του Κωνσταντίνου Μαριόλη απο το Liberal.gr
Στα πρόθυρα της ασφυξίας βρίσκεται η ρωσική οικονομία καθώς ο πόλεμος εξαντλεί τα δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά της αποθέματα. Η ανάπτυξη επιβραδύνεται, τα ενεργειακά έσοδα απειλούνται και το έλλειμμα διογκώνεται, ενώ οι τράπεζες αντιμετωπίζουν αυξανόμενα προβληματικά δάνεια και εκροές καταθέσεων. Η συσσώρευση πιέσεων ενισχύει πλέον τους φόβους ότι η πολεμική οικονομία του Κρεμλίνου πλησιάζει στα όριά της.
Οι Ρώσοι αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες υπό το φόβο κατασχέσεων για τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία. Μόνο μέσα στο καλοκαίρι – Ιούνιο, Ιούλιο και τον μισό Αύγουστο – έχει καταγραφεί ένα τρομακτικό bank run με τις καταθέσεις που έχουν αποσυρθεί από το τραπεζικό σύστημα να ξεπερνούν τα 15 δισ. δολάρια.
Η φυγή καταθέσεων σημειώνει νέα ρεκόρ για επτά διαδοχικούς μήνες σε μία πολεμική οικονομία που για χρόνια έδειχνε ανθεκτική αλλά σήμερα αρχίζει να εμφανίζει ταυτόχρονα ρωγμές σε ανάπτυξη, δημόσια οικονομικά, τράπεζες και εμπιστοσύνη.
Ίσως η πιο σημαντική προειδοποίηση έρχεται από το εσωτερικό του ρωσικού συστήματος. Ο Αντρέι Κλεπάχ, ένας από τους γνωστότερους Ρώσους οικονομολόγους και μέχρι πρόσφατα επικεφαλής οικονομολόγος της κρατικής αναπτυξιακής τράπεζας VEB, προειδοποίησε ότι η χώρα χάνει την οικονομική και τεχνολογική κούρσα έναντι της Δύσης και της Κίνας, τονίζοντας ότι το οικονομικό κόστος του πολέμου αυξάνεται επικίνδυνα. Αποτέλεσμα ήταν να απομακρυνθεί, σύμφωνα με διεθνή μέσα, από τη θέση του την περασμένη Κυριακή.
Ο Κλεπάχ δεν προβλέπει ξαφνική οικονομική κατάρρευση αλλά επισημαίνει μία μη βιώσιμη πορεία προς μια αυτοτροφοδοτούμενη κοινωνική κρίση, η οποία σήμερα αντανακλάται στην κρίση εμπιστοσύνης προς τις τράπεζες.
Για περισσότερο από τέσσερα χρόνια η ρωσική οικονομία κατάφερε να διαψεύσει όσους προέβλεπαν ότι οι πρωτοφανείς δυτικές κυρώσεις και το τεράστιο κόστος του πολέμου στην Ουκρανία θα την οδηγούσαν σε κατάρρευση. Η Μόσχα είχε τη δυνατότητα να ανακατευθύνει μεγάλο μέρος των ενεργειακών εξαγωγών της, κυρίως προς την Ασία, να στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα με τεράστιες κρατικές και αμυντικές δαπάνες και να χρησιμοποιήσει το τραπεζικό σύστημα ως έναν δεύτερο μηχανισμό χρηματοδότησης της πολεμικής οικονομίας.
Σήμερα, όμως, όλα δείχνουν ότι οι αντοχές εξαντλούνται. Μέσα σε λίγους μήνες οι εξελίξεις είναι άκρως αρνητικές σε πολλά ταυτόχρονα και κρίσιμα μέτωπα. Η ανάπτυξη επιβραδυνθεί, τα επιτόκια παραμένουν υψηλά, τα ενεργειακά έσοδα υποχωρούν, το δημοσιονομικό έλλειμμα έχει εκτροχιαστεί και οι πιέσεις στους ισολογισμούς των τραπεζών αυξάνονται.
Πλέον προστίθεται ένας ακόμη, ενδεχομένως πιο επικίνδυνος παράγοντας: η εμπιστοσύνη των ίδιων των Ρώσων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Παρά το γεγονός ότι το Κρεμλίνο έχει περιορίσει τη δημοσιοποίηση στοιχείων για τις επιμέρους τράπεζες, καθιστώντας δυσκολότερη την αποτίμηση των πραγματικών αδυναμιών του συστήματος, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι άκρως ανησυχητικά. Σύμφωνα με τον Taras Skvortsov, ανώτερο στέλεχος της Sberbank, οι εκροές έχουν ήδη ξεπεράσει το σύνολο των αναλήψεων που καταγράφηκαν κατά το πρώτο έτος του πολέμου και έως το τέλος του 2026 θα μπορούσαν να φτάσουν σχεδόν στο διπλάσιο εκείνου του επιπέδου.
Σχεδόν 3,4 δισ. δολάρια αποσύρθηκαν από τις ρωσικές τράπεζες μόνο κατά τις δύο πρώτες εβδομάδες του Αυγούστου, έπειτα από αναλήψεις 7,3 δισ. δολαρίων τον Ιούλιο και άνω των 4,5 δισ. δολαρίων τον Ιούνιο. Οι συνολικές αναλήψεις μέσα στο 2026 έχουν ήδη ξεπεράσει τα 24,7 δισ. δολάρια που είχαν αποσυρθεί κατά το πρώτο έτος μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι στις αρχές Ιουλίου το Reuters αποκάλυψε απόρρητη έκθεση ευρωπαϊκής υπηρεσίας πληροφοριών, την οποία ωστόσο δεν κατονόμασε, όπου αναφέρεται σε τραπεζική κρίση στη Ρωσία μέσα στο 2026, εξαιτίας του γεγονότος ότι ένα μέρος του κόστους της πολεμικής οικονομίας έχει ουσιαστικά μεταφερθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι η κεντρική τράπεζα της Ρωσίας κάνει λόγο για προβληματικά δάνεια της τάξης του 4%, ενώ η ευρωπαϊκή έκθεση αναφέρεται σε περίπου 10%. Η απόκλιση θα μπορούσε να αιτιολογηθεί από το γεγονός ότι πολλά δάνεια «κρύβονται» μέσω αναδιαρθρώσεων, κρατικών εγγυήσεων και επιδοτήσεων. Την ίδια ώρα, τα μετρητά που βρίσκονται εκτός των τραπεζών εκτιμώνται περί τα 243 δισ. δολάρια, προσθέτοντας ένα ακόμη βαρίδι στο σύστημα.
Η Ρωσία απέφυγε τη βαθιά ύφεση μετά το 2022 σε σημαντικό βαθμό επειδή μετέτρεψε την οικονομία της σε πολεμική μηχανή. Οι τεράστιες δημόσιες δαπάνες για άμυνα, οι κρατικές παραγγελίες και η πιστωτική στήριξη των επιχειρήσεων δημιούργησαν ανάπτυξη και θέσεις εργασίας. Το συγκεκριμένο μοντέλο, όμως, έχει κόστος.
Η Τράπεζα της Ρωσίας υποβάθμισε τον Ιούλιο την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη του 2026 στο 0%-1%, ενώ παράλληλα μείωσε το βασικό επιτόκιο στο 14%, για να επεκτείνει τον κύκλο χαλάρωσης που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2025, όταν τα επιτόκια διαμορφώνονταν στο 21%.
Ο πληθωρισμός επισήμως αναμένεται να διαμορφωθεί μεταξύ 6% και 7%, όμως ανεξάρτητες μετρήσεις τον τοποθετούν άνω του 13%, με αποτέλεσμα η Ρωσία να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο οικονομικό τρίγωνο: το κράτος χρειάζεται να δαπανά τεράστια ποσά για τον πόλεμο και η κεντρική τράπεζα μειώνει τα επιτόκια για να ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα αλλά ενισχύει τον πληθωρισμό επιδεινώνοντας τις συνθήκες ακρίβειας.
Ανάλογη πίεση δέχονται και τα δημόσια οικονομικά καθώς στο επτάμηνο το έλλειμμα ανήλθε στο 2,8% του ΑΕΠ, σε επίπεδο περίπου 70% υψηλότερο από την πρόβλεψη του προϋπολογισμού. Η «τρύπα» μεγαλώνει τη στιγμή που τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά 16,8% στο ίδιο διάστημα, με τις κρατικές δαπάνες να αυξάνονται κατά 14,5%.
Όσο μεγαλύτερη γίνεται η «τρύπα» μεταξύ των αναγκών χρηματοδότησης του πολέμου και των ενεργειακών εσόδων, τόσο περισσότερο το ρωσικό κράτος μπορεί να στραφεί στον εσωτερικό δανεισμό, στη φορολογία και σε άλλες μορφές χρηματοδότησης, επιφέροντας μεγάλο πλήγμα στην εμπιστοσύνη των καταθετών.
Σύμφωνα με νέα έκθεση (17/8) της νορβηγικής ανεξάρτητης εταιρείας έρευνας και ανάλυσης της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας, Rystad Energy, η παραγωγή ρωσικού αργού υποχωρεί περαιτέρω στο β’ εξάμηνο του 2026, μετά από ένα χρόνο αυστηρότερων κυρώσεων και ουκρανικών επιθέσεων σε διυλιστήρια, λιμάνια και δεξαμενόπλοια. Σε αυτό το πλαίσιο, η Rystad Energy υποβάθμισε την πρόβλεψή της για τη μέση παραγωγή της Ρωσίας στα 8,95 εκατ. βαρέλια ημερησίως φέτος, κατά 90.000 βαρέλια χαμηλότερα από την προηγούμενη εκτίμησή της, ενώ προβλέπει περαιτέρω πτώση στα περίπου 8,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2027.
Οι νέες διαταραχές στους εξαγωγικούς τερματικούς σταθμούς της δυτικής Ρωσίας και οι αυξανόμενοι κίνδυνοι στις θαλάσσιες εξαγωγές καθιστούν τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου λιγότερο αξιόπιστη και ακριβότερη. Η εξέλιξη απειλεί να περιορίσει περαιτέρω μία από τις σημαντικότερες πηγές εσόδων του Κρεμλίνου, ακριβώς τη στιγμή που οι πολεμικές δαπάνες παραμένουν τεράστιες και το δημοσιονομικό έλλειμμα έχει ήδη ξεφύγει από τον αρχικό σχεδιασμό.
