Αρχική » Η αποκάλυψη των “νέρντς” – Πώς οι τεχνοφασίστες αποπειράθηκαν να πάρουν την εξουσία

Η αποκάλυψη των “νέρντς” – Πώς οι τεχνοφασίστες αποπειράθηκαν να πάρουν την εξουσία

από Άρδην - Ρήξη

Nastasia Hadjadji & Olivier Tesquet, Η Αποκάλυψη των Nerds: Πώς οι τεχνοφασίστες παίρνουν την εξουσία, Εκδόσεις San Casciano, Αθήνα 2026

Στις πρόσφατες ενδιάμεσες εκλογές του 2026, οι οποίες έλαβαν χαρακτήρα άτυπου δημοψηφίσματος, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέστη μια βαριά εκλογική αποδοκιμασία, με μεγάλα κομμάτια της παραδοσιακής βάσης των Ρεπουμπλικάνων να τον εγκαταλείπουν.

Δύο κεντρικά ζητήματα συνέβαλαν σημαντικά ώστε οι ψηφοφόροι να του γυρίσουν την πλάτη: η ασύδοτη, ανεξέλεγκτη δράση των κολοσσών της Τεχνητής Νοημοσύνης και η γενικευμένη διαφθορά, νοούμενη ως απροκάλυπτος εναγκαλισμός της κυβέρνησής του με μια νέα ολιγαρχία μεγιστάνων της τεχνολογίας, του πετρελαίου και των κτηματομεσιτικών.

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό πολιτικό σκηνικό, το βιβλίο «Η Αποκάλυψη των Nerds: Πώς οι τεχνοφασίστες παίρνουν την εξουσία» των Nastasia Hadjadji και Olivier Tesquet έρχεται να εξηγήσει με ανατομική ακρίβεια τα βαθύτερα, δομικά χαρακτηριστικά της δεύτερης θητείας Τραμπ, φωτίζοντας τον έναν από τους πλέον καθοριστικού παράγοντες: αυτόν της Τεχνητής Νοημοσύνης και των δισεκατομμυριούχων της υψηλής τεχνολογίας.

Στο επίκεντρο της ανάλυσης των συγγραφέων βρίσκεται η ανίερη συμμαχία ανάμεσα στον αυταρχικό λαϊκισμό του Ντόναλντ Τραμπ και την οικονομική ισχύ του «τεχνοφασισμού». Όπως επισημαίνεται στο βιβλίο, η επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία δεν σηματοδοτεί μια απλή πολιτική μεταβολή, αλλά το επίσημο όχημα για την ανάδυση αυτού του κινήματος στο προσκήνιο.

Πρόκειται για μια σχέση βαθύτατα συμβιωτική: ο Τραμπ προσφέρει τη λαϊκή βάση και το πολιτικό εκτόπισμα, ενώ οι tech-bros προσφέρουν τα εργαλεία του αλγοριθμικού ελέγχου, της μαζικής επιτήρησης και του απέραντου κεφαλαίου. Ο Έλον Μασκ, με τον ρόλο του στο Υπουργείο Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας (DOGE), και ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς —ένα καθαρά πνευματικό και οικονομικό δημιούργημα των τεχνολογικών ελίτ— λειτουργούν ως ο δούρειος ίππος που εγκαθιστούν τον τεχνολογικό αυταρχισμό στην καρδιά του δυτικού κόσμου.

Ωστόσο, οι συγγραφείς αποφεύγοντας την απλοϊκή παγίδα να παρουσιάσουν τη διακυβέρνηση Τραμπ ως μια μονολιθική, πειθαρχημένη δικτατορία προχωρούν σε μια βαθύτερη ιστορική αναλογία: παρομοιάζουν την λειτουργία της δεύτερης θητείας του με εκείνην του Τρίτου Ράιχ, περιγράφοντάς την ως ανοιχτό πεδίο μάχης μεταξύ αντίπαλων φατριών. Όπως στο ναζιστικό καθεστώς ο Χίτλερ δημιουργούσε σκόπιμα αλληλοκαλυπτόμενες κρατικές υπηρεσίες και άφηνε τους υφισταμένους του να συγκρούονται μεταξύ τους για την εύνοιά του, οδηγώντας το κράτος σε μια διαρκή ριζοσπαστικοποίηση, έτσι και σήμερα η διακυβέρνηση Τραμπ οδηγείται εκεί μέσα από το χάος. Σε έναν «γαλαξία» αυταρχικών τάσεων —όπου η broligarchy, ο χριστιανικός εθνικισμός και η παραδοσιακή ακροδεξιά βρίσκονται σε καθημερινό πόλεμο— οι τεχνοφασίστες εισέρχονται όχι για να επιβάλουν την τάξη, αλλά για να εκμεταλλευτούν την αταξία. Καθώς οι παραδοσιακοί θεσμοί παραλύουν από τις εσωτερικές συγκρούσεις, οι tech-bros βρίσκουν την ευκαιρία να «κουμπώσουν» τις δικές τους ιδιωτικές υπηρεσίες και υποδομές, αντικαθιστώντας σταδιακά το κράτος.

Η θεωρητική ραχοκοκαλιά αυτού του εγχειρήματος στηρίζεται στην έννοια της «Κυριαρχίας-ως-Υπηρεσίας» (Sovereignty-as-a-Service). Οι Hadjadji και Tesquet εξηγούν πώς η παραδοσιακή κρατική εξουσία μετατρέπεται σταδιακά σε ιδιωτικοποιημένο λογισμικό. Σε αυτό το μοντέλο, οι βασικές λειτουργίες του κράτους, από την ασφάλεια και την υγεία μέχρι τις κρίσιμες υποδομές, περνούν στα χέρια μονοπωλιακών πλατφόρμων. Οι πολίτες χάνουν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα και υποβιβάζονται σε απλούς «χρήστες» ή «πελάτες». Η επιβίωση και η πρόσβαση σε βασικά αγαθά μετατρέπονται σε ένα συνδρομητικό μοντέλο, όπου όποιος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει, αποκλείεται αυτόματα από το σύστημα. Έτσι, όποιος ελέγχει τα δίκτυα, τους δορυφόρους και τα δεδομένα, ασκεί μια σκιώδη και παντελώς ανεξέλεγκτη κυριαρχία που υπερβαίνει κάθε εκλεγμένη κυβέρνηση.

Αυτό το δυστοπικό όραμα δεν γεννήθηκε στο κενό, αλλά τροφοδοτείται από μια συγκεκριμένη ιδεολογική τριάδα, η οποία αποτελεί τον πυρήνα του λεγόμενου «Σκοτεινού Διαφωτισμού». Κεντρική φιγούρα εδώ είναι ο Πίτερ Τιλ (Peter Thiel), ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της PayPal και της Palantir, ο οποίος έχει διακηρύξει ανοιχτά ότι η ελευθερία και η δημοκρατία δεν είναι πλέον συμβατές. Δίπλα του στέκει ο Κέρτις Γιάρβιν (Curtis Yarvin / Mencius Moldbug), θεωρητικός που προτείνει την αντικατάσταση της κυβέρνησης από έναν απόλυτο Μονάρχη-CEO, ζητώντας μια ολοκληρωτική επανεκκίνηση του συστήματος. Το φιλοσοφικό αυτό παζλ συμπληρώνει ο Νικ Λαντ (Nick Land), εμπνευστής της Επιταχυνσιοκρατίας (Accelerationism), ο οποίος υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός και η τεχνολογία πρέπει να πιεστούν στα άκρα, ώστε να προκαλέσουν την κατάρρευση της ανθρώπινης κοινωνίας και να ανοίξουν τον δρόμο για μια μετα-ανθρώπινη εποχή κυβερνώμενη από την τεχνητή νοημοσύνη.

Το βιβλίο εμβαθύνει με ιδιαίτερο τρόπο στην περίπλοκη μεταφυσική του Πίτερ Τιλ, ο οποίος συνδέει τη Silicon Valley με μια σκοτεινή πολιτική θεολογία. Η σκέψη του Τιλ βασίζεται στη Μιμητική Θεωρία (Mimetic Theory) του Γάλλου φιλοσόφου Ρενέ Ζιράρ (René Girard), του οποίου υπήρξε μαθητής στο Στάνφορντ. Κατά τον Ζιράρ, οι άνθρωποι δεν επιθυμούν αυτόνομα, αλλά μιμούνται τις επιθυμίες των άλλων, γεγονός που οδηγεί νομοτελειακά σε τυφλό ανταγωνισμό, βία και κοινωνικό χάος (μιμητική αντιπαλότητα). Ο Τιλ μεταφράζει αυτή τη θεωρία τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στην πολιτική. Στο επιχειρηματικό του μανιφέστο Zero to One, διατυπώνει τη θέση ότι «ο ανταγωνισμός είναι για τους αποτυχημένους» (competition is for losers). Για τον Τιλ, καπιταλισμός και ανταγωνισμός βρίσκονται σε πλήρη αντιδιαστολή: καπιταλισμός σημαίνει να κατέχεις ένα μονοπώλιο· Ανταγωνισμός σημαίνει να μοιράζεσαι τα ψίχουλα μιας πίτας με όλους τους άλλους. Άρα πραγματικός στόχος είναι η δημιουργία ενός απόλυτου δημιουργικού μονοπωλίου (όπως η Google ή η Palantir) που ξεφεύγει από τη μιμητική σφαγή της αγοράς.

Στο πολιτικό επίπεδο ο Τιλ διαβάζει τον Ζιράρ μέσα από το πρίσμα του Καρλ Σμιτ (Carl Schmitt). Εκεί που ο Ζιράρ προτείνει την ειρήνη και την υπέρβαση της βίας μέσω της χριστιανικής αποκήρυξης του «αποδιοπομπαίου τράγου», ο Τιλ επιδεικνύει μια «εκλεκτική συγγένεια» με την ωμή, πολεμική σκέψη του Σμιτ. Υιοθετεί τη διάκριση «Φίλος – Εχθρός» ως τη μόνη βάση για την επίτευξη κοινωνικής συνοχής και γοητεύεται από την έννοια του Κατέχοντος (Katechon) —της κυρίαρχης εκείνης δύναμης που συγκρατεί προσωρινά το χάος και την έλευση της Αποκάλυψης. Αντί για τη δημοκρατική διαβούλευση, την οποία θεωρεί παράλυση, ο Τιλ προκρίνει την απόλυτη απόφαση ενός κυρίαρχου (Schmittian decisionism). Τα μονοπώλια και τα ψηφιακά συστήματα επιτήρησής του δεν είναι απλώς κερδοφόρες επιχειρήσεις, αλλά οι «Κατέχουσες» δομές που θα αστυνομεύουν και θα διαχειρίζονται τη μιμητική βία των μαζών.

Το τελικό κομμάτι του βιβλίου αφορά τις «φαντασιώσεις εξόδου» και τις απόπειρες της ελίτ να αποσχιστεί πλήρως από την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Οι τεχνο-ολιγάρχες δεν ενδιαφέρονται να σώσουν τον κόσμο από την κλιματική ή την κοινωνική κρίση· αντίθετα, ποντάρουν στην «Αποκάλυψη» και χτίζουν τις δικές τους κιβωτούς, είτε αυτές αφορούν τον αποικισμό του Άρη είτε πολυτελή υπόγεια καταφύγια. Αυτή η στρατηγική της απόσχισης παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τις θεωρίες του Μπαλάγι Σρινιβάσαν (Balaji Srinivasan), του θεωρητικού ινδικής καταγωγής και πρώην επικεφαλής τεχνολογίας της Coinbase, ο οποίος εισήγαγε το concept των «Κρατών-Δικτύων» (Network States).

Ο Σρινιβάσαν προτείνει μια ριζοσπαστική ιδέα: αντί οι τεχνολόγοι να προσπαθούν να αλλάξουν τα υπάρχοντα κράτη, πρέπει να δημιουργήσουν εντελώς νέα, ξεκινώντας ψηφιακά και καταλήγοντας φυσικά. Μια online κοινότητα με κοινές ιδέες χτίζει τη δική της οικονομία και στη συνέχεια χρησιμοποιεί την τεράστια οικονομική της ισχύ για να αγοράσει γη από κυβερνήσεις που έχουν ανάγκη από ρευστότητα. Αυτές οι περιοχές μετατρέπονται σε αυτοδιοικούμενες, ιδιωτικές πόλεις-κράτη, με δικούς τους νόμους και ιδιωτική αστυνόμευση. Οι προσπάθειες αυτές, που ξεκινούν από πειράματα στην Ονδούρα (Próspera) και φτάνουν μέχρι τα σχέδια για την εξαγορά γης στη Βόρεια Καλιφόρνια από tech-επενδυτές με σκοπό την ίδρυση της ιδιωτικής πόλης California Forever, αποδεικνύουν ότι η πρόθεση για εδαφική και νομική απόσχιση είναι ήδη σε εξέλιξη.

Η χρησιμότητα της «Αποκάλυψης των Nerds» έγκειται στο ότι μας προσφέρει τα αναλυτικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τη βαθύτερη σημασία του πρόσφατου εκλογικού αποτελέσματος. Το εκλογικό σώμα δεν καταψήφισε απλώς ένα πρόσωπο, αλλά αντέδρασε αντανακλαστικά απέναντι στην απειλή αυτού του υπόγειου, ψηφιακού ολοκληρωτισμού που περιγράφουν οι Hadjadji και Tesquet…

Στηρίξτε το Άρδην και την ιστοσελίδα του, κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ