Β΄ Φάση και Άλωση του Μεσολογγίου – Ιανουάριος – Απρίλιος 1826
Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλις Τουρκιᾶς, τοπ’ Ἄγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμᾶ, βαρεῖ το καλυβάκι.
Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Άλωση του Μεσολογγίου. Για να τιμήσουμε και εμείς με την σειρά μας μια από τις ηρωικοτερες σελίδες της ελληνικής ιστορίας δημοσιεύουμε σε δύο μέρη αποσπάσματα από το βιβλίο των Τάσου Χατζηαναστασίου και Μαρίας Κασιμάτη, Πολεμώντας το ’21. Οι σημαντικότερες συγκρούσεις του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στη στεριά και τη θάλασσα, μέσα από τις πηγές, Εναλλακτικές Εκδόσεις 2021. Εικονογράφη: Νικόλας Δημητριάδης.
Μέσα σε δύο μόλις στίχους, ο Σολωμός περιγράφει εύστοχα τους αντιπάλους που είχε να αντιμετωπίσει το Μεσολόγγι μετά την ανάληψη της επιχείρησης από τον Ιμπραήμ, ο στρατός του οποίου ήταν εκπαιδευμένος από Γάλλους αξιωματικούς και είχε πολεμοφόδια που αγόραζε από ξένες χώρες, όπως η Βρετανία. Ο Αιγύπτιος αρχιστράτηγος έστειλε μήνυμα στους πολιορκημένους ζητώντας να στείλουν σε αυτόν πρόσωπα που να μπορούν να μιλήσουν στην αλβανική, τουρκική και γαλλική γλώσσα, και προσφέροντας ομήρους, όποιους ήθελαν. Οι Έλληνες, σύμφωνα με τον Γκόρντον, απάντησαν λακωνικά:
Εἴμεθα ἀγράμματοι καί δέν εἰξεύρομεν τόσας γλώσσας∙ ἀλλ’ εἰξεύρομεν πῶς νά μεταχειριζώμεθα τό σπαθί καί τό τουφέκι.
Η δεύτερη πρόταση συνθηκολόγησης ήρθε μετά από δύο εβδομάδες, από τη θάλασσα, μέσω του πλοίαρχου Άμποτ της αγγλικής κορβέττας Ρόζα, ο οποίος όμως δήλωσε στους πολιορκημένους ότι ως Βρετανός αξιωματικός απλώς μεταβιβάζει την πρόταση και ούτε εκφράζει γνώμη ως προς τη φερεγγυότητά της ούτε μπορεί να εγγυηθεί την εφαρμογή της συνθήκης. Η απάντηση των Ελλήνων ήταν κόσμια, αλλά και αυτήν τη φορά αρνητική.
Από ελληνικής πλευράς γίνονταν προσπάθειες να ενισχυθεί το Μεσολόγγι, αλλά τόσο η τροφοδοσία της πόλης όσο και οι στρατιωτικές ενισχύσεις ήταν αδύνατον να ανατρέψουν τους αρνητικούς συσχετισμούς που είχε επιφέρει η παρουσία των Αιγυπτίων. Στις αρχές του έτους μπήκαν στο Μεσολόγγι εξακόσιοι άνδρες από το στρατόπεδο της Δερβέκιστας με αρχηγούς τους Τούσια Ζέρβα, Αθανάσιο Κουτσονίκα και άλλους, ενώ παράλληλα ο στόλος, που μπόρεσε να κινηθεί ύστερα από έρανο στον οποίο συνεισέφεραν τα μέλη της κυβέρνησης και η Γερουσία, καθώς και έμποροι της Σύρου, της Σμύρνης και άλλοι πολίτες, εφοδίασε την πόλη. Όπως γράφει ο Γκόρντον, το ποσό το οποίο συγκεντρώθηκε τότε «ἐθεράπευσε τάς μᾶλλον ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τοῦ ναυτικοῦ». Παρ’ όλ’ αυτά, οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί στο εσωτερικό του ναυτικού, μεταξύ Σπετσιωτών, Υδραίων και Ψαριανών δεν έπαψαν και δυσχέραιναν τον συντονισμό της δράσης σε μια τόσο κρίσιμη, για την Επανάσταση, περίοδο.
Ὅταν οἱ Ὑδραῖοι ἀνέπλεον, οἱ Σπετσιῶται κατέπλεον, καί πάλιν, καθώς οἱ πρῶτοι ἤρχοντο, οἱ δεύτεροι, παρεκτός τριῶν πλοίων, ἐπέστρεφον εἰς τόν λιμένα∙ μόλις δέ Ψαριανοί ὀλίγιστοι ἠθέλησαν νά καταλίπωσι τήν Αἴγιναν,
επισημαίνει ο Γκόρντον.
Ο ελληνικός στόλος με επικεφαλής τον Μιαούλη συγκρούστηκε επανειλημμένα με μοίρες του τουρκοαιγυπτιακού στόλου τις πρώτες εβδομάδες του 1826, χωρίς όμως κάποιο θεαματικό αποτέλεσμα, πέρα από τον ανεφοδιασμό της πόλης με τρόφιμα και, βέβαια, την άρση του αποκλεισμού από τη θάλασσα. Για μεγάλο διάστημα, οι κάτοικοι τρέφονταν με υπολείμματα τροφών και άρχισαν να τρώνε τα βοηθητικά ζώα και στο τέλος φυτοζωούσαν με κόκκους ανάλεστων σιτηρών. Είχαν να γευθούν ψωμί για δεκαπέντε μέρες. Οι μερίδες τους είχαν μειωθεί στα πενήντα και τελευταία στα τριάντα δράμια. Ο ισχυρότερος αντίπαλος των πολιορκημένων ήταν πλέον η πείνα, γεγονός που περιγράφεται στους γνωστούς συγκλονιστικούς στίχους των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»:
λαλεῖ πουλί παίρνει σπυρί κι ἡ μάνα τό ζηλεύει.
Τά μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε· στά μάτια ἡ μάνα μνέει.
Τα τρόφιμα που έφερε ο Μιαούλης υποτίθεται πως θα έφταναν για δύο μήνες, αλλά τελικά, δεν έφτασαν παρά για λίγες εβδομάδες και δεν επαρκούσαν για να συντηρηθούν και τα πληρώματα του στόλου, ο οποίος ετοιμαζόταν να αναχωρήσει στα τέλη Ιανουαρίου.
[….]
Ο πλήρης αποκλεισμός του Μεσολογγίου
Παράλληλα με την κατασκευή προωθημένων οχυρωμάτων και χαρακωμάτων, ο Ιμπραήμ έστρεψε την προσοχή του στον θαλάσσιο αποκλεισμό του Μεσολογγίου προσεγγίζοντας την πόλη από τη ρηχή λιμνοθάλασσα. Για να το πετύχει αυτό, έπρεπε να εξουδετερώσει τις φρουρές των νησίδων και του Ανατολικού. Ανέλκυσε τα κατεστραμμένα πλοία από τις ναυμαχίες του Ιανουαρίου, που είχαν παραμείνει στον κόλπο του Μεσολογγίου, και διέταξε να γίνουν οι απαραίτητες επισκευές και μετατροπές προκειμένου να μπορούν να πλεύσουν στα αβαθή νερά της λιμνοθάλασσας. Παράλληλα, ναυπήγησε στην Πάτρα κατάλληλα πλοία, τα οποία στις 23 Φεβρουαρίου ρυμουλκήθηκαν και μαζί με τα πολεμικά που επέστρεφαν από τη Μεθώνη αγκυροβόλησαν όσο πιο κοντά γινόταν στο Βασιλάδι, που ήταν ο πρώτος του στόχος.
Αρχηγός της φρουράς, τριάντα τεσσάρων πυροβολητών και είκοσι επτά στρατιωτών, της νησίδας, ήταν ο Μεσολογγίτης Σπύρος Πεταλούδης, με άξιο συνεργάτη τον εμπειροπόλεμο Ιταλό υπαξιωματικό του πυροβολικού, Πασκουάλε Τζιακομούτζι από τη Σαρδηνία. Η αντίσταση που προέβαλαν ήταν σθεναρή και πιθανότατα να μπορούσαν να αντέξουν περισσότερο, εάν δεν ανατιναζόταν η πυριτιδαποθήκη. Έτσι, το βράδυ της 25ης Φεβρουαρίου, οι περισσότεροι από τους υπερασπιστές του νησιού το εγκατέλειψαν και οι πολυπληθείς Άραβες, υπό την πίεση των αξιωματικών τους, κατέλαβαν με έφοδο την νησίδα. Τέσσερις Έλληνες έπεσαν στα χέρια του εχθρού, μαζί και ο Σπύρος Πεταλούδης, ενώ οι υπόλοιποι διέφυγαν μέσω του βάλτου. Ο ίδιος ο Τζιακομούτζι έμεινε τελευταίος για να καταστρέψει τα πυροβόλα και, αφού κολύμπησε μέσα στο νερό και τη λάσπη για ώρες, έφθασε στο Μεσολόγγι μισοπεθαμένος από το κρύο και την κούραση. Ο ηρωικός Φιλέλληνας επέζησε στην Έξοδο, ευτύχησε να ζήσει την απελευθέρωση και πέθανε στο Ναύπλιο το 1845.
Την Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου, ο αιγυπτιακός στολίσκος επιτέθηκε και κατά των νησίδων του Ντολμά και του Πόρου, οι τριακόσιοι πενήντα υπερασπιστές των οποίων πολέμησαν μέχρις εσχάτων κι όλοι, πλην δύο ή τριών που διέφυγαν, έπεσαν με το σπαθί στο χέρι. Μόνον η φρουρά του Ανατολικού δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων κι όχι μόνο δεν έσπευσε να ενισχύσει τους αμυνόμενους Έλληνες στο Βασιλάδι, τον Ντολμά και τον Πόρο, αλλά εγκατέλειψε το Ανατολικό το βράδυ της Κυριακής και οι τρεις χιλιάδες περίπου κάτοικοι, κυρίως γυναικόπαιδα, υποχρεώθηκαν να παραδοθούν με τον όρο να τους επιτρέψουν να μεταβούν με την κινητή τους περιουσία στην Άρτα την επόμενη μέρα, 1η Μαρτίου. Οι πολιορκημένοι όμως έμαθαν πως οι Τούρκοι, κατά το συνήθειό τους, λήστεψαν τα γυναικόπαιδα, άρπαξαν γυναίκες και κορίτσια και τα κακοποίησαν και μόνο τα μισά έφτασαν τελικά σώα στην Άρτα.
Ταῦτα ἀκούσαντες λεγόμενα εἰς τήν φρουράν, ἄντρες καί γυναῖκες πλέον δέν ἔλεγον ἄλλον παρά ἤ ἐκδίκησιν ἤ θάνατον καλύτερα παρά νά πέσουν εἰς τάς χεῖρας των,
γράφει ο Κασομούλης. Κι ενώ θρηνούσαν για τη μοίρα των αμάχων, παράλληλα τα είχαν με τους υπερασπιστές του Ανατολικού που εγκατέλειψαν τη θέση τους αμαχητί.
Έτσι, την ίδια μέρα, ο Κίτσος Τζαβέλλας επιχείρησε αιφνιδιαστική καταδρομική επιχείρηση με πεντακόσιους άντρες κι αφού προξένησε σημαντικές απώλειες στον εχθρό, επέστρεψε στην πόλη φέρνοντας τα κεφάλια ενός Ευρωπαίου ταγματάρχη του πυροβολικού κι ενός Οθωμανού αξιωματούχου. Οι Έλληνες αποκόμισαν, επίσης, πλούσια λάφυρα και συνέλαβαν αιχμαλώτους, κυρίως Γάλλους αξιωματικούς, που τους είχαν άχτι επειδή, ενώ ήταν χριστιανοί, πολεμούσαν μαζί με τους Τούρκους. Τους έσερναν στη γη και τους βασάνιζαν, ενώ εκείνοι, όπως θυμάται ο Κασομούλης, φώναζαν: «παρντόν, παρντόν».Ένας από αυτούς μάλιστα ζήτησε να τον εκτελέσουν για να αποφύγει τη διαπόμπευση και τα βασανιστήρια. «Πόλεμος βίαιος διδάσκαλος»,όπως έγραψε ο Θουκυδίδης ενώ, όπως, εύστοχα επισημαίνει, ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος σε πρόσφατη ομιλία του για το 1821, δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τους Σουλιώτες, επειδή δεν πολεμούσαν εφαρμόζοντας «τους κανόνες της ιπποσύνης». Στην ίδια επιδρομή, ένας απλός αγωνιστής από την Κοζάνη, ο Νίκος Τζιάρας, από το σώμα του Νότη Μπότσαρη, έφυγε μόνος του μπροστά κραδαίνοντας το σπαθί του και προκαλώντας τέτοιον τρόμο στους εχθρούς, που τράπηκαν σε φυγή χωρίς να σταθούν να δουν ότι καταδιώκονται από έναν και μόνο παράτολμο Έλληνα.
Όσο ψυχωμένοι, σκληροτράχηλοι και αξιόμαχοι κι αν ήταν ωστόσο, οι Έλληνες αδυνατούσαν να απαλλαγούν από τον ασφυκτικό κλοιό που έσφιγγε ολοένα γύρω από το Μεσολόγγι. Μόνη ελπίδα παρέμενε μια δυναμική επιχείρηση του ελληνικού στόλου, σε συνδυασμό με μια συντονισμένη επίθεση χερσαίων δυνάμεων από τη Ανατολική Στερεά. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη, εξαιτίας της κακής κατάστασης στην οποία βρίσκονταν κυρίως η κυβέρνηση και οι πολιτικοί, που αναλώνονταν στις διεργασίες της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο, αλλά και οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Στερεάς, που είτε εκτελούσαν αδιέξοδες επιχειρήσεις, όπως αυτή εναντίον της Καρύστου, στα μέσα Μαρτίου, είτε αδρανούσαν. Η δε ανάθεση της αρχηγίας των δυνάμεων, που θα στήριζαν το Μεσολόγγι στη Δυτική Στερεά, στον Κώστα Μπότσαρη, αντί για τον Καραϊσκάκη, είχε πολύ αρνητικές συνέπειες, γιατί μόνο ένας ντόπιος Ρουμελιώτης με το κύρος και την ορμητικότητά του Καραϊσκάκη μπορούσε να ξεσηκώσει τους ενόπλους της περιοχής. Όταν μάλιστα αποφάσισαν επιτέλους, τον Μάρτιο, να ορίσουν τον Καραϊσκάκη αρχηγό στρατοπέδου στη Δυτική Στερεά, αφενός διατήρησαν ανεξάρτητη την τροφοδοσία των άλλων ισχυρών οπλαρχηγών της περιοχής, για να αποφευχθούν οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί, αφετέρου η δική του τροφοδοσία θα εξασφαλιζόταν από τους πόρους της επαρχίας, ανέθεταν δηλαδή στον ίδιο την εξασφάλιση της τροφοδοσίας του σώματός του. Έτσι, οι πολιορκημένοι στηρίζονταν πλέον σχεδόν αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, επιδεικνύοντας αυταπάρνηση και αξιοθαύμαστη αντοχή και ηρωισμό για αρκετές εβδομάδες ακόμη ως την ηρωική Έξοδο.

Οι τελευταίες στιγµές του Μεσολογγίου – Η µάχη της Κλείσοβας
Μετά την πτώση των νησίδων και του Ανατολικού, οι Αλβανοί που πλησίαζαν τα τειχίσματα του Μεσολογγίου φώναζαν στους πολιορκημένους να παραδοθούν όπως παραδόθηκαν και στο Ανατολικό, αλλά εισέπρατταν κοροϊδίες και ύβρεις. Ωστόσο, η κατάσταση ήταν αντικειμενικά απελπιστική. Στις 3 Μαρτίου συγκλήθηκε σύσκεψη των οπλαρχηγών που έκαναν απολογισμό της κατάστασης και πράγματι τέθηκε το ζήτημα, από τον Νικόλαο Στουρνάρη που είχε τραυματιστεί και ασθενήσει σοβαρά, να προβούν σε συμφωνία με τους πολιορκητές, αλλά δεν έγινε αποδεκτή από τους περισσότερους. Τότε, τέθηκε για πρώτη φορά και το ζήτημα της εξόδου, ενώ ο νους των περισσότερων ήταν στις οικογένειες και τους αρρώστους. Όπως σημειώνει ο Κασομούλης, σχεδόν κάθε οικογένεια είχε και κάποιον άρρωστο και τους υπολόγιζε σε τετρακόσιους ογδόντα περίπου, που σύντομα θα αυξάνονταν.
Περί τήν 10ην Μαρτίου ἐξέλιπον ὁλοτελῶς αἱ τροφαί καί ἀπ’ αυτήν τήν φρουράν. Ἔκτοτε δέ ἤρχισαν οἱ πολιορκημένοι νά τρέφωνται μέ τό κρέας τῶν ἐν τῇ πόλει ἵππων, ὄνων, κυνῶν, γαλῶν, μυῶν, καί ἐκ θαλασσίων καρκίνων καί χόρτου, ἐκ τῶν ἁρμυρίθρων λεγομένων, αἵτινες προυξένουν εἰς τούς τρώγοντας διάρροιαν.
Μ’ αυτά τα λόγια περιγράφει ο αυτόπτης μάρτυρας, Αρτέμιος Μίχος την πλήρη εξαθλίωση στην οποία είχαν φτάσει οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου. Κι όταν τελείωσαν και αυτά, κάποιοι άρχισαν να τρέφονται από τους νεκρούς συγγενείς τους. Κι όμως, άντεξαν ακόμη έναν μήνα πολεμώντας συνεχώς τα πολυπληθή και με υπερεπάρκεια τροφίμων και πολεμοφοδίων εχθρικά στρατεύματα. «Οἱ δέ στρατιῶται, νήστεις και γυμνοί, ὑπέμενον τά πάνδεινα μέ ἀπαραδειγμάτιστον καρτερίαν».Αγνοί πατριώτες, όπως ο αρχηγός των Μεσολογγιτών Θανάσης Ραζικότσικας, είχαν αναλώσει όλη τους την ακίνητη και κινητή περιουσία για τον Αγώνα. Σε μια χαρακτηριστική κίνηση θυσίας του πιο πολύτιμου, υλικά, μα κυρίως συναισθηματικά, περιουσιακού τους στοιχείου, πριν τον ολοσχερή αποκλεισμό της πόλης, οι οπλαρχηγοί είχαν δώσει ενέχυρο τα ασημένια τους όπλα για την προμήθεια τροφίμων από τα Επτάνησα. Τώρα, μόνη τους ελπίδα παρέμεναν οι ειδήσεις που λάμβαναν για επικείμενη επιχείρηση του στόλου με τρόφιμα και ενισχύσεις και απ’ αυτήν αντλούσαν ακόμη κουράγιο για να συνεχίσουν την αντίσταση και να αρνηθούν ξανά τις προτάσεις των Τουρκοαιγυπτίων για παράδοση της πόλης που είχαν επαναληφθεί στα μέσα Μαρτίου. Οι πολιορκημένοι ζητούσαν να αποσυρθούν τα εχθρικά στρατεύματα σε απόσταση τριών ωρών για να αποχωρήσουν από το Μεσολόγγι με τις οικογένειές τους ανενόχλητοι και με τον οπλισμό τους, όροι που δεν έγιναν, φυσικά, αποδεκτοί.
Αυτό που είναι πολύ χαρακτηριστικό στις αφηγήσεις είναι η σημασία που έδιναν στην τιμή τους, που την υπολόγιζαν περισσότερο κι από την ζωή των ίδιων και των οικογενειών τους. Προτιμούσαν, ειλικρινά, να πεθάνουν, παρά να ατιμαστούν παραδίδοντας τα όπλα τους ή αφήνοντας τις οικογένειές τους στο έλεος του εχθρού. Ο κανονιοβολισμός συνεχίστηκε σφοδρότερος και οι πυροβολητές των Αιγυπτίων, όταν διαπίστωσαν ότι τα τειχίσματα και οι υπερασπιστές τους παρέμεναν απρόσβλητα, σημάδευαν πλέον μέσα στην πόλη προκαλώντας καταστροφές σε σπίτια και σκοτώνοντας αμάχους.
Επόμενος στόχος του εχθρού ήταν το μικρό νησί της Κλείσοβας, που το υπερασπίζονταν εκατόν τριάντα άντρες με επικεφαλής τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο από τα Κράβαρα. Το πρωί της 25ης Μαρτίου, ένας στολίσκος από ελαφρά πλοιάρια άνοιξε σφοδρό πυρ εναντίον του Μεσολογγίου, που το υποστήριξαν με την ίδια ένταση και τα πυροβολεία της στεριάς. Επρόκειτο για αντιπερισπασμό, καθώς αντί να επακολουθήσει έφοδος εναντίον της πόλης, ο εχθρός στράφηκε εναντίον της Κλείσοβας. Αμέσως έσπευσε εκεί ο Κίτσος Τζαβέλλας με οχτώ συντρόφους του. Η παρουσία του εμψύχωσε ιδιαίτερα την ολιγάριθμη φρουρά του Παναγιώτη Σωτηρόπουλου, η οποία ως το μεσημέρι είχε αποκρούσει έξι αλλεπάλληλες εφόδους. Τις επιχειρήσεις καθοδηγούσε ο ίδιος ο Κιουταχής, ο οποίος μάλιστα πληγώθηκε ελαφρά στο πόδι. Κατά το μεσημέρι, είχαν απομείνει μόνο καμιά ογδονταριά Έλληνες ικανοί να πολεμήσουν, καθώς τριάντα περίπου είχαν σκοτωθεί, δεκαέξι είχαν τραυματισθεί, ενώ των υπολοίπων δέκα και παραπάνω είχαν αχρηστευθεί τα όπλα τους.
Οι τουρκικές δυνάμεις, κατά το μεσημέρι, υποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες νεκρούς. Οι Έλληνες αμύνονταν από έναν πύργο, έχοντας καλύτερη θέση άμυνας σε σχέση με τον εχθρό, που ήταν καθηλωμένος στην παραλία και δεν διέθετε σκάλες για να ανέβει στις πολεμίστρες των αμυνομένων. Οι Τούρκοι κατάφεραν να γκρεμίσουν μόνο τον εξωτερικό περίβολο.
Τότε, έφτασαν ενισχύσεις από ισχυρές μονάδες του αιγυπτιακού στρατού με επικεφαλής τον Χουσεΐν μπέη. Έτσι, όμως, όπως ήταν μισοβυθισμένοι στο νερό, ήταν εντελώς εκτεθειμένοι στα πυρά των Ελλήνων που τους σφυροκοπούσαν από τις πολεμίστρες ανελέητα. «Σωροί πτωμάτων καί λέμβοι εἶχαν γίνει ἕνα μεῖγμα», γράφει χαρακτηριστικά ο Κασομούλης. Οι Έλληνες εντόπισαν τον επικεφαλής των Αιγυπτίων, Χουσεΐν, ανάμεσα στους άντρες του, να τους διατάζει και να τους παρακινεί με φωνές, απειλές και χρήση βίας να επαναλάβουν τις επιθέσεις τους και με εύστοχες βολές τον φόνευσαν. Ο θάνατός του, σε συνδυασμό με την άφιξη νέων πλοιαρίων από το Μεσολόγγι, που έφεραν τους υπόλοιπους άνδρες του σώματος του Κίτσου Τζαβέλλα και οι οποίοι εξαπέλυσαν άγριο κυνηγητό εναντίον τους, προκάλεσε πανικό στους Αιγυπτίους, οι οποίοι άρχισαν να φεύγουν ατάκτως μέσα στα ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας. Η περιοχή γέμισε τότε σημαίες, παλάσκες, τουφέκια, σπαθιά, μεγάλες βάρκες, πολεμοφόδια και πυροβόλα. Ο Τζαβέλλας βγήκε από τον πύργο και κατέλαβε επτά λέμβους οι οποίες είχαν προσαράξει και έστησε τρόπαιο από χίλια διακόσια τουφέκια και λόγχες. Την επόμενη μέρα το πρωί, οι Έλληνες συνελάμβαναν τρομοκρατημένους εχθρούς που είχαν χαθεί στη λίμνη και τους περισσότερους τους εκτελούσαν επί τόπου, ενώ άλλους τους μετέφεραν στο Μεσολόγγι. Από τα δέρματα των λαφύρων οι πολιορκημένοι έφτιαξαν τσαρούχια, αλλά λυπούνταν που δεν μπόρεσαν, εκτός από όπλα και σημαίες, να αποκομίσουν κάτι περισσότερο, καθώς υπέφεραν από την πείνα.
Αυτή ήταν η αιματηρότερη μάχη που είχαν δει οι Μεσολογγίτες, καθώς εκατοντάδες, αν όχι και χιλιάδες πτώματα εχθρών επέπλεαν στη λίμνη. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν γύρω στους σαράντα άντρες και πληγώθηκαν άλλοι τόσοι. «Ήρωας της Κλείσοβας» αναδείχτηκε ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, που διηύθυνε από την αρχή της μάχης την αντίσταση των Ελλήνων. Η νίκη ενθουσίασε τους πολιορκημένους, που είχαν δείξει ότι στο πεδίο της μάχης ήταν ανίκητοι. Προξένησε δε ισχυρή εντύπωση και στο εξωτερικό, όπως φαίνεται από βρετανικές προξενικές εκθέσεις: πώς δηλαδή αυτοί οι ερμητικά κλεισμένοι Έλληνες πέτυχαν μια τόσο συντριπτική νίκη. Ωστόσο, η τύχη του Μεσολογγίου δεν εξαρτιόταν από την ανδρεία και το αξιόμαχο των πολιορκημένων. Το δε μίσος μεταξύ των δύο πλευρών είχε κορυφωθεί και δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο συμβιβασμού.

Αποτυχία ανεφοδιασµού των πολιορκηµένων – από τον ελληνικό στόλο
Την 1η Απριλίου, έξι ημέρες μετά τη μάχη της Κλείσοβας, οι πολιορκημένοι έλαβαν επιστολή από την επιτροπή που είχαν στείλει στο Ναύπλιο. Η επιτροπή τούς ενημέρωνε ότι εξοικονομήθηκε το ποσό των 400.000 γροσίων για μισθούς και σιτηρέσια και άλλα τόσα χρήματα για τον απόπλου του στόλου. Η βοήθεια όμως θα έφτανε ύστερα από δώδεκα ημέρες και τους ζητούσαν να αντέξουν πάση θυσία. Όπως όμως είδαμε και παραπάνω, οι πολιορκημένοι ήδη τρέφονταν κυριολεκτικά με ό,τι έβρισκαν. Ακόμη και τα ψάρια της λιμνοθάλασσας είχαν εξαφανιστεί εξαιτίας των κανονιοβολισμών. Το περιβάλλον είχε μετατραπεί σε κόλαση για κάθε ζωντανό πλάσμα. Τα βοηθητικά και οικόσιτα ζώα εξαφανίστηκαν και ήταν τυχεροί όσοι έπιαναν κανέναν ποντικό. Οι αναφορές σε περιπτώσεις ανθρωποφαγίας, από πολλές πηγές, μοιάζουν πιστευτές και φανερώνουν την απελπισία των πολιορκημένων. Οι μαχητές περιφέρονταν σκελετωμένοι, με τα μάτια βαθουλωμένα. Είχαν φτάσει στο έσχατο όριο αντοχής. Οι ειδήσεις της κατάστασης των πολιορκημένων ήταν γνωστές και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σε κύριο άρθρο της Ἐφημερίδος τῶν Ἀθηνῶν της 20ης Μαρτίου 1826, διαβάζουμε:
Ψωμί δέν ὑπάρχει τελείως· τό μοίρασαν γιά δώδεκα μέρες καί τό τρῶνε λιμαστικά· κάθε μέρα κοιτάζουν τή θάλασσα μή φανοῦν καράβια δικά μας κι’ ἄν δεν φανοῦσι σώνεται τό ψωμί καί θά ἀφήσουν τό κάστρο οἱ ἐδικοί μας· κάθε μέρα κάνουν παράκληση, ψωμί νά τούς δόσει ὁ Θεός, εἰ δέ μή ἄλλον πόλεμον δέν φοβοῦνται.
Στο μεταξύ, τέθηκε το ζήτημα της μεταφοράς των ασθενών και τραυματιών, που είχαν φτάσει πλέον τους εξακόσιους, σε ασφαλές μέρος, από τη μοναδική δίοδο που είχε μείνει αφύλακτη και επέτρεπε, έστω και διακινδυνεύοντας να γίνουν αντιληπτοί από τα εχθρικά πλοία, να διαφύγουν προς τα Επτάνησα. Κι αυτή η ιδέα όμως απορρίφθηκε γιατί, πέρα από τους κινδύνους της επιχείρησης, θα έπρεπε υποχρεωτικά να διατεθεί συνοδεία στρατιωτών που ήταν απαραίτητοι για την άμυνα της πόλης. Έτσι, απαγορεύτηκε η έξοδος σε όλους και σημειώθηκαν αντιπαραθέσεις μεταξύ των αγωνιστών που ασθενούσαν και επιθυμούσαν να φύγουν με τις οικογένειές τους και της πλειοψηφίας της φρουράς. Παρ’ όλο που τα περάσματα φυλάσσονταν, υπήρξαν κάποιοι που κατάφεραν να διαφύγουν. Έχει καταγραφεί ο αριθμός των τριάντα οικογενειών, εκατόν σαράντα περίπου άτομα, που μεταξύ 28 Μαρτίου και 7 Απριλίου μεταφέρθηκαν με πλοιάρια εκτός της πόλης. Πολλοί απ’ όσους έφυγαν, είτε κρυφά είτε φανερά, έπεσαν στα χέρια των Τούρκων κι όσοι σώθηκαν επέστρεψαν σε ακόμη πιο αξιοθρήνητη κατάσταση από πριν, έχοντας χάσει τις οικογένειές τους.
Η απελπισία των πολιορκημένων κορυφώθηκε όταν ο Μιαούλης ανακοίνωσε στα μέλη της επιτροπής των αγωνιστών του Μεσολογγίου, που είχαν επιβιβαστεί μαζί του, ότι δεν μπορούσε να προσφέρει καμία βοήθεια στο Μεσολόγγι. Τα είκοσι πέντε πολεμικά και πυρπολικά, μία γαλιότα και δύο μίστικα του ελληνικού στόλου απέτυχαν επανειλημμένα να διασπάσουν τον αποκλεισμό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Η σύγκρουση της 3ης Απριλίου στα ανοιχτά του Κάβο Παπά εξελίχθηκε σε ναυμαχία κατά την οποία εξήντα οχτώ εχθρικά πολεμικά πλοία ανάγκασαν την ελληνική μοίρα να υποχωρήσει με σημαντικές απώλειες.
Παρ’ όλ’ αυτά, ο Μιαούλης, σύμφωνα με τον Γκόρντον, επιχειρούσε μέχρι την τελευταία στιγμή να ενισχύσει το Μεσολόγγι μέσω του τελευταίου ελεύθερου θαλάσσιου περάσματος προς την πόλη. Περιπλέοντας στην περιοχή και εμπλεκόμενος σε αψιμαχίες με πλοία του εχθρικού στόλου, προσπαθούσε να αξιοποιήσει την ταχύτητα και το μικρό μέγεθος των λέμβων διαφυγής, τις σκαμπαβίες των πυρπολικών, και να μεταφέρει σακιά με αλεύρι στην πόλη. Έως ότου όμως μπορέσει να πραγματοποιήσει το σχέδιό του, το Μεσολόγγι είχε πέσει και ο ίδιος επέστρεψε με βαριά καρδιά στην Ύδρα.
Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
