Αρχική » Αλαζονεία δωματίου: Η λογοτεχνική Εικόνα, και προβλήματα ανάγνωσης της σύγχρονης λογοτεχνίας

Αλαζονεία δωματίου: Η λογοτεχνική Εικόνα, και προβλήματα ανάγνωσης της σύγχρονης λογοτεχνίας

από Άρδην - Ρήξη

Μες στης αυγής το μισόφωτο σβήνω μίλια γραμμένης ύλης,
να ’βρεις την σελίδα κατάλευκη, να μπεις και ν’ ανατείλεις
Διονύσης Σ., «Μυστικό τοπίο»

της Μαρίας Βεϊνόγλου από το Άρδην τ. 134-135.

Η ποιητική εικόνα στην λογοτεχνία είναι ένα αιφνίδιο ανάγλυφο του ψυχισμού, είναι μια «οντότητα» που ψάχνει στον χώρο να βρει την κατάλληλη «μορφή» για να μπει και να κατοικήσει. Από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές στην λογοτεχνία που συχνά φιλοξένησαν ποιητικές εικόνες, όπως παρατηρείται είναι «το σπίτι», «το υπόγειο» και «η σοφίτα», «η φωλιά», «το κοχύλι», «το κιβώτιο», «η μικρογραφία», το «μέσα» και το «έξω», «οι γωνιές», «το στρογγυλό» κ.ά, μορφές που εντέλει διαμορφώνουν μια απέραντη «Λογοτεχνία της Φαινομενολογίας του Χώρου». Η «ποιητική» εικόνα, όχι μόνο σε ποίηση και αλλά και στο μυθιστόρημα και γενικά στις τέχνες, είναι η ίδια η ποιητική ή εν προκειμένω η «λογοτεχνική πράξη». Κάποια στιγμή απροσδόκητα αναδύεται στην συνείδηση του ανθρώπου, σαν άμεσος καρπός της καρδιάς και της ψυχής κι ανάβει στο νου μια σπίθα που επωάστηκε. Και τότε «κατάγεται» σαν αναλαμπή της φαντασίας του ομιλούντος όντος. Οι ποιητικές εικόνες σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν φαινόμενα της πεποίθησης. Παράλληλα όμως δεν είναι ανεξάρτητες από την ψυχοσύνθεση του ποιητή, καθώς την πορεία τους μέχρι να διαμορφωθούν την χαράσσουν οι πιέσεις και οι εξαναγκασμοί που υπέστη στη διάρκεια της ζωής του «αυτός», το ομιλούν όν. Κι απ’ όλα όσα βίωσε, πόθησε, ονειρεύτηκε ή ονειροπόλησε, εκείνα, τα πιο ανυπότακτα μορφώματα που παρακολουθούμε να αναδύονται στη λογοτεχνία του και να μας μεθούν, να μας ξενίζουν ή να μας τρομάζουν, επιβεβαιώνουν πως κανένα ορμέμφυτο – όσο κιαν δαμάστηκε, κρύφτηκε – δεν επέτρεψε να «βυθιστούν» οριστικά και αμετάκλητα, να σβήσουν. Το ομιλούν όν στις εικόνες δεν είναι άλλος παρά ο υποχθόνιος συγγραφέας, αυτός είναι το «στοιχειό» που περιφέρεται μες στις σελίδες ανάμεσα σε νεκροζώντανους και σε φάσματα από διαφορετικά τοπόχρονα, πάντα φορτωμένος με χρέη κι ανολοκλήρωτες υποθέσεις του συνειδητού και του υποσυνειδήτου του, που συλλέγει θραύσματα και ερείπια. Είναι ο νεωτερικός συγγραφέας που αδυνατεί να πενθήσει, φανερά ή διακριτικά, κι άλλοτε απόκρυφα αυτοβιογραφούμενος, μυστικιστικά όταν τον επισκέπτεται ο μυθολογικός του εαυτός.
Η ποιητική εικόνα δεν υπακούει σε καμιά αιτιότητα, δεν είναι ένα «πράγμα». (όπως αντίθετα είναι πράγμα και αντικείμενο και γεγονός εκείνη η ανυπότακτη ελευθερία του, που πυροδοτεί την συνείδηση και παρουσιάζεται κατά τη στιγμή της δημιουργίας). Η ποιητική εικόνα απηχεί το «είναι» και για το λόγο αυτό η επικοινωνία της αποτελεί «πράξη με οντολογική σημασία». Ο ποιητής για να πλάσει την εικόνα πρέπει να σταθεί στο κατώφλι του «είναι» του. Εάν το αξιωθεί, από αυτό το «κατώφλι» θα απηχήσουν οι διαστάσεις της προέλευσης και του κόσμου της λογοτεχνικής εικόνας, οι μορφές της, η σκέψη του θα ενσαρκωθεί σε σκέψεις που μεταφέρει η εικόνα, θα ηχούν και θα θεώνται. Όπως για παράδειγμα οι σκέψεις για τον γύρω και τον μέσα μας κόσμο παίρνουν τη μορφή ενός πολύτιμου κοσμήματος που λάμπει μοναδικά: «Κουβαλάμε μέσα μας έναν κόσμο σκοτεινό, πίσσα το σκοτάδι του κι αιθάλη η αναπνοή του. Έρχεται από τόσο μακριά… Να ’ναι όμορφος; Να ‘ναι άσκημος; …Αστραπές είναι ωστόσο το φως του και οι αλήθειες του, τα μάτια απ’ όπου κοιτάει τη ζωή την εφήμερη, την αιώνια, με διαμάντια μοιάζουν, ένα δυο πέντε δεκαπέντε, δεμένα όλα πάνω από καθρέφτες για να φέγγουν πιο πολύ».
Ωστόσο το θαύμα που ετοιμάζει η ποιητική εικόνα, η καθαυτή «καινοτομία» της, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αντήχησή της, στο αντίλαλο που προκαλεί στις αισθήσεις των τρίτων, στον αναγνώστη, στον ακροατή. Η εικόνα «ηχεί» κατά την ανάγνωση και διεγείρει την φαντασία του αναγνώστη που διαβάζοντας την νιώθει να αντιλαλεί μέσα του, την ξαναπλάθει με τον δικό του τρόπο και την ντύνει με τα δικά του χρώματα, την οικειοποιείται, την δημιουργεί εκ νέου στη σκέψη του σα να ήταν δική του εξ αρχής και για πάντα.
Η αντήχηση της ποιητικής εικόνας που προκαλεί η ανάγνωση (και η αντίστοιχη αναπαραγωγή της) συμβαίνει «στις διαστάσεις ενός δωματίου», είναι δηλαδή πράξη μοναχική και καθαρά ατομική, ενώ συγχρόνως υποθέτει και μια αλαζονεία. Υπό αυτούς τους όρους η εικόνα ολοκληρώνει την οργανική σημασία της, μετατρέπεται σε πράξη με οντολογική σημασία και αναβαθμίζει την λογοτεχνική δραστηριότητα. Αξιοπρόσεκτη στο σημείο αυτό είναι και η σχέση της αντήχησης με τον χρόνο: Η ποιητική εικόνα δεν υποτάσσεται σε κανένα ορμέμφυτο, και με κανένα τρόπο δεν επιτρέπεται να είναι μια «ηχώ» του παρελθόντος, αλλά συμβαίνει το αντίθετο: από την δική της μαρμαρυγή (τη δική της ‘ανάγνωση’ του παρελθόντος), από το τώρα, ο παλμός της γεμάτος από αντηχήσεις μεταφέρεται στο μακρινό παρελθόν, στο ιστορικό και στο αρχέγονο, στο ανιστόρητο κι άγνωστο, όπως επίσης όμοια και σε χρόνους στο μέλλον. Μέχρις ότου σιγήσει.
Την ιδιότυπη «αλαζονεία» της μορφοποιημένης εικόνας της λογοτεχνίας, συγγραφείς όπως ο Γκαστόν Μπασλάρ (Gastone Bachelard, La Poetique de l’ espace) και ειδικότερα ο Ευγένιος Μινκόφσκι (Eugene Minkowski, Vers une cosmologie, chap IX), εύστοχα περιγράφουν ως μια διαδοχή από ηχήσεις και από τις αντηχήσεις τους μέσα σ’ ένα δωμάτιο – εκεί όπου πραγματοποιείται η ανάγνωση. Σε τέτοια δωμάτια η λογοτεχνική εικόνα αλλάζει πολλές φορές ιδιοκτήτη όταν ο παλμός της βρίσκει τον οργανικό τρόπο να δραστηριοποιήσει την φαντασία του αναγνώστη. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται όταν μια καλή και σωστή πρώτη ανάγνωση (lecture bien faite), σε αντιστοιχία με μια θελκτική αισθητική εικόνα δημιουργήσουν ακριβώς αυτό τον αντίλαλο που θα αφυπνίσει την ποιητική εικόνα και στον αναγνώστη. Τότε η ποιητική εικόνα είναι σε θέση να δονήσει ολόκληρη την γλωσσολογική δραστηριότητα.
Η σημασία του Δωματίου για τον αντίλαλο δεν σημαίνει ότι η ποιητική εικόνα παράγει αντίλαλο μόνο μέσα σ’ αυτό, αλλά ότι χρησιμεύει για να μας μεταφέρει στις συνθήκες της μοναξιάς και ατομικότητας της ανάγνωσης και της αντήχησης, συνθήκες που είναι εξίσου απαραίτητες για την καταστατική δημιουργία της ποιητικής εικόνας – αυτής που «ηχεί» έχοντας κατασταλάξει στην μορφή που τελικά πήρε. Γιατί και η ρέμβη, και η ονειροπόληση, και το όνειρο, όσο μακριά κιαν περιφέρονται σκορπίζοντας ή συλλέγοντας ετούτο κι εκείνο, μόνο μέσα από την ατομικότητα και από αυτή την ιδιότυπη μοναξιά (όπως και αν θελήσουμε να την δούμε) βρίσκουν διατύπωση και παίρνουν μορφή. Αυτός είναι ο εσωτερικός νόμος που επιβάλλεται σε κάθε δημιουργία που παίρνει μορφή, μορφοποιείται. Κι άλλωστε η ποιητική εικόνα μας οδηγεί ευθέως στον ομιλούντα. (παράδειγμα η προτροπή του Διονύση στο προκείμενο προς τον ακροατή «να μπει και να ανατείλει» στο ίδιο όραμα). Έτσι, από τον στενό, τον αμφίβολο και πιεσμένο χώρο της βιώνει και η ποιητική εικόνα την αλαζονεία της, αλλάζει ιδιοκτήτη κι εγκαθίσταται στην συνείδηση του ‘αλαζονικού’ αναγνώστη, ακροατή, θεατή. Μ’ αυτή την μετοίκηση δοκιμάζει και η εικόνα την τύχη της να αναπαραχθεί μέσα σε μιαν άλλη συνείδηση, και να αναζωογονηθεί. Ή να συμβεί το μέγιστο της αλαζονείας, να την οικειοποιοηθεί ο αναγνώστης ‘ως δική του’, να γίνει κι αυτός συγγραφέας. Και κάτι τέτοιο συμβαίνει κυρίως σε μια πρωτοπορία.
Δημιουργία είναι «η συνείδηση που φαντάζεται» κι εντέλει γίνεται «καταγωγή», ποιητική εικόνα, παίρνει μια μορφή και ‘ντύνεται’ με το δικό της περίβλημα και τις ιδιότητες για να μας αφηγηθεί μια καταπληκτική ιστορία: γίνεται ένα σπουδαίο μυστικό που κρύβεται σε μια σοφίτα, μια μεγάλη ιδέα που κατοικεί σ’ ένα κοχύλι, ένα κιβώτιο όπου φυλάσσονται οι αποδείξεις μιας απώτερης καταγωγής κλπ. Η ποιητική εικόνα είναι οντότητα διϋποκειμενική οντότητα, μεταδίδεται ανανεωμένη από το ένα πρόσωπο στο άλλο που την οικειοποιείται, με κάθε ανάγνωση διαφοροποιείται γι αυτό και αποτελεί μια εσαεί καινοτομία, χωρίς να παύει επίσης να αποτελεί «αλαζονεία».
Ύστερα από όσα περιγράψαμε, είναι σκόπιμο να σημειώσουμε ότι ο κόσμος της ποιητικής εικόνας δεν είναι «εικονικός», αλλά στην ουσία του είναι μορφικός! Η ποιητική εικόνα δεν είναι μια ωραία εικόνα αλλά η ανανεωτική έκβαση του λόγου. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εννοηθεί ως αντικείμενο. Παρά ταύτα, συχνά στους αναγνώστες η πρόσληψή της προκαλεί αντιδράσεις.
Ο κριτικός στέκει απέναντί της «αντικειμενικά» και πνίγει τον αντίλαλο, (δηλαδή ξάφνου, νιώθει πως αντιβαίνει στις αρχές του το βάθος του πρωτόγονου ποιητικού φαινόμενου που αντιλαμβάνεται να αναβλύζει).
Ο Ψυχολόγος (ξετρελαμένος από τις αντηχήσεις), καταλαμβάνεται από την αδιάκοπη επιθυμία να «περιγράψει» τα δικά του συναισθήματα. Ειδικά ο ψυχαναλυτής καταπιάνεται να ξεμπερδεύει το κουβάρι με τις ερμηνείες του αντίλαλου, και δίνει νοήματα στην εικόνα (την νοητικοποιεί), την μεταφέρει σε μια άλλη γλώσσα, της βρίσκει συμφραζόμενα, χάνει τον αντίλαλο. Τελικά πετυχαίνει να μεταφράσει την ποιητική εικόνα σε μια άλλη γλώσσα που δεν είναι η γλώσσα του ποιητικού λόγου, με δυο λόγια «να την προδώσει», όπως παρατηρεί ο Μπασλάρ.
Συχνά οι αναγνώστες ξεχνούν ότι η ποιητική εικόνα δεν υπακούει σε καμιά αιτιότητα, ότι δημιουργείται μόνο και μόνο για να μεταδοθεί «από τη μια ψυχή στην άλλη», ότι έχει εγγενή διϋποκειμενική αξία που ακριβώς τα αιτιοκρατικά δόγματα (Ψυχολογία και Ψυχανάλυση) είναι ακατάλληλα να την προσδιορίσουν με τις δικές τους μεθόδους. Αυτή την πτυχή, της οντολογικής διάστασης της λογοτεχνίας πρέπει να την θυμούμαστε συχνά ως αναγνώστες. Ότι την ποιητική εικόνα δεν την αναλύουμε σαν πράγμα, άνθρωπο, γεγονός γιατί είναι αυτοτελής οντότητα, πνεύμα φορτισμένο με ενέργεια, καινοτομία, νεωτερισμός.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ