Αρχική » Μαθητεία και η γενιά της Κατοχής

Μαθητεία και η γενιά της Κατοχής

από Άρδην - Ρήξη

Σύρος, 1957. Νεαροί μπακάληδες. Φωτ. ROBERT McCABE Πηγή

«Η μεγαλύτερη περιουσία είναι η μνήμη …»
Φίλιππος Κουτσαφτής, Αγέλαστος Πέτρα

του Χρήστου Καπαγερίδη – εκπαιδευτικός – Msc Λαογραφίας

Από τον νέο Ερμή τον Λόγιο τ.17 (σσ. 201-210)

Τα ζητήματα μνήμης και αυτοσυνειδησίας πάντα ενέπνεαν και εμπνέουν ακόμα τον χώρο της Τέχνης και αποτελούν αντικείμενο μελέτης των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών και των πολιτισμικών σπουδών εν γένει, τις τελευταίες δεκαετίες.
Ειδικότερα για τη Λαογραφία, η μνήμη και ο τρόπος συγκρότησής της δεν αποτελεί μια μηχανιστική αναπαραγωγή του παρελθόντος μέσα από τον αυτοβιογραφικό λόγο. Αντίθετα, αποτελεί μια δυναμική διαδικασία επιλογής και ανακατασκευής βιωμάτων που εγγράφονται σε ένα ιστορικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς. Απαιτείται μια σύνθετη διερευνητική προσέγγιση για την κατανόηση του αφηγητή.
Η Λαογραφία ενδιαφέρεται για αυτοβιογραφίες και αναμνήσεις από τη ζωή απλών και άσημων ανθρώπων, τις οποίες εξετάζει ως μια αυτόνομη διηγηματική κατηγορία (Μ. Μερακλής, 2007: 247). Μπορεί η αυτοβιογραφική διήγηση να μην ανήκει στις παραδοσιακές κατηγορίες διηγήσεων (π.χ. παραμύθι), επειδή εμφανίζεται ως ατομικό δημιούργημα του αφηγητή, όμως, στα πλαίσια της παραδοσιακής κοινωνίας, της οποίας είναι μέλος, υποκειμενικότητα και συλλογικότητα συμπλέκονται και συνδιαμορφώνονται με τέτοιο τρόπο που, άθελά του ο αφηγητής, μιλώντας για τον εαυτό του και τη ζωή του, να αναφέρεται έμμεσα στη ζωή όλων (Μ. Μερακλής, 2007: 248).


Σ’ αυτό το πλαίσιο νοηματοδότησης της μνήμης μέσω της μετάδοσής της εντάσσεται το κείμενο αυτό, που αποπειράται να ψηλαφήσει τους τρόπους ανασυγκρότησης και εκφοράς της μέσα από την προσέγγιση βιογραφικών αφηγηματικών κειμένων.
Συγκεκριμένα, προσεγγίζει την αυτοβιογραφική διήγηση του Κ.Μ. (γενν. 1929) ως εκπροσώπου της κατοχικής γενιάς. Η συγκεκριμένη διήγηση ανήκει στο Αρχείο Αφηγήσεων Ζωής του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μελετώντας τις αναπαραστάσεις της παιδικής και νεανικής ηλικίας του έτσι όπως αυτές καταγράφονται από τον συνεντευκτή του, που είναι η ίδια η εγγονή τού Κ.Μ., μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα για την παιδική ηλικία του Κ.Μ. στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, τη διαδικασία κοινωνικοποίησής του, την πορεία της μαθητείας του, την επαγγελματική του εξέλιξη, τις υλικές διαστάσεις της καθημερινής ζωής και πόσο αυτές επηρεάζουν τις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές του.


Περίληψη ζωής αφηγητή


Ο Κ.Μ. γεννήθηκε στην Κοίτα Λακωνίας το 1929. Ήταν το πρώτο παιδί πολύτεκνης οικογένειας με 5 αγόρια και 2 κορίτσια. Έζησε στο χωριό του μέχρι την ηλικία των 10 ετών φοιτώντας για δύο χρονιές στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του.
Στη συνέχεια, λόγω οικονομικών δυσκολιών και δυσμενών οικογενειακών συνθηκών, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την οικογένειά του στο χωριό και να μεταναστεύσει στον Πειραιά. Η πολύχρονη απουσία του πατέρα του προπολεμικά λόγω ξενιτιάς, επίσης λόγω εκτοπισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία κατά την περίοδο της Κατοχής, και φυλάκισης μεταπολεμικά, καθώς και ο θάνατος της μητέρας του, το 1942, υποχρέωσαν τον Κ.Μ. από την παιδική του ηλικία να αναλάβει τον ρόλο του προστάτη για τα μικρότερα αδέρφια του.
Το 1940 βρίσκεται στο Πέραμα στον Πειραιά, όπου διαμένει σε έναν ξάδερφό του. Την περίοδο της Κατοχής εργάζεται στην ταβέρνα του ξάδερφού του και παράλληλα ολοκληρώνει τη φοίτησή του στο Δημοτικό Σχολείο. Συνεχίζει τις σπουδές στο Γυμνάσιο, τις οποίες διακόπτει στην πρώτη μόλις τάξη εξ αιτίας των δυσκολιών επιβίωσης στην κατοχική πραγματικότητα και των ανειλημμένων οικογενειακών του υποχρεώσεων κυρίως απέναντι στα αδέλφια του, τα οποία, μετά τον θάνατο της μητέρας τους, φροντίζει να φέρει κοντά του στον Πειραιά, το 1946.
Ο Κ.Μ. εργάστηκε σε διάφορα επαγγέλματα από την παιδική του κιόλας ηλικία. Αρχικά ως σερβιτόρος και στη συνέχεια ως βοηθός κουρέα. Το 1946 προσλαμβάνεται ως εργάτης στο συνεργείο της Shell, στην οποία παραμένει ώς το 1957. Από το 1952 έως το 1954 υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία. Το 1955 παντρεύεται την Κ., με την οποία αποκτά δύο παιδιά, τον Ν. και την Μ. Την ίδια χρονιά μετακομίζει από το Πέραμα στα Ταμπούρια του Πειραιά.
Από το 1957 έως το 1963 εργάζεται ως αντιπρόσωπος διεύθυνσης στο τμήμα πιεστηρίου και τυπογραφείου στην εφημερίδα «Απογευματινή». Από το 1963 έως το 1970 εργάζεται ως αυτοκινητιστής και στη συνέχεια ως υδραυλικός και ηλεκτρολόγος μέχρι το 1995. Από το 1995 είναι συνταξιούχος και ζει στα Άλικα Λακωνίας από το 1975.

παιδική εργασία και μαθητεία

Στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινωνίας η παιδική εργασία ήταν αυτονόητη και δεδομένη, καθώς η αστική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η παιδική ηλικία και η εργασία ήταν ασύμβατες δεν είχε παρεισφρύσει στο παραδοσιακό αξιακό σύστημα.
Μπορεί στις παραδοσιακές κοινωνίες να μην υπήρχε θέση για την παιδική ηλικία ως ιδιαίτερο στάδιο της βιολογικής ανάπτυξης, η «παιδική κατάσταση» όμως, υπό την έννοια του κοινωνικά εξαρτημένου ατόμου, ήταν ισχυρότατη. Το φαινόμενο αυτό σχετιζόταν με το γεγονός ότι οι κοινωνίες ήταν εντονότατα ιεραρχημένες, τα περιθώρια αυτονόμησης ή χειραφέτησης των μελών τους πολύ περιορισμένα και η διαδικασία της κοινωνικής ανέλιξης, όποτε ήταν εφικτή, νομιμοποιείτο σε κάθε στάδιό της με μια συγκεκριμένη τελετουργία (Μ. Ρηγίνος, 1995: 13).
Στο παραδοσιακό κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον ο αγώνας για την επιβίωση αποτελούσε συλλογική υπόθεση, και η οικογένεια υπό την ευρύτερή της έννοια είχε ως αποστολή τη διατήρηση των αγαθών και τη βοήθεια των μελών της. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος τα νεαρά άτομα είχαν συγκεκριμένο ρόλο και μάθαιναν όσα έπρεπε να ξέρουν καθώς βοηθούσαν τους μεγάλους. Η μαθητεία θα αποτελούσε για αρκετούς αιώνες τον βασικό εκπαιδευτικό μηχανισμό της κοινωνίας.
Το σχολείο αντικατέστησε τη μαθητεία ως μέσο εκπαίδευσης. Παράλληλα, η σχολική φοίτηση αποτέλεσε διαδικασία χωρισμού του παιδιού από τους ενήλικες, ένα είδος «καραντίνας» που έπρεπε να περάσει ο μαθητής πριν του επιτραπεί η είσοδος στον κόσμο (Μ. Ρηγίνος, 1995: 14).
Πέρα από την αστική καταξίωση της παιδικότητας θα χρειαζόταν χρόνος για την επέκτασή της στο σύνολο της κοινωνίας. Η παιδική ηλικία με την νεωτερική αντίληψη θα παρέμενε προνόμιο της αστικής τάξης, ενώ οι φτωχότερες τάξεις θα αγνοούν την εξέλιξη αυτή. Οι υλικές συνθήκες καθόριζαν εντέλει την ύπαρξη της παιδικότητας, προσδίδοντάς της μια κοινωνική διάσταση. Την ιδιαιτερότητα της παιδικής ηλικίας θα επιβάλουν κατά κάποιο τρόπο οι κρατικοί νόμοι περί υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Παράλληλα με την αναβάθμιση της παιδικής ηλικίας, η αστική τάξη δημιούργησε και τις ιστορικές προϋποθέσεις για έναν ρόλο της εργασίας των παιδιών μέσω της ανάπτυξης και εξέλιξης του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής. Η αστική τάξη, μαζί με την παιδική ηλικία, ανακάλυψε και την παιδική εργασία ως μια μορφή εργατικού δυναμικού υποταγμένου στην εντατικοποίηση και την πειθαρχία που απαιτούσε η ορθολογική οργάνωση του νέου τρόπου παραγωγής.
Στην προβιομηχανική αγροτική κοινωνία το παιδί αποκτούσε την οικονομική σημασία στο πλαίσιο ενός συστήματος συγγενικής αλληλεγγύης, που αποσκοπούσε στην επιβίωση και την αναπαραγωγή του οικογενειακού κυττάρου, καθώς και τη διατήρηση της ιδιοκτησίας. Τα παιδιά βοηθούσαν στις εργασίες των ενηλίκων ή αναλάμβαναν ασχολίες ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, τη μυϊκή δύναμη, τη σειρά γέννησής τους (Μ. Παπαθανασίου, 2003: 86).
Υπήρχαν συχνά περιπτώσεις παιδιών που, λόγω οικονομικών δυσχερειών, εργάζονταν εκτός οικογενειακής εστίας, σε άλλη ιδιοκτησία ή σε αστικές περιοχές με τη μορφή μαθητείας. Η αγροτική οικογένεια έστελνε στην πόλη τα νεαρά μέλη της προς αναζήτηση καλύτερης τύχης και με την προοπτική να μάθουν κάποιο επάγγελμα και να βοηθήσουν οικονομικά την οικογένειά τους. Στην πλειονότητά τους τα παιδιά που έρχονταν στις πόλεις, αν επρόκειτο για αγόρια, εργάζονταν σε διάφορα καταστήματα συντοπιτών τους ως υπηρέτες ή βοηθοί, με αμοιβή στέγη και τροφή, προσδοκώντας να διαδεχθούν το αφεντικό τους ή να ξεκινήσουν μια νέα, δική τους δουλειά (Μ. Ρηγίνος, 1995: 27).
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παιδικής εργασίας, κυρίως σε βιοτεχνικά εργαστήρια, ήταν ο παιδαγωγικός χαρακτήρας. Στο βιοτεχνικό εργαστήριο ο εργάτης-τεχνίτης βρισκόταν στο κέντρο της παραγωγικής διαδικασίας. Η ακρίβεια των κινήσεων, η επιδεξιότητα, η εμπειρία, η δύναμη, ακόμα και η αισθητική, αποτελούσαν τα προσόντα του εργάτη. Η απόκτηση των προσόντων αυτών γινόταν μετά από μακρόχρονη μαθητεία. Τα παιδιά έμπαιναν στο εργαστήριο και, δουλεύοντας πλάι στους τεχνίτες, εισάγονταν σταδιακά στα μυστικά του επαγγέλματος. Η μαθητεία υποκαθιστούσε κατά κάποιον τρόπο την έλλειψη τεχνικής εκπαίδευσης. Το παιδί μάθαινε ένα επάγγελμα παρακολουθώντας τους μεγαλύτερους τεχνίτες (Μ. Ρηγίνος, 1995: 22).
Ο Παπαγεωργίου (1986: 21) περιγράφει τους παράγοντες δυσκολιών που αντιμετώπιζαν τα παιδιά κατά την προσαρμογή τους στις νέες συνθήκες: «Η είσοδος των παιδιών στην ενεργό ζωή συνοδευόταν συνήθως από δυσάρεστες εμπειρίες. Ειδικότερα, τα παιδιά που έρχονταν από την ύπαιθρο, εκτός από το ψυχολογικό πρόβλημα του αποχωρισμού της οικογένειας, είχαν και πολλά προβλήματα προσαρμογής και εξοικείωσης με το καινούριο και άγνωστο περιβάλλον της πόλης και ιδιαίτερα με το χώρο της δουλειάς τους. Οι συνθήκες εργασίας, διατροφής και διαβίωσης ήταν τραγικά δύσκολες και απογοητευτικές και συνιστούσαν το πρώτο αρνητικό πλέγμα στην ομαλή ανέλιξη των μελλοντικών αυτών μαστόρων. Την κατάσταση έκανε πιο απελπιστική το γεγονός ότι τα παιδιά που στέλνονταν στους συντεχνίτες για την εκμάθηση της τέχνης ή του επαγγέλματος βρίσκονταν ακόμη στο πρώτο στάδιο της σωματικής και πνευματικής τους ανάπτυξης και επομένως ήταν ακατάλληλα για εργασία».
Κατά τη διάρκεια της μαθητείας το παιδί δεν μετείχε στην παραγωγική διαδικασία, αλλά περιοριζόταν σε διάφορες βοηθητικές εργασίες. Οι εργασίες αυτές συνιστούσαν την αντιπαροχή του παιδιού στον τεχνίτη για την εκμάθηση της τέχνης. Ο τεχνίτης θεωρούσε την εργασία του μαθητευόμενου, με εξω-επαγγελματική προέλευση, ως αντιπαροχή όχι μόνο για τις επαγγελματικές γνώσεις που του πρόσφερε, αλλά και για την εξασφάλιση τροφής και στέγης του, αν και το κόστος των δαπανών αυτών ήταν εντελώς ασήμαντο γι’ αυτόν (Γ. Παπαγεωργίου, 1986: 121).
Η ζήτηση για μαθητευόμενους καλυπτόταν κυρίως από έναν μηχανισμό διαπροσωπικών σχέσεων, οι οποίες απέρρεαν από το οικογενειακό και το ευρύτερο συγγενικό περιβάλλον ή από έναν κοινωνικό περίγυρο συνδεόμενο με κοινή καταγωγή (Μ. Ρηγίνος, 1995: 111).
Ο Κ.Μ., όταν έφτασε στον Πειραιά, σε ηλικία 10 ετών, διέμενε σε έναν συγγενή του στον οποίο εργαζόταν, και παράλληλα συνέχιζε τη σχολική εκπαίδευση. Περιγράφει ο ίδιος:

– Όσο πήγαινες σχολείο, είχες κάποια περιστασιακή δουλειά ή έβγαζες με κάποια μικροαπασχόληση χαρτζιλίκι;
– Σου είπα ότι το σχολείο ήταν κατοχικό και δεν υπήρχε τρόπος να πούμε τότε ούτε για λεφτά ούτε για τίποτε.
– Άρα δούλευες.
– Δούλευα χωρίς να πληρώνομαι.
– Πού δούλευες;
– Ε … εκεί βοηθούσαμε τίποτα να πούμε, κάνα κομμάτι ψωμί, κάνα … τέτοια πράματα.
– Βοηθούσες τους γονείς σου στη δική τους δουλειά;
– Ε … σου είπα ότι είχαμε μαγαζί και δούλευα στο μαγαζί τότε.
– Τι μαγαζί;
– Ταβέρνα.
– Τι ακριβώς έκανες εσύ;
– Σερβιτόρος ήμουνα. Όταν σχόλαγα από το … την πρώτη μου, δηλαδή όταν έφυγα από το χωριό και πήγα στον Πειραιά, την πρώτη δουλειά που με δίδαξαν που ’μουνα δέκα-έντεκα χρονώ ήτανε πώς να πλένω ποτήρια! Αυτό μου ’χει μείνει, το θυμάμαι.
– Ποιος σ’ το ’μαθε;
– Ο συχωρεμένος ο ξάδερφός μου που έμενα εκεί στο σπίτι που είχε την ταβέρνα. Μου λέει: “ Έτσι θα πιάνεις το ποτήρι, έτσι θα το πλένεις” …
– Ποιες ώρες δούλευες και ποιες μέρες;
– Α, δεν υπήρχε μέρες … όποτε μπορούσαμε θα δουλεύαμε.
– Τότε, στην παιδική σου εργασία, που πήγαινες και σχολείο, πληρωνόσουνα; Κάθε πότε;
– Από πού να πληρωθώ; Δεν πληρωνόμουν από πουθενά. Το μόνο που πληρωνόμουνα όταν … που είχαμε το μαγαζί, σου λέω, τώρα, … σκούπιζα το βράδυ και έβρισκα και καμιά χρυσή λίρα, γιατί κυκλοφορούσε πάρα πολύ χρυσή λίρα, ε; Ήτανε μαυραγορίτες. Δε μπορείς να τα φανταστείς τώρα αυτά που σου λέω εγώ, δε … δε ούτε καν μπορούνε να περάσουνε απ’ το μυαλό σου ε …, το τι περάσαμε εμείς και τι ζήσαμε – πώς ζήσαμε.
– Άδεια είχες καθόλου;
– Ε, αστειεύεσαι τώρα;
– Μπορούσες να μιλήσεις ή να ξεκουραστείς για λίγο;
– Ε, μπορούσα, δεν ήτανε … ήτανε κι ώρες που έπρεπε να δουλέψω σκληρά ήτανε κι ώρες που μπορούσα να ξεκουραστώ.
– Πώς σου φερόταν ο εργοδότης σου; Καλά, ήτανε είπες δικιά σας …
– Δεν είχα εργοδότη τότε. Αυτός ήτανε … ήτανε πρώτος μου εξάδερφος που ήμουνα μαζί του. Με είχανε σαν παιδί τους εμένα εκεί πέρα, δεν είχα εργοδότη …

Ο Κ.Μ. εργάστηκε κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας σε διάφορα επαγγέλματα είτε ως μαθητευόμενος είτε ως μισθωτός. Η εργασία ήταν παράλληλη ασχολία όσο ήταν μαθητής στο Δημοτικό Σχολείο. Στα 13 του χρόνια εγκαταλείπει τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο και ακολουθεί αποκλειστικά τον δρόμο της εργασιακής εξέλιξης:
– Εργοδότη είχα μετά, που άρχισα να εργάζομαι στους Γερμανούς δηλαδή, εκεί είχα το μάστορά μου, ας πούμε … δούλεψα σε … δεκατριώ, δεκατεσσάρω χρονώ. Όταν δεν είχαμε σχολείο, το καλοκαίρι, εγώ πήγαινα και δούλευα στα καρνάγια … Φτιάχνανε ποταμόπλοια οι Γερμανοί, τσιμεντόπλοια … τσιμεντόπλοια … φτιάχναμε πλοία από τσιμέντο: τσιμεντόπλοια … Στην ταβέρνα δούλεψα όλη την Κατοχή, τέσσερα χρόνια περίπου.
Μετά από τη μαθητεία στο επάγγελμα του σερβιτόρου ο Κ.Μ. μαθήτευσε και στο επάγγελμα του κουρέα. Ο Παπαγεωργίου αναφέρει πως η εξέλιξη της μαθητείας στην τέχνη του κουρέα περιλαμβάνει δύο στάδια: α) τσιράκι, και β) κάλφας. Για τα τσιράκια σημειώνει (1986: 47):
Οι κουρείς απαιτούσαν από τα τσιράκια τους να μένουν συνεχώς όρθια δίπλα τους για ν’ ακονίζουν τα ξυράφια και ν’ απομακρύνουν τις μύγες στη διάρκεια του καλοκαιριού.
Για τις προϋποθέσεις μετάβασης στο στάδιο του κάλφα συμπληρώνει (1986: 70):
Συνήθως όμως ο μάστορας ενεργούσε πάντα με κριτήρια που βασίζονταν αποκλειστικά σχεδόν στα ψυχικά χαρίσματα και τις αρετές του υποψήφιου και όχι τόσο στα επαγγελματικά προσόντα. Αν δηλαδή κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του το τσιράκι είχε επιδείξει υπακοή, σεβασμό, εχεμύθεια και γενικότερα καλή συμπεριφορά προς το πρόσωπό του, αποσπούσε ευκολότερα τη συγκατάνευση του συντεχνίτη για την προώθηση στη βαθμίδα του κάλφα μέσα στα φυσιολογικά χρονικά όρια.
Τα όρια της μαθητείας κυμαίνονταν από την ηλικία των 12-14 ετών και έφθαναν τα 15-17 έτη, και αν υπολογιστούν κατά μέσο όρο 2-3 χρόνια για το στάδιο της καλφικής υπηρεσίας, πλησιάζουμε τα 17-19 έτη, ηλικία που θεωρείται η απαρχή της αντρικής ωριμότητας (Γ. Παπαγεωργίου, 1986: 79).
Αναφέρει ο Κ.Μ. για την περίοδο μαθητείας του στο κουρείο:
– Μετά πήγα σ’ ένα κουρείο … ήμουνα … «κάλφας» λεγότανε τότε … σ’ ένα κουρείο. Εκεί έκατσα κανα χρόνο στο κουρείο, μετά πέθανε τ’ αφεντικό μου … Και κράτησα εγώ το κουρείο κάπου δέκα μήνες μόνος μου, τότε όμως η χήρα είχε ανάγκη από λεφτά … η πελατεία ήτανε δύσκολη, εγώ πιτσιρικάς, δε μου είχανε και μεγάλη εμπιστοσύνη για να δουλέψω, δε μπορούσα να τ’ αγοράσω το κουρείο να το συνεχίσω κι έτσι τ’ άφησα, αυτή το πούλησε μετά το κουρείο … ε, ταυτόχρονα έκανα κάτι άλλες δουλειές, μετά μπήκα στη Shell. Ήμουνα δεκαέξι ετών όταν μπήκα στη Shell …
Μεταβαίνοντας από την παιδική ηλικία στον κόσμο των ενηλίκων, ο Κ.Μ. έχει ήδη αλλάξει διάφορα επαγγέλματα χωρίς να έχει κατασταλάξει σταθερά σε κάποιο. Η επαγγελματική εναλλαγή θα συνεχιστεί και στο υπόλοιπο της ζωής του είτε λόγω αντικειμενικών συνθηκών είτε λόγω αναζήτησης ιδανικότερων και αποδοτικότερων μορφών εργασίας, που κλιμακώνονται από την εξαρτημένη σχέση εργασίας μέχρι την επιλογή αυτόνομων και ελεύθερων επαγγελμάτων.
Για να γίνει κατανοητό το φαινόμενο αυτό, πρέπει να εξεταστεί και η διάσταση που κινείται στη σφαίρα της ιδεολογίας. Πιο συγκεκριμένα, η άρθρωση των κοινωνικών σχέσεων και η κίνηση που τις μεταλλάσσει διενεργούνται μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος αξιών. Έτσι, η διερεύνηση των αμοιβαίων σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στις υλικές δομές και τις ανθρώπινες νοοτροπίες συνιστά βασικό παράγοντα για τη μελέτη των κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων. Τη διάσταση αυτή πρέπει να την έχουμε πάντα υπόψη και στη μελέτη των διαφόρων μορφών παιδικής εργασίας (Μ. Ρηγίνος, 1995: 31).
Η μεταπολεμική ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια φάση ανοικοδόμησης και έντονης οικονομικής δραστηριότητας μετά την οικονομική και κοινωνική καθίζηση που επέφερε η κατοχική περίοδος. Χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας στη μεταπολεμική περίοδο είναι η έλλειψη σαφών ταξικών ορίων, καθώς και η δυνατότητα σχετικά εύκολης κοινωνικής ανέλιξης. Ο μισθωτός εργάτης ή ο αυτοαπασχολούμενος μικροεπαγγελματίας είναι το κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο, που, σε συνδυασμό με τη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη και τις ευκαιρίες που αυτή δημιουργεί, δικαιολογεί την επαγγελματική μετακίνηση. Η μετάβαση από το καθεστώς του εργάτη στο καθεστώς του μικροβιοτέχνη αποτελούσε συνηθισμένο φαινόμενο.
Η μισθωτή εργασία αποτελεί προσωρινή κατάσταση. Ο εργάτης μεταπηδά από κλάδο σε κλάδο ώσπου να συγκεντρώσει κάποιο κεφάλαιο για να δημιουργήσει τη δική του μικροεπιχείρηση και να ανέλθει στα μικροαστικά στρώματα. Αυτή η επαγγελματική κινητικότητα καθορίζει και την ταξική ρευστότητα της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια κοινωνία με ασαφή ταξική οριοθέτηση, που χαρακτηρίζεται από τις πολλαπλές απασχολήσεις των μελών της και αντιμετωπίζει τη χειρωνακτική εργασία, ιδιαίτερα με τη μισθωτή της μορφή, ως απαξία. Η ανειδίκευτη μορφή εργασίας είτε στον βιοτεχνικό είτε στον βιομηχανικό χώρο ήταν ο πρώτος σταθμός μιας μακράς διαδρομής, που περνούσε από μικροεπάγγελμα σε μικροεπάγγελμα και αποσκοπούσε στην επιβίωση, έχοντας ως ιδανικό την αυτοτέλεια (Μ. Ρηγίνος, 1995: 94).
Επομένως, κάθε παιδί που έμπαινε στο εργαστήριο για να μάθει μια τέχνη αντιμετώπιζε το καθεστώς της εξαρτημένης εργασίας ως προσωρινό και θεωρούσε τη μαθητεία και τους καταναγκασμούς της απαραίτητο μεταβατικό στάδιο για τη μελλοντική κοινωνική του ανέλιξη, είτε επρόκειτο για την ένταξή του στο πολυάριθμο στρώμα των μικροεπαγγελματιών είτε για μια θέση στο Δημόσιο (Μ. Ρηγίνος, 1995: 72).
Για τον Κ.Μ. ο εργασιακός στίβος αποτέλεσε έναν χώρο προκλήσεων για να μπορέσει να υλοποιήσει τους προσωπικούς του στόχους: να ανταποκριθεί αρχικά, από την παιδική του ηλικία, στη δέσμευση προστασίας και υλικής στήριξης των αδερφών του και, στη συνέχεια, να οικοδομήσει την οικογενειακή του ευτυχία και την προσωπική του καταξίωση. Επειδή δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του, παρά την επιθυμία του γι’ αυτό, αντιμετώπισε τον χώρο της εργασίας ως μια διαδικασία αυτομόρφωσης και αυτοολοκλήρωσης. Οι συγκεκριμένες ιστορικοκοινωνικές συνθήκες και η προσωπική ενεργητική του διάθεση διαμόρφωσαν την αυτοσυνειδησία και τη βιωματική του ταυτότητα:
– Μου άρεσε η δουλειά μου. Όλες οι δουλειές μού αρέσανε εμένα, γι’ αυτό ό,τι δουλειά είδα την έμαθα. Σ’ όλες τις δουλειές που πήγα τις έμαθα, γι’ αυτό μού φανήκανε χρήσιμες, πάρα πολύ χρήσιμες, όλες οι δουλειές – αυτές που έμαθα στη Shell, ας πούμε: Έμαθα υδραυλικός, έμαθα ηλεκτρολόγος, έμαθα οδηγός, πήγα στρατιώτης. Μόλις απολύθηκα από στρατιώτης, αμέσως πήγα κι έδωσα και πήρα επαγγελματικό δίπλωμα, γιατί είχα μάθει οδηγός στη Shell.
Ο Κ.Μ., γεννημένος το 1929, ανήκει σ’ εκείνη τη γενιά που προερχόταν από τον αγροτικό χώρο με χαμηλό σχετικά μορφωτικό επίπεδο, που κοινωνικοποιήθηκε με παραδοσιακά κοινωνικά πρότυπα με συγκροτημένη ταυτότητα, με συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμα και αποδεκτά από το κοινωνικό σύνολο στο οποίο ανήκαν, και με εσωτερικευμένον έναν ισχυρό αξιακό κώδικα σύμφωνα με τις κυρίαρχες προσδοκίες, ο οποίος καθόριζε την κοινωνική τους συμπεριφορά. Το ατομικό, το οικογενειακό και το κοινωνικό γόητρο αποτελούσαν τρεις ομόκεντρους κύκλους, δημιουργώντας μια διαλεκτική σχέση όπου το ατομικό γόητρο ανταποκρινόταν στις οικογενειακές και τις ευρύτερες συλλογικές επιταγές και, αμφίδρομα, οι συλλογικές αξίες νοηματοδοτούσαν το ατομικό γόητρο.
Γι’ αυτό, ο λόγος του Κ.Μ., είτε περιφραστικά είτε μονολεκτικά είτε ως σιωπή, γίνεται έμμεσα διδακτικός και συμβουλευτικός, γιατί ο ίδιος ανήκει στην παραδοσιακή κοινωνία μετάδοσης αξιών, όπου κάθε αναφορά στη μνήμη του παρελθόντος προβάλλεται στο παρόν ως αναπαράσταση ζωής με αξιακό φορτίο. Μιλώντας ο Κ.Μ. για όσα γεγονότα της ζωής μπορεί ή θέλει να ανασύρει από τη μνήμη του, ταυτόχρονα φιλτράρει αξιολογικά τη ζωή του, μεταδίδοντας στην εγγονή του όσα εκείνος θεωρεί σημαντικά.
Για τον Κ.Μ., η «τιμή» και το γόητρό του στηρίζονται στην εκπλήρωση της μητρικής εντολής για την προστασία και τη βοήθεια προς τα αδέρφια του μετά τον θάνατο της μητέρας του, καθώς και στην επαγγελματική του καταξίωση, που βασίστηκε στην εργατικότητα και τη φιλομάθειά του παρ’ όλο που δεν ολοκλήρωσε το σχολείο. Σ’ αυτά τα δύο σημεία ο Κ.Μ. είναι ιδιαίτερα αναλυτικός και περιγραφικός, γιατί αποτελούν τις βασικές αξίες που χαρακτηρίζουν την προσωπική του διαδρομή και την κοινωνική του αναγνώριση. Ο ίδιος αναφέρει εμφατικά:
– Εγώ είμαι αυτοδημιούργητος, κορίτσι μου, είμαι αυτοδημιούργητος. Εγώ δημιουργήθηκα μόνος μου και δημιούργησα και τ’ αδέρφια μου και έτσι αποκατεστάθηκαν όλοι, έκαναν οικογένειες, βγάλανε όλοι καλά παιδιά, όπως έβγαλα κι εγώ.
Τα γεγονότα όμως που σφραγίζουν την εικόνα που έχει διαμορφώσει ο Κ.Μ. για τη ζωή του είναι η μετανάστευσή του σε ηλικία 10 ετών αλλά, πολύ περισσότερο, η τραυματική εμπειρία της Κατοχής. Και τα δύο έχουν απωθήσει όλες σχεδόν τις παιδικές μνήμες, δημιουργώντας μια αίσθηση απαξίας για ό,τι διακρίνει την παιδική ηλικία. Γι’ αυτό, οι απαντήσεις του σε σχετικές ερωτήσεις είναι στερεότυπες, μονολεκτικές ή και ανύπαρκτες. Η Κατοχή είναι το κυρίαρχο θέμα, που επανέρχεται στις περισσότερες απαντήσεις είτε ως απαξίωση της ερώτησης είτε ως περιεχόμενο της απάντησης. Τα λίγα λόγια του Κ.Μ. ενεργούν σχεδόν ως συνθήματα, συμπυκνώνουν προσωπικά βιώματα, η μία λέξη ισοδυναμεί με πολλές. Έτσι, είναι δυνατόν μέσα σε μία-δύο φράσεις να περιληφθεί όλο το δράμα της κατοχικής στέρησης και πείνας, αφού, εκτός από τις λέξεις που περιγράφουν τη στέρηση και την πείνα, υπάρχει ως αφηγητής ο ίδιος ο Κ.Μ., που πείνασε και στερήθηκε (Μ. Μερακλής, 2007: 264).
Ο Κ.Μ., ξαναζώντας τη ζωή του μέσα από την αφήγησή της, αντλεί νόημα κατεξοχήν από τον επαγγελματικό αγώνα και τη δημιουργία της οικογένειάς του – προπάντων αυτής, αφού δηλώνει την οικογενειακή του ζωή ως την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του, με την έννοια της αποτίμησης της ζωής του παρά ως μια συναισθηματική έκφραση.
Για το αφηγηματικό ύφος τού Κ.Μ. ταιριάζει ο σχολιασμός του Μερακλή (2007: 262) σε μια άλλη αφήγηση ζωής με αναφορά στην κατοχική περίοδο:
Η ζωή εκείνη σφράγισε την ψυχή τους, διαμόρφωσε, αν όχι το χαρακτήρα τους, τουλάχιστον τη βιοθεωρία τους. Έζησαν στα κατοπινά χρόνια καλύτερα, έκαναν παιδιά, εγγόνια, είδαν τα παιδιά τους να ανεβαίνουν σε πολύ υψηλότερο επίπεδο ποιότητας ζωής, αλλά μια υπόκωφη μελαγχολία πιάνει κανείς στις αφηγήσεις, συγχρόνως –σα μια παράξενη αρμονία– με τους τόνους της νοσταλγίας: όλα θεωρούνται από μια απόσταση, από μια στάση που θεωρεί ανεπίτρεπτο να αφεθείς να σε συνεπάρει ο ενθουσιασμός. Βεβαίως, είναι το βάρος της ηλικίας. Αλλά είναι και η ζωή που ζήσανε και τους έκανε σοφότερους.

Επίλογος

«Η πραγματική ζωή δεν είναι αυτή που ζήσαμε, αλλά αυτή που θυμόμαστε», γράφει ο Gabriel Garcia Marquez. Με άλλα λόγια, η ζωή δεν είναι μια διαδοχική σειρά γεγονότων, αλλά προπάντων το νόημά τους.
Αυτό που υπαινίσσεται η λογοτεχνία μέσω ενός από τους κορυφαίους εκπροσώπους της το ψηλαφεί ερευνητικά η Λαογραφία μελετώντας τον χρόνο της μνήμης μέσα από τις αφηγήσεις ζωής. Ο χρόνος αυτός δεν είναι «πλασματικός», όπως συμβαίνει στη λογοτεχνική αφήγηση, αλλά είναι ο βιωμένος χρόνος του κάθε ανθρώπου που συνιστά την εσωτερική συνέχεια της ανθρώπινης ζωής. Η μνήμη του αφηγητή μετουσιώνει την εμπειρία του σε αφήγηση ζωής.
Ο λαϊκός άνθρωπος ως αφηγητής ζει ξανά αυτά που έζησε, οι λέξεις είναι, απλώς, μέσα υπόμνησης, θέτουν σε λειτουργία και σε κίνηση τη μνήμη. Το έντονα βιωμένο παρελθόν, που είναι άλλωστε στους ανθρώπους αυτούς χρόνος πράξεων, πραγμάτων –όχι τόσο χρόνος εσωτερικών διεργασιών και διαλογισμών, χρόνος κλειστής, εσωτερικής ζωής– ανακαλείται και επαναβιώνεται από τον ίδιο τον άνθρωπο που το βίωσε και τότε, ώστε οι λίγες λέξεις να είναι ήδη ικανές να παίξουν τον συγκινησιακό και συγκινητικό –στην κυριολεξία– ρόλο τους (βλ. Μ. Μερακλής, 2007: 264).
Η αναμόχλευση και η διατύπωση της μνήμης δεν αποσκοπεί στην καταγραφή της αντικειμενικής αλήθειας αλλά στην ανάδειξη του υποκειμενικού βιώματος των γεγονότων. Δεν ενδιαφέρει τόσο το «τι ακριβώς έγινε» αλλά «πώς το έζησαν» οι συγκεκριμένοι άνθρωποι. Μέσα από την αφήγηση της εμπειρίας επιδιώκεται η προσπέλαση στη λογική που διέπει τον λόγο του αφηγητή, που είναι εν τέλει η λογική της ζωής του. Η λαογραφική προσέγγιση αφηγήσεων ζωής ξεκινάει με βάση την ατομική μνήμη, για να υπερβεί, όμως, το ατομικό επίπεδο, αναζητώντας τους τρόπους με τους οποίους οι ατομικές εμπειρίες εγγράφονται στη συλλογική εμπειρία, που μετουσιώνεται σε συλλογική μνήμη.
Κάθε μνήμη ανήκει συγχρόνως στο παρελθόν και στο παρόν, μεταβάλλεται δε μόνο από το δεύτερο: το παρόν. Η μνήμη κατευθύνεται από τις ανάγκες του παρόντος (βλ. Α. Κυριακίδου, 1993: 265). Ο χρόνος των αφηγήσεων ζωής αποτελεί μια συνεχή ανασύνθεση παρελθόντος, παρόντος, μέλλοντος, που παραπέμπει πολλές φορές σε λογοτεχνικά πρότυπα.
Όμως, οι αφηγήσεις ζωής μάς επιτρέπουν να διακρίνουμε και κάτι περισσότερο: τη λειτουργία μέσα στη συλλογική μνήμη ορισμένων στοιχείων του παρελθόντος που βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση με το εκάστοτε παρόν πάνω στο δίπολο «παράδοση – νεωτερικότητα». Πρόκειται για κυρίαρχα στοιχεία της παράδοσης, δηλαδή τις εμπειρίες εκείνες του παρελθόντος τις πολύ έντονες, οι οποίες σφράγισαν τη μνήμη των ανθρώπων και τους χρησιμεύουν έκτοτε ως πρότυπα ερμηνείας για τις εμπειρίες του παρόντος.
«Η μνήμη πονάει
όπου κι αν την αγγίξεις …».


βιβλιογραφία
Αυδίκος, Ε. (1996): Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κακάμπουρα, Ρ. (2008): Αφηγήσεις Ζωής: Η βιογραφική προσέγγιση στη σύγχρονη λαογραφική έρευνα. Αθήνα: Ατραπός.
Κυριακίδου- Νέστορος, Α. (1993): Λαογραφικά μελετήματα, ΙΙ. Αθήνα: Πορεία.
Μερακλής, Μ. (2007): Έντεχνος λαϊκός λόγος. Αθήνα: Εκδόσεις Καρδαμίτσα.
Νιτσιάκος, Β. (2004): Παραδοσιακές κοινωνικές δομές. Αθήνα: Εκδόσεις Οδυσσέας.
Παπαγεωργίου, Γ. (1986): Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.). Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας.
Παπαθανασίου, Μ. (2003): Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο. Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας.
Ρηγίνος, Μ. (1995): Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940). Αθήνα: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ