειται ποτέ να αποκαταστήσει όλες τις λειτουργίες που διέθετε πριν τη βίαιη αποκοπή του, θα μένει πάντοτε ατελές – και ως εκ τούτου θα αναπτύσσει συμπτώματα εγκατάλειψης και επαρχιωτισμού, ενώ ταυτόχρονα θα είναι πολύ πιο ευάλωτο στην πνευματική αποικιοποίηση και την καταναλωτική αλλοτρίωση.
Ο θαυμαστός νέος κόσμος
Όλες αυτές οι πτυχές που θίξαμε εν τάχει μπορούν να μας προϊδεάσουν για το τι περιμένει την ελληνική κοινωνία εάν οι τάσεις που επικρατούν σήμερα και σε μας καταφέρουν να παραγάγουν αποτελέσματα. Και, βεβαίως, η αποξένωση που χαρακτηρίζει τις σχέσεις Ελλαδιτών και Κυπρίων είναι και αυτή συνθήκη που μπορεί να γενικευθεί εντός του ελληνισμού, να χαρακτηρίζει δηλαδή τις σχέσεις των Ελλήνων γενικά μεταξύ τους.
Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να φανταστούμε τα νησιά του Αιγαίου να προσαρμόζονται σ’ αυτά τα πρότυπα, εφόσον προχωρήσουν τα όσα ευαγγελίζεται το ΠΑΣΟΚ και τα μνημόνια, αλλά και υλοποιηθούν οι συμφωνίες με τους Τούρκους, που αυτή τη στιγμή πραγματοποιούνται κάτω από το τραπέζι.
Ή, καλύτερα, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τον θαυμαστό νέο κόσμο που μας ετοιμάζουν, ως έναν σχεδόν ελλαδικό χώρο, με μια αποικιακή διακυβέρνηση σαν και Χριστόφια, που θα διοικεί αλλοτριωμένες, ελληνίζουσες νησίδες, πάνω στις οποίες θα κάνουν επί της ουσίας κουμάντο ο νεο-οθωμανισμός και ο ευρωατλαντισμός. Σ’ αυτές δε τις ελληνίζουσες νησίδες ο ελληνισμός δεν θα είναι μια ζωντανή δύναμη, αλλά ένα τουριστικό μνημείο, μια νεκρή, πραγμοποιημένη και άκρως εμπορευματοποιημένη ιδέα – κάτι ανάλογο με το ολυμπιακό πνεύμα που διαχειρίζεται η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή.
Η Κύπρος, επομένως, «δεν είναι μακριά», όπως δήλωσε ο Κ. Καραμανλής και όπως ανέδειξε σε προμετωπίδα του το καθεστώς της μεταπολίτευσης. Η Κύπρος όχι μόνον είναι κοντά, αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένη μαζί μέσω μιας κοινής ίδιας μοίρας, είναι και «μπροστά», δείχνει τον δρόμο δηλαδή, για το τι μας περιμένει όλους μας, αποτελεί μια ζωντανή ενσάρκωση της μοίρας που μας επιφυλάσσεται αν συνεχίσουμε στις ίδιες ατραπούς.

Στηρίγματα αντίστασης
Το αυτό ισχύει και για την αντίστροφη κατεύθυνση: Η ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης ή θα γίνει από κοινού ή δεν θα υπάρξει. Ως προς αυτό, το μόνο που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε –γιατί, τον τελευταίο καιρό, μας έχουν καταβάλει οι αρνητικές εξελίξεις που δυσχεραίνουν τις προοπτικές για κάτι τέτοιο– είναι ορισμένες σκέψεις πάνω στις αδυναμίες που αυτή τη στιγμή χαρακτηρίζουν το σχέδιο των αντιπάλων.
Βέβαια δεν είναι πολλές, είναι ωστόσο λίγες και ουσιαστικές και μαρτυρούν την ύπαρξη μιας ισχυρής πιθανότητας να αναδειχθούν ορισμένες αντιφάσεις οι οποίες θα μπλοκάρουν την εξέλιξή του.
Είναι κατ’ αρχήν η οικονομική κρίση και το πόσο επηρεάζει την επίπλαστη ευημερία της κυπριακής κοινωνίας. Η κρίση έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή στους κόλπους της και το γεγονός αυτό παράγει δύο πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα: Δημιουργεί προβλήματα στους μηχανισμούς απόσπασης συναινέσεων της κοινωνίας, χαλάει δηλαδή τη σούπα της καλοπέρασης μέσα στην οποία η πλειοψηφία της Κύπρου είχε αποδεχθεί τη φιλανδοποίησή της. Κι επίσης, αποκαλύπτει ότι, πίσω από την εξωραϊσμένη εικόνα της κυπριακής κοινωνίας διογκώνονται άτυποι πόλοι ισχύος και εξουσίας που εντείνουν τις πολιτικές, κατά πρώτο λόγο, και στη συνέχεια, τις κοινωνικές ανισότητες στο νησί. Αποκαλύπτεται, δηλαδή, η τεράστια εξουσία των μεγάλων τραπεζών, ή η φαυλότητα ενός πελατειακού προσωπικού το οποίο, ακριβώς λόγω της κρίσης, έχει επιτείνει τη λεηλασία του κοινωνικού πλούτου της Κύπρου δινοντάς του παροξυστικές διαστάσεις.
Τέλος, αυτή η οικονομική κρίση είναι που καθιστά μη αποδεκτή από την πλευρά των «νεο-κυπρίων» οποιαδήποτε διευθέτηση του κυπριακού, κατά την οποία τα βάρη της συγκρότησης της δήθεν ομοσπονδίας και της ενσωμάτωσης των κατεχόμενων στη νέα οντότητα, θα βαραίνουν τους ίδιους. Προς την ίδια κατεύθυνση, κι επειδή η κρίση είναι διεθνής, λειτουργεί και το γεγονός ότι οι πόροι με τους οποίους οι ξένοι εξαγόραζαν συνειδήσεις στο νησί έχουν αρχίσει και μειώνονται.
Προσέτι, είναι η εξάντληση του σχεδίου Χριστόφια, παραδόξως όχι μόνον εξαιτίας των αποτυχιών του, αλλά και της επιτυχίας του. Κατ’ αρχάς, είναι σαφές πως η αποτυχία του να δώσει μια λύση μαζί με τον Ταλάτ, και η εκλογή του πολύ πιο «αδιάλλακτου» Έρογλου έχει μπλοκάρει τη διαδικασία των συνομιλιών και εκείνη της «τεχνητής διολίσθησης» της ελληνικής πλευράς, που αναδεικνύεται μέσα από αυτές. Έτσι, όχι μόνον δεν σημειώνεται πρόοδος στην υλοποίηση ενός σχεδίου αντίστοιχου με του Ανάν, αλλά παύει να λειτουργεί και η βασική διαδικασία που τροφοδοτούσε την προπαγάνδα για την εξοικείωση της κυπριακής κοινωνίας με τον «θαυμαστό κόσμο» της «νέας λύσης» στο εσωτερικό. Αλλά και σταματά επίσης να λειτουργεί προσωρινά ένα βασικό άλλοθι της ίδιας της κυβέρνησης, μέσα από το οποίο αποπειράται να παραπλανήσει για την άθλια πολιτική που ακολουθεί στα υπόλοιπα θέματα, με πρώτη και κύρια την οικονομία, όπου κυριαρχεί η δουλικότητα έναντι των τραπεζών, οι παραχωρήσεις στο μεγάλο κεφάλαιο κ.ο.κ. Και, βέβαια, το γεγονός ότι η αλλοτρίωση των Κυπρίων έχει μάλλον ολοκληρωθεί, εμφανίζοντας μάλιστα σημάδια κορεσμού, αφαιρεί περαιτέρω τμήματα από τη νομιμοποιητική βάση του καθεστώτος.
Έπειτα απ’ όλα αυτά, είναι απορίας άξιον το πώς θα γεμίσει η κυβέρνηση την κυβερνητική της ατζέντα, το τι θα βρει να κάνει ο Χριστόφιας από εδώ και πέρα, αφού οι ρόλοι που τον αναδείκνυαν έχουν χάσει πλέον την ισχύ τους.
Τέλος, είναι και οι αναταραχές στις διεθνείς συμμαχίες και οι μεταβολές στους συσχετισμούς της παγκόσμιας σκηνής. Το «σχέδιο Χριστόφια», και γενικά κάθε ενδοτική πολιτική στην Κύπρο, στηριζόταν πάντοτε στην ταύτιση συμφερόντων του δυτικού πόλου ισχύος με τον ανατολικό. Μετά το επεισόδιο του «στόλου της ελευθερίας στη Γάζα» και την ολοένα και πιο βαθιά επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με το Ισραήλ, ορισμένες από τις βασικές συμμαχίες που ρύθμιζαν την κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή έχουν περιέλθει σε σύγχυση. Ο Χριστόφιας στήριξε με τις πράξεις του το Ισραήλ, γεγονός που τον απομάκρυνε, έστω και προσωρινά, από τον τουρκικό πόλο ισχύος. Από την άλλη, η Δύση παρακολουθεί τις εξελίξεις μπερδεμένη. Από τη μία, οι Βρετανοί, διά στόματος Κάμερον, έσπευσαν να στηρίξουν την Τουρκία υιοθετώντας ιδιαίτερα σκληρούς τόνους έναντι του Ισραήλ, ίσως έπειτα από παρότρυνση του Ομπάμα, ενώ οι υπόλοιπες μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις κοιτούν τις εξελίξεις μάλλον αμήχανα, σταθμίζοντας ακόμα το τι πρέπει να κάνουν. Υπό αυτή την έννοια, το κλίμα της απόλυτης σύμπνοιας, της αγαστής συνεργασίας και της ομοφωνίας των διεθνών παραγόντων, που επικρατούσε κατά την εποχή του σχεδίου Ανάν και συνέβαλλε κατά πολύ στη διαμόρφωση και τη δυναμική απόπειρα για την επιβολή του, δεν υφίσταται σήμερα. Αυτό που έχουμε σήμερα είναι αντικρουόμενα πλάνα: Στη μια πλευρά, κυριαρχεί ο κατευνασμός της Τουρκίας μέσω της παραχώρησης ορισμένων ανταλλαγμάτων, στα οποία συγκαταλέγονται ζητήματα όπως το Αιγαίο, η Κύπρος και η είσοδός της στην Ε.Ε., αυτό που θα ονομάζαμε «γραμμή Κάμερον», από τις δηλώσεις που έκανε ο Βρετανός πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Άγκυρα. Στην άλλη, κυριαρχούν τα σχέδια των σιωνιστών, που πιέζουν τις χώρες της Δύσης να πάρουν αποστάσεις από την Τουρκία και να την τιμωρήσουν για τη στάση της.
Και, βέβαια, σ’ όλα αυτά, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε το ότι διάφορα ζητήματα στο εσωτερικό της Τουρκίας έχουν αποσπάσει την προσοχή της από τα μέτωπα του εξωτερικού, αναγκάζοντάς τη σε μια προσωρινή εσωστρέφεια. Τα κυριότερα από αυτά, είναι η αναζωπύρωση του κουρδικού και η κλιμάκωση των συγκρούσεων με τους αντάρτες στη Νοτιοανατολική Τουρκία. Και ακόμη, η ανάδειξη για πρώτη φορά ενός ηγέτη στο κεμαλικό στρατόπεδο, ο οποίος μπορεί να αμφισβητήσει επί ίσοις όροις την εκλογική κυριαρχία του Ερντογάν, του Κεμάλ Κιλσιντάρογλου.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν στέρεα στηρίγματα σε όποιον επιθυμεί να επεξεργαστεί μια πολιτική αποτροπής της δρομολογούμενης ολοκληρωτικής παράδοσης του κυπριακού ελληνισμού. Τα κενά και οι αντιφάσεις μπορούν πλέον να διαπιστωθούν πολύ εύκολα, είναι ορατά διά γυμνού οφθαλμού και στον πιο βιαστικό παρατηρητή. Ο ελλείπων κρίκος είναι εκείνος της βούλησης ενός πολιτικού υποκειμένου, οσοδήποτε μικρού, το οποίο όμως θα τολμήσει να αναλάβει την ευθύνη για την ανατροπή της αυτοκτονικής στρατηγικής που έχουν επιβάλει οι ξένοι παράγοντες και η συνεργάτιδά τους ντόπια άρχουσα τάξη.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*