Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου – πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά
Συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Άλωση του Μεσολογγίου. Για να τιμήσουμε και εμείς με την σειρά μας μια από τις ηρωικότερες σελίδες της ελληνικής ιστορίας δημοσιεύουμε σε δύο μέρη αποσπάσματα από το βιβλίο των Τάσου Χατζηαναστασίου και Μαρίας Κασιμάτη, Πολεμώντας το ’21. Οι σημαντικότερες συγκρούσεις του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στη στεριά και τη θάλασσα, μέσα από τις πηγές, Εναλλακτικές Εκδόσεις 2021. Εικονογράφηση: Νικόλας Δημητριάδης.
Βράδυ 10ης προς ξηµέρωµα 11ης Απριλίου 1826
Μετά την οριστική αποτυχία του ελληνικού στόλου να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό, οι πολιορκητές εμφανίστηκαν με νέες προτάσεις συνθηκολόγησης, ανάλογες με αυτές της παράδοσης του Ανατολικού. Κι αυτές όμως απορρίφθηκαν, γιατί η φρουρά του Μεσολογγίου προτιμούσε να πεθάνει παρά να παραδώσει στον εχθρό τα όπλα της με τα οποία είχε κερδίσει τόσες μάχες. Έτσι, μόνη επιλογή απέμενε η έξοδος, αλλά κι αυτή έμοιαζε περισσότερο με αποστολή αυτοκτονίας. Πρώτα πρώτα, σε μια τέτοια επιχείρηση, που απαιτούσε ταχύτητα και ορμητικότητα, μόνο όσοι ήταν γεροί μπορούσαν να τα καταφέρουν, με δεδομένο ότι έπρεπε να περάσουν με ορμή και πολεμώντας διαρκώς μέσα από τις γραμμές του εχθρού. Τα γυναικόπαιδα και οι άμαχοι είχαν από ελάχιστες έως μηδαμινές ελπίδες επιβίωσης, ενώ οι ασθενείς και τραυματίες αποκλείονταν εκ προοιμίου. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση όλοι αναγνώριζαν την προτεραιότητα της διάσωσης όσων μπορούσαν να πολεμήσουν σε άλλα μέτωπα στη συνέχεια, γεγονός που φανερώνει τον ύψιστο βαθμό εθνικής συλλογικής συνείδησης μεταξύ των πολιορκημένων. Έπειτα, η επιτυχία του εγχειρήματος στηριζόταν σε αρκετούς αστάθμητους παράγοντες, όπως ήταν η δημιουργία αντιπερισπασμού και η κάλυψη από όσους ενόπλους είχαν απομείνει στους οπλαρχηγούς στην υπόλοιπη Δυτική Στερεά και πάνω απ’ όλα ο αιφνιδιασμός. Οι πολιορκημένοι είχαν στείλει επείγουσα επιστολή στον Καραϊσκάκη να κινητοποιήσει τους άντρες του χτυπώντας το στρατόπεδο του Κιουταχή, όταν θα επιχειρούσαν έξοδο, κι εκείνος πράγματι ανταποκρίθηκε, αλλά η αποστολή εμποδίστηκε από ισχυρή χαλαζόπτωση και καθυστέρησε, ενώ ο ίδιος κειτόταν άρρωστος κι ανήμπορος με πυρετό.
Δεν είναι ξεκάθαρο το πότε ακριβώς προτάθηκε η ιδέα της εξόδου. Φαίνεται πως συζητιόταν για αρκετές μέρες έως ότου ληφθεί η οριστική απόφαση. Οπωσδήποτε ήταν ιδέα των οπλαρχηγών, που έβλεπαν πως οι σωματικές δυνάμεις εγκατέλειπαν τους άντρες της φρουράς και οριστικοποιήθηκε μετά την αποτυχία του Μιαούλη να εφοδιάσει την πόλη τις πρώτες μέρες του Απριλίου. «Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ ἔχω ἐγώ στό χέρι, ὁπού μού ἔγινες βαρύ κι ὁ Ἀγαρηνός τό ξέρει», γράφει χαρακτηριστικά ο Σολωμός. Ως χρόνο πραγματοποίησης της επιχείρησης όρισαν τη νύχτα της 10ης Απριλίου, παραμονή της Κυριακής των Βαΐων.
Ξημερώματα της 9ης Απριλίου, έγινε νέα σύσκεψη των πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών. Μία από τις αποφάσεις τους ήταν να σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους, Τούρκους ή χριστιανούς, ακόμη και τους μουσουλμάνους πιστούς υπηρέτες οπλαρχηγών, όπως του Τζαβέλλα, για να εξαλειφθεί κάθε πιθανότητα προδοσίας ή δολιοφθοράς. Κατά τον παρόντα στα γεγονότα, Αρτέμη Μίχο, η απόφαση ήταν προϊόν της οργής, μετά την απόδραση ενός νέου εκχριστιανισμένου Τούρκου και ενός Βούλγαρου εργάτη που είχε αιχμαλωτισθεί από τους πολιορκημένους. Ο Κασομούλης είναι περισσότερο απολογητικός: «Ἡ καρδία μας ἐσκληρύνθη τότες τόσον, ὥστε δέν ἠξεύραμεν τί ἐκάμναμεν».

Η αρχική πρόταση να σκοτώσουν όλα τα γυναικόπαιδα, για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών, δεν υλοποιήθηκε τελικά με παρέμβαση του επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, που απέτρεψε μία πράξη ακραίου κυνισμού και απάνθρωπου ορθολογισμού με έντονο το στοιχείο της αντρικής περηφάνιας. Όσο για τους εξακόσιους περίπου ασθενείς και τραυματίες, μεταφέρθηκαν μαζί με τους ηλικιωμένους στα πιο γερά πέτρινα σπίτια, όπου συγκεντρώθηκαν δοχεία με πυρίτιδα, και οχυρώθηκαν εκεί για να πολεμήσουν ως το τέλος. «Τά παράθυρα νά μᾶς ἀφήσετε ἀνοιχτά μονάχα καί ὥρα καλή σας! Ὁ Θεός νά μᾶς ἀνταμώσῃ στόν ἄλλον κόσμο», έλεγαν όσοι θα έμεναν πίσω, θυμάται ο Κασομούλης. Ο εβδομηνταπεντάχρονος πρόκριτος του Μεσολογγίου, Χρήστος Καψάλης, που δεν μπορούσε να πάρει μέρος στην Έξοδο, είχε αναλάβει να ανατινάξει τη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη. Κάποιοι από τους ασθενείς επέμεναν να βγουν με τους συμπολεμιστές τους. Ανάμεσά τους, ο Νικόλαος Στουρνάρης, στον οποίον υπόσχονταν να τον πάρουν ακόμη και στους ώμους εάν χρειαζόταν.
Από την άλλη μεριά, αρκετοί Μεσολογγίτες δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους, ενώ κάποιες γυναίκες φόρεσαν ανδρικά ενδύματα και ζώστηκαν με ξίφη και μαχαίρια. Επίσης, όπλα δόθηκαν σε παιδιά που φαίνονταν αρκετά ικανά να τα χρησιμοποιήσουν. Το πιεστήριο του τυπογραφείου καταστράφηκε, τα στοιχεία του θάφτηκαν και οι πυροβολητές του Μεσολογγίου έλαβαν οδηγίες να καρφώσουν και να αναποδογυρίσουν τα κανόνια προτού εγκαταλείψουν τα πυροβολεία, αλλά σε αυτήν τη διαταγή δεν υπάκουσαν.
Η τελευταία σύναξη των κατοίκων έγινε στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής για να λειτουργηθούν και να μεταλάβουν των αχράντων μυστηρίων από τον επίσκοπο Ρωγών. Σε όλες τις εκκλησίες συνέρρεαν οι πολιορκημένοι με βαθιά κατάνυξη για να προσευχηθούν και να χαιρετήσουν ο ένας τον άλλον. Η συγκίνηση ήταν μεγάλη, αλλά, σύμφωνα με την αφήγηση του Κασομούλη, το κλίμα ήταν σχεδόν εορταστικό! Οι γυναίκες έβγαζαν τα ρούχα από τα σεντούκια και πρότειναν στους άντρες να φορέσουν καινούρια και καθαρά για την Έξοδο κι αυτοί αρνούνταν από περηφάνια. Όσοι θα λάβαιναν μέρος στην Έξοδο, έπαιρναν μαζί τους τα απολύτως απαραίτητα και τα πολυτιμότερα γι’ αυτούς αντικείμενα της κινητής τους περιουσίας, που για ορισμένους αυτό περιελάμβανε οικογενειακά κειμήλια, ιερές εικόνες και κόκαλα προγόνων.
Ἔβλεπες ἕναν ἀγῶνα προετοιμασίας μέ τόσην ἀταραξίαν, μέ τόσην εὐχαρίστησιν καί γέλια ὥστε κανένας, οὔτε καί ὁ πιο ἔσχατος ἄνθρωπος δέν ἐσυλλογίζετο πῶς ἔμελλεν νά σωθῇ.
Όσο κι αν φαντάζουν υπερβολικές σήμερα οι αντιδράσεις των πολιορκημένων, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας αφενός την ψυχολογία εκείνων των ανθρώπων, που δεν άντεχαν άλλο την πολιορκία, κι αφετέρου τη βαθιά τους πεποίθηση πως η Έξοδος θα στεφόταν με επιτυχία. Προφανώς, υπήρχαν και περιπτώσεις ανθρώπων που λιγοψύχησαν και που θα προτιμούσαν ίσως να είχαν δεχτεί τους όρους παράδοσης των Τουρκοαιγυπτίων. Η διάθεση, ωστόσο, της μεγάλης πλειοψηφίας ήταν θετική και η πίστη τους στη βοήθεια του Θεού πολύ ισχυρή, χωρίς να παραβλέπουν όμως και τα αντικειμενικά δεδομένα. Η αισιοδοξία τους πήγαζε από την παρέμβαση εξωτερικών παραγόντων. Το προηγούμενο διάστημα στήριζαν τις ελπίδες τους στον Μιαούλη, τώρα τις στήριζαν σε μια δυναμική επέμβαση του Καραϊσκάκη και στο γεγονός ότι είχαν νικήσει επανειλημμένα τους εχθρούς στο πεδίο της μάχης. Τα πράγματα, όμως, έμελε να εξελιχθούν διαφορετικά.
Το πρωί της 10ης Απριλίου έφτασε απεσταλμένος του Καραϊσκάκη, που τους ανήγγειλε ότι το απόγευμα θα βρίσκεται οπωσδήποτε ένα σώμα του στρατού του στα υψώματα του όρους Ζυγός (Αράκυνθος) και πως σύνθημα θα ήταν μία ομοβροντία. Αυτό αναπτέρωσε τις ελπίδες των πολιορκημένων πως θα μπορούσαν να διασπάσουν την εχθρική άμυνα. Το μεσημέρι έγινε η τελευταία σύσκεψη των πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών στον προμαχώνα του Δημήτρη Μακρή. Πήραν μέρος οι στρατιωτικοί αρχηγοί: Κίτσος Τζαβέλλας, Δημήτρης Μακρής, Νότης Μπότσαρης, Μήτσος Κοντογιάννης, Γεωργάκης Βαλτινός, Γιώργος Κίτζιου, Χρίστος Φωτομάρας, Γεωργάκης Βάγιας, Κώστας Χορμόβας, Θανάσης Ραζικότσικας, Κώστας Βλαχόπουλος, Γιάννης Μπαϊρακτάρης, Μήτρος Δεληγεώργης, Γεώργιος Καραμπίνης κι ακόμη ο ασθενής Νικόλαος Στουρνάρης. Από την πολιτική ηγεσία παραβρέθηκαν ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ως μοναδικός παρών εκπρόσωπος της Διευθυντικής Επιτροπής της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, οι δημογέροντες της πόλης Πάνος Παπαλουκάς και Ιωάννης Καραπιπέρης και, φυσικά, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, από τους οποίους ως μια, περισσότερο συμβολική κίνηση, οι οπλαρχηγοί ζήτησαν και πήραν την έγκριση για την πραγματοποίηση της Εξόδου.
Στη συνέχεια καταρτίσθηκε και το τελικό σχέδιο της Εξόδου. Ο Κασομούλης καταγράφει στα απομνημονεύματά του από μνήμης το κείμενο που έγραψε ο ίδιος καθ’ υπαγόρευσιν του μητροπολίτη και ξεκινά με τη χαρακτηριστική φράση: «Ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος».
Οι πολιορκημένοι ήταν περίπου δέκα χιλιάδες πεντακόσιοι. Από αυτούς, τα γυναικόπαιδα και οι άμαχοι, υπολογίζονταν σε εφτά χιλιάδες και οι άντρες της φρουράς σε περίπου τρεις χιλιάδες εξακόσιους. Από το σύνολο των πολιορκημένων οι εξακόσιοι ήταν ασθενείς και τραυματίες. Η Έξοδος θα ξεκινούσε δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Αυτοί που θα συμμετείχαν, θα χωρίζονταν σε τρεις φάλαγγες, «κολόνες» κατά την ορολογία της εποχής. Το πρώτο και το δεύτερο σώμα θα το αποτελούσαν άνδρες της φρουράς, με αρχηγούς τον Δημήτρη Μακρή και τον Νότη Μπότσαρη, οι οποίοι θα έβγαιναν από τις γέφυρες των προμαχώνων «Λουνέτα» και «Ρήγα», ενώ το τρίτο, αποτελούμενο από τους «φαμελίτες» ντόπιους και ξένους με τα γυναικόπαιδα και αρχηγούς ντόπιους, πιθανόν τον Ραζικότσικα και τον Μήτρο Ντεληγιώργη, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». Για τους αμάχους είχε προβλεφθεί η θεωρητικά ευκολότερη και ασφαλέστερη οδός, οικεία στους Μεσολογγίτες. Η φρουρά της Κλείσοβας θα αναλάμβανε την υποστήριξη αυτής της τρίτης φάλαγγας. Στα μικρά παιδιά θα δινόταν αφιόνι για να κοιμηθούν και να μην κλαίνε. Ο Κίτσος Τζαβέλλας είχε αναλάβει τον ρόλο της οπισθοφυλακής, φροντίζοντας να πάρει μαζί του όσους έμεναν να φρουρούν μετά την έξοδο του κυρίως όγκου της φρουράς. Για τη διάβαση των τάφρων είχαν ετοιμάσει κινητές γέφυρες, εκτός από την τάφρο του «Ομέρ Πασά», απ’ όπου θα περνούσαν οι άμαχοι και στην οποία ρίχτηκαν την τελευταία στιγμή στρώματα, κλινοσκεπάσματα κ.λπ. Σημείο συνάντησης ορίστηκε η μονή του Αγίου Συμεών, τ’ Άη Συμιού όπως είναι γνωστό στο Μεσολόγγι, στα 190μ. υψόμετρο στους πρόποδες του Ζυγού. Οι πρώτες δύο φάλαγγες θα περνούσαν μέσα από τις γραμμές των εχθρών, Αιγυπτίων, Τούρκων και Αλβανών, ανοίγοντας δρόμο.
Με τη δύση του ηλίου άρχισαν όλοι να συγκεντρώνονται στις συμφωνημένες θέσεις. Συγκλονιστική η στιγμή του αποχαιρετισμού όσων έμεναν πίσω κι εύχονταν ο ένας στον άλλον: «Καλήν αντάμωση στον άλλο κόσμο», ενώ όσοι ετοιμάζονταν για την Έξοδο είχαν το κουράγιο να ανταλλάσσουν και αστεία μεταξύ τους. Κατά τα μεσάνυχτα ακούστηκε επάνω στον Ζυγό η συμφωνημένη ομοβροντία του σώματος του Καραϊσκάκη, που είχε φθάσει από τον Πλάτανο. Οι πολιορκημένοι υπολόγισαν ότι οι άνδρες που τουφέκισαν ήταν λίγοι, τριακόσιοι περίπου, γεγονός που τους λύπησε πολύ. Την ίδια στιγμή ο Ιμπραήμ άρχισε αδιάκοπο βομβαρδισμό της πόλης, γεγονός που δημιούργησε στους Μεσολογγίτες την εντύπωση ότι προδόθηκαν από τους πυροβολισμούς του σώματος που Καραϊσκάκη. Στην πραγματικότητα όμως δεν τους είχαν προδώσει οι τουφεκισμοί του επικουρικού σώματος, αλλά πιθανότατα ένας αγγελιαφόρος παπάς που είχε συλληφθεί λίγο πριν (7 Απριλίου), ή ένας Βούλγαρος λιποτάκτης, ενώ αναφέρεται κι ένας Τούρκος αιχμάλωτος, που δραπέτευσε την ίδια μέρα. Συνεπώς, η απόπειρα εξόδου ήταν γνωστή στον Ιμπραήμ, όπως φάνηκε και από τα μέτρα που είχε λάβει για την ολοκληρωτική συντριβή των πολιορκημένων. Το στοιχείο του αιφνιδιασμού είχε χαθεί. Ούτε όμως ο καιρός ήταν με το μέρος των Ελλήνων, καθώς είχε φεγγάρι που φώτιζε τις κινήσεις τους. Η Έξοδος έπαιρνε πλέον τον χαρακτήρα της μετωπικής επίθεσης στις γραμμές του εχθρού, που τους περίμενε με το δάκτυλο στη σκανδάλη.
Στις οθωμανικές πηγές αναφέρεται πως την πληροφορία για την επικείμενη έξοδο τη μετέφερε κάποιος Βούλγαρος, πιθανότατα, ο λιποτάκτης που αναφέρουν οι ελληνικές πηγές. Ο ίδιος ο Ιμπραήμ έλεγε στον διευθύνοντα το αυστριακό προξενείο της Πάτρας, αβά Βιντσέντζο Μικαρέλι, που βρισκόταν στη σκηνή του τη στιγμή της συνθηματικής ομοβροντίας από τον Ζυγό, ότι το Μεσολόγγι το είχαν περικυκλώσει στενά δύο συντάγματα από τη στεριά και από τη θάλασσα με σχεδίες και αβαθή πλοιάρια. Επιπλέον, τρία τάγματα από δύο χιλιάδες τετρακόσιους άνδρες βρίσκονταν μπροστά από τη σκηνή του και υπό τις άμεσες διαταγές του σε ετοιμότητα να σπεύσουν όπου υπήρχε ανάγκη. Χίλιοι ιππείς βρίσκονταν ανάμεσα στο στρατόπεδο και στο βουνό και δύο χιλιάδες Αλβανοί φρουρούσαν υψώματα και χαράδρες προς το ανατολικό μέρος, ενώ το στρατόπεδο και τα στρατεύματα του Κιουταχή ήταν επίσης σε πλήρη ετοιμότητα στις θέσεις τους προς το δυτικό μέρος.

Οι πολιορκημένοι αγνοούσαν τις προετοιμασίες του εχθρικού στρατοπέδου και κατευθύνθηκαν προς τις γέφυρες. Αποχαιρετούσαν την πόλη που υπερασπίζονταν επί έναν χρόνο με τόσες θυσίες και κάποιοι έσκυβαν και φιλούσαν το χώμα με δάκρυα στα μάτια. Σιωπηλοί σαν φαντάσματα άρχισαν να περνούν τις πρόχειρες γέφυρες και να πλησιάζουν τους εχθρικούς προμαχώνες. Περνούσαν απαρατήρητοι και σε αυτό βοηθούσε το γεγονός ότι η σελήνη είχε καλυφθεί από σύννεφα. Οι περισσότεροι από τη φρουρά είχαν ήδη βγει έξω από την πόλη και ξαπλωμένοι στη γη περίμεναν το σύνθημα να εφορμήσουν προς τα έξω, ενώ τα εχθρικά πυρά συνεχίζονταν ακατάπαυστα, όταν ξαφνικά η σελήνη βγήκε από το σύννεφο και βρέθηκαν εκτεθειμένοι στον εχθρό, που μπορούσε τώρα να σημαδεύει καλύτερα. Όσες προσπάθειες και να είχαν καταβάλει για την πρόληψη του θορύβου, οι εχθροί είτε άκουσαν τα βήματα στις γέφυρες είτε τα κλάματα κάποιων γυναικών. Οι περισσότερες βολές περνούσαν πάνω από τα κεφάλια των Ελλήνων, αλλά βέβαια υπήρξαν και θανάσιμα πλήγματα. Κάτω από καταιγισμό πυρών, οι άνδρες εξακολουθούσαν να βγαίνουν με προφύλαξη και σιωπή. Όλοι βρίσκονταν ξαπλωμένοι στην όχθη της τάφρου και έτσι κάτω από το πυρ των εχθρών παρέμεναν ακίνητοι, περιμένοντας μάταια τον αντιπερισπασμό των έξω Ελλήνων. Ο Καραϊσκάκης όμως ήταν, όπως είδαμε, κατάκοιτος με μία από τις συχνές κρίσεις πυρετού που τον ταλαιπωρούσαν. Ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τα σκόρπια και απείθαρχα στρατεύματα της Δυτικής Ελλάδας, που είχαν κι αυτά αφεθεί στη μοίρα τους χωρίς τροφοδοσία και με ηγεσία που δεν εμπιστεύονταν. Και μόνο λίγες εκατοντάδες πατριωτών προχώρησαν τελικά προς τον Ζυγό για να προσφέρουν κάποια κάλυψη στους πολιορκημένους. Για επίθεση αντιπερισπασμού όμως, ούτε λόγος. Οι πολιορκημένοι ήταν ουσιαστικά μόνοι τους. Η ώρα περνούσε και έπρεπε να κινηθούν αποφασιστικά. Είναι η κρισιμότερη στιγμή και ο Σολωμός την αποδίδει και πάλι με αξιοθαύμαστη αφηγηματική ακρίβεια:
«Εἶν’ ἕτοιμα στήν ἄσπονδη πλημύρα τῶν ἁρμάτων
δρόμο να σχίσουν τά σπαθιά, κι ἐλεύθεροι νά μείνουν
ἐκεῖθε μέ τούς ἀδερφούς, ἐδῶθε μέ τό Χάρο».
Τελικά, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την Έξοδο, έστω και χωρίς κάλυψη απ’έξω. Βγάζοντας πολεμικές ιαχές, όρμησαν μπροστά με τα γιαταγάνια, τις λόγχες και τα τουφέκια. Όσοι είχαν περισσότερη δύναμη, πηδούσαν την τάφρο του Ομέρ Πασά, που είχε ανοιχτεί τον καιρό της πρώτης πολιορκίας. Περνούσαν τα εχθρικά χαρακώματα και διέσχιζαν τον κλοιό των Αιγυπτίων. Οι πιο αδύναμοι, όμως, έμεναν πίσω· το χαράκωμα αυτό, φαίνεται πως στάθηκε το μεγαλύτερο εμπόδιό τους στην προσπάθεια να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους άντρες της φρουράς.
Όπως γράφει ο Γκόρντον, ούτε τάφρος, ούτε πρόχωμα, ούτε οι βροντές των κανονιών και των όπλων, ούτε οι λόγχες των Αράβων ήταν σε θέση να ανακόψουν τη σαρωτική ορμή των πολιορκημένων. Σε λίγα λεπτά τα χαρακώματα διαπεράστηκαν, οι γραμμές του πεζικού διασπάστηκαν, οι κανονιοστοιχίες σίγησαν και οι πυροβολητές σφάχτηκαν πάνω στα κανόνια τους. Ο εχθρός φάνηκε να παραλύει από τη σφοδρότητα της επίθεσης και ανοίχτηκε ευρύ πέρασμα για την έξοδο των αμάχων. Η φρουρά του Μεσολογγίου ακόμη κι εξαντλημένη παρέμενε μία ορμητική φονική μηχανή.
Αντί να προχωρούν συνεχώς σε δύο σώματα, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, οι πολιορκημένοι σχημάτισαν στην πεδιάδα ενιαία πυκνή φάλαγγα. Αυτό πιθανότατα έγινε λόγω της σύγχυσης που επικράτησε, καθώς ούτε το στοιχείο του αιφνιδιασμού λειτούργησε, ούτε το σώμα του Καραϊσκάκη επιτέθηκε στις εχθρικές θέσεις, όπως είχε συμφωνηθεί, ούτε ήταν δυνατόν να υπάρξει απόλυτη τάξη, καθώς οι προπορευόμενοι εμπόδιζαν τους επόμενους να προχωρήσουν έτσι όπως βρέθηκαν καθηλωμένοι για ώρα κάτω από τα συνεχή εχθρικά πυρά μέχρι να διαταχθεί η επίθεση. Όπως είναι φυσικό σε μια τέτοια περίσταση, υπήρξαν και πολλοί που είτε μόνοι είτε σε ομάδες αποκόπηκαν από το κύριο σώμα των αντρών και σε κάποιες περιπτώσεις κατάφεραν να ξεφύγουν. Αναφέρεται χαρακτηριστικά η περίπτωση του Κίτσου Τζαβέλλα, που παράτησε το άλογό του και συνέχισε μόνος του και σώθηκε, γεγονός που προκάλεσε ποικίλα σχόλια, ακόμη κι επικρίσεις. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την τεράστια προσφορά και τον ηρωισμό του. Σε κάθε περίπτωση, η πύκνωση της φάλαγγας βγήκε σε καλό, διότι, σε απόσταση ενός μιλίου από την πόλη, επιτέθηκαν στους Έλληνες πεντακόσιοι ιππείς οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να διασπάσουν τις γραμμές τους κι έτσι στράφηκαν στα νώτα τους σκοτώνοντας πολλούς αμάχους.
Αφού κατάφεραν να ξεφύγουν από το ιππικό, οι άντρες της φρουράς άρχισαν να βαδίζουν κατά τον Ζυγό, θεωρώντας ότι κινούνται πλέον με ασφάλεια. Και πάνω που χαλάρωσαν την προσοχή τους, άρχισαν να δέχονται πυκνά πυρά από άντρες που είχαν βρεθεί πολύ κοντά τους παριστάνοντας τους δικούς τους, γεγονός που προκάλεσε σύγχυση και πολλές απώλειες. Επρόκειτο για Αλβανούς που τους είχαν στήσει ενέδρα και, έτσι όπως φορούσαν παρόμοια με τους Έλληνες ενδύματα, οι Έλληνες εξαπατήθηκαν. Άρχισαν τότε να ρωτούν ονόματα, καθώς το σύνθημα αναγνώρισης, που είχαν συμφωνήσει, είχε φανερωθεί και να χτυπούν όποιον δεν τους απαντούσε. Εξαιτίας του αιφνιδιασμού, όμως, οι Έλληνες είχαν πολλά θύματα –αναφέρονται μέχρι και πεντακόσιοι νεκροί– και σκόρπισαν δεξιά κι αριστερά. Τον τελειωτικό αφανισμό της φρουράς απέτρεψε η παρέμβαση τριακοσίων Σουλιωτών από το σώμα του Καραϊσκάκη με οπλαρχηγούς τους Γεώργιο και Αθανάσιο Δράκο, που επιτέθηκαν με δυνατές πολεμικές ιαχές από τα γύρω υψώματα, και με την ορμητικότητά τους έτρεψαν τους Αλβανούς σε φυγή. Η αποτελεσματική επέμβαση ενός σχετικά μικρού, αλλά ιδιαίτερα αξιόμαχου σώματος Σουλιωτών, καταδεικνύει ότι το σχέδιο της Εξόδου ήταν τελικά ρεαλιστικό: εάν οι Έλληνες, που βρίσκονταν έξω από το Μεσολόγγι, είχαν επιτεθεί στους Τουρκοαιγυπτίους, όπως προέβλεπε το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα είχαν πολύ λιγότερες απώλειες και οι άμαχοι ίσως να είχαν αποφύγει τον αφανισμό.
Οι διασωθέντες άντρες της φρουράς μπόρεσαν επιτέλους να αναπνεύσουν. Τότε άρχισαν να αναζητούν με αγωνία τους συγγενείς και τους συντρόφους τους, ρωτώντας για την τύχη τους όποιον έβλεπαν να φτάνει στο σημείο της συνάντησης. Όταν έβλεπαν κάποιον οικείο ή φίλο να φτάνει σώος αγκαλιάζονταν και φιλιούνταν, ενώ παράλληλα φρόντιζαν τους τραυματίες ή έστελναν να βοηθήσουν αν μάθαιναν πως κάποιος είχε ξεμείνει πιο χαμηλά και κινδύνευε. Κι όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αντιμετώπιζαν με καχυποψία, πως κρύφτηκε και δεν πολέμησε, όποιον έφτανε εκεί με πλήρη τον οπλισμό και τον ρουχισμό που μετέφερε. Δεν ξέχασαν όμως και τους Γερμανούς συμπολεμιστές τους, που τους περίμεναν, μάταια, ως και το επόμενο βράδυ, μήπως είχαν καταφέρει να γλιτώσουν. Στον Ζυγό ήπιαν νερό και οι άντρες του Καραϊσκάκη τούς πρόσφεραν παξιμάδι και σφαχτά για να συνέλθουν, καθώς είχαν φτάσει στο έσχατο όριο εξάντλησης. Τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα στο Μεσολόγγι, που είχε παραδοθεί στις φλόγες, ενώ έφταναν ως αυτούς ο θόρυβος της μάχης και οι κραυγές αντρών και γυναικών. Η Έξοδος για τους αμάχους και τους συνοδούς τους εξελίχθηκε σε ανθρωπιστική καταστροφή.
Η τρίτη φάλαγγα, των «φαμελιτών», δεν είχε ακολουθήσει. Καθώς προχωρούσαν συνταγμένοι προς τα έξω, ακούστηκε μία κραυγή να οπισθοχωρήσουν, που παρέσυρε τους περισσότερους, ενώ κι άλλοι άντρες, από τα άλλα δύο προπορευόμενα σώματα των ενόπλων, έμειναν πίσω για να τους υπερασπιστούν. Το τρίτο αυτό σώμα ήταν πιο βραδυκίνητο, δεδομένου ότι κάποια παιδιά τα κουβαλούσαν αναγκαστικά οι πατεράδες τους στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο κρατούσαν το όπλο τους και οι γυναίκες είχαν μαζί τους ένα μικρό έστω φορτίο. Η διάβαση της τάφρου των προμαχώνων «Μονταλαμπέρτ» και «Ρήγα» αποτέλεσε για τους περισσότερους ανυπέρβλητο εμπόδιο καθώς απαιτούσε ταχύτητα, ευκινησία και σωματική ρώμη. Ήταν η τάφρος που δεν είχε καλυφθεί με ξύλινη κινητή γέφυρα, αλλά είχε γεμίσει πρόχειρα την τελευταία στιγμή με στρώματα, που, με τη βροχή που είχε προηγηθεί, βούλιαζαν στη λάσπη. Έχοντας το μειονέκτημα της βραδύτητας, κάθε ολιγωρία ισοδυναμούσε με καταστροφή για το τρίτο αυτό σώμα. Πάνω στη σύγχυση, οι άμαχοι και οι ένοπλοι συνοδοί τους δέχτηκαν την επίθεση των Τουρκοαιγυπτίων και άλλοι εγκλωβίστηκαν στην τάφρο, οπότε είτε σκοτώθηκαν είτε αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοι υποχώρησαν στην πόλη. Συνέβη, δηλαδή, Έλληνες και Αιγύπτιοι να εισέρχονται ταυτόχρονα στην πόλη, οι μεν οπισθοχωρώντας άτακτα, οι δε επιτιθέμενοι σ’ ένα αξεδιάλυτο πλήθος όπως πέφτουν οι λύκοι σε πανικόβλητο κοπάδι. Τότε, ο γερο-Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής πυροδότησε τους υπονόμους που είχαν ανοίξει στη Μεγάλη Τάπια, προκαλώντας τεράστια έκρηξη με εκκωφαντικό θόρυβο και τις φλόγες να φτάνουν ως τον ουρανό.
Λίγο αργότερα κι ενώ οι άντρες της φρουράς προχωρούσαν πολεμώντας διαρκώς και ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στους εχθρούς που τους επιτίθεντο ή τους παραμόνευαν σε ενέδρες, ώσπου να φτάσουν στον Ζυγό με βαριές απώλειες, ακούστηκε και η έκρηξη της πυριτιδαποθήκης που ανατίναξε ο Χρήστος Καψάλης. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί και πολλά γυναικόπαιδα, που είχαν μείνει πίσω. Και πάλι ο εθνικός μας ποιητής περιγράφει ποιητικά τα απανωτά ολοκαυτώματα των αμάχων και κυρίως των γυναικών, που προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να πέσουν στα χέρια των Τούρκων:
Καί βλέπω πέρα τά παιδιά καί τές ἀντρογυναῖκες,
γύρω στή φλόγα π’ ἄναψαν, καί θλιβερά τή θρέψαν
μ’ ἀγαπημένα πράματα καί μέ σεμνά κρεβάτια,
ἀκίνητες, ἀστέναχτες, δίχως νά ρίξουν δάκρυ·
καί γγίζ’ ἡ σπίθα τά μαλλιά καί τά λιωμένα ροῦχα.
Γλήγορα, στάχτη, νά φανεῖς, οἱ φοῦχτες νά γιομίσουν.
Η τρίτη φάλαγγα βρέθηκε εντελώς εκτεθειμένη στη μανία του εχθρού. Πολλοί προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω της λιμνοθάλασσας, αλλά κι εκεί καταδιώχτηκαν από τον εχθρό και είτε σφαγιάστηκαν, είτε αιχμαλωτίστηκαν, είτε πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να διαφύγουν. Στη νησίδα Ανεμόμυλος οργανώθηκε πεισματώδης αντίσταση μέχρι τα ξημερώματα και στο τέλος ανατίναξαν κι εκεί το μπαρούτι που τους είχε απομείνει. Μόνον ο Γιώργος Τζαβέλλας και δύο σύντροφοι του, οι τελευταίοι της φρουράς του Μεσολογγίου, διέφυγαν με ένα μονόξυλο. Όσοι είχαν παραμείνει στο Μεσολόγγι και είχαν οχυρωθεί αντιστάθηκαν και έπεσαν πολεμώντας. Η μάχη σταμάτησε το ξημέρωμα της Κυριακής των Βαΐων. Ο Σπυρομήλιος, μέλος της επιτροπής των πολιορκημένων, που είχε σταλεί στο Ναύπλιο και είχε επιστρέψει με τα πλοία που δεν μπόρεσαν να ενισχύσουν τελικά το Μεσολόγγι, αναφέρει τα εξής από τις τελευταίες στιγμές της ηρωικής πόλης:
Ἀνέβημεν εἰς τὸ ὄρος τοῦ Πεταλᾶ, ἀπ ὅπου ἐφαίνετο τὸ Μεσολόγγιον, διὰ νὰ κατασκοπεύσωμεν. Εἴδομεν ὅτι ἐκαίοντο ὅλαι αἱ γύρωθεν τοῦ φρουρίου καλύβαι τῆς φρουρᾶς∙ πόλεμος ἐκ μέρους τοῦ στολίσκου εἰς τὸν Ἀνεμόμυλον, πόλεμος ἠκούετο εἰς διάφορα μέρη τῆς πόλεως καὶ τὰ τουρκικὰ κανονιοστάσια ἐκανονιοβόλουν τὴν πόλιν.
Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
