Αρχική » Έθνος και φύση στο έργο του Περικλή Γιαννόπουλου

Έθνος και φύση στο έργο του Περικλή Γιαννόπουλου

από Μάριος Νοβακόπουλος

του Μάριου Νοβακόπουλου, Διεθνολόγου. Απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο που δημοσιεύτηκε στον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 30 με αφιέρωμα στον Περικλή Γιαννόπουλο.


A΄ Μέρος: Ο κόσμος του Περικλή Γιαννόπουλου

Η ελληνική γη
Όλη η εθνική και αισθητική ιδεολογία του Περικλή Γιαννόπουλου αρχίζει και τελειώνει, θα έλεγε κανείς, από την βαθιά βιωματική σχέση του με την ελληνική γη. Την προσλαμβάνει με όλες του τις αισθήσεις, την λατρεύει ως μητέρα και θεά, την δοξολογεί ως πηγή και προορισμό του Έλληνος ως ανθρώπου, ως φυσικού και πνευματικού όντος. Τίποτε δε συγκρίνεται με την χθόνια κλίνη του έθνους, η οποία γεννά θεούς, τέχνες, ηγέτες και κάθε μικρή ή μεγάλη πτυχή της του μεγάλου φάσματος που καλούμε Ελληνισμό.
Ἕνα τιποτένιο παιδί, τρέχον στῶν γλυκῶν βουνῶν της Ἀττικής τὰ ἀδώνια φῶτα, εἶδε, στῶν κατάλαμπρων μεσημεριῶν τὰ καταγάλανα οὐράνια, νὰ περνᾶ τὸ ὁλόλευκον ἄτι τῆς ἀναγεννήσεως μὲ τὰ τρισμέγιστα κάτασπρα πτερά. Καὶ ἐτόλμησε, ἐχύθη, ἔβαλε τὸ χέρι του στὴ ῥίζα τῶν πτεῶν του, τὰ κράτησε λευκόφλογα ὀρθά. Ἄνθρωπος καὶ ἄλογον κατέβηκαν, πάτησαν στὴ γὴ. Πίσω τὰ γυναικάλογα τῶν χιμαιρῶν σας ὅλα, χαρμόσυνα χρεμετίζοντα κτυποῦν τὸ πανεύμορφο χῶμα. Νέοι καὶ νέαι τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, μὲ κλώνους ἐλαίας καὶ ἄνθη δαφνῶν στρώσατε τὸν δρόμον, ντύσατε καὶ στολίσατε – βασιλικὰ σὰν Παναγία καὶ καθίσατε ὠραία τὴ μητέρα Ἑλλάδα γιὰ τὸ ταξείδι πρὸς τὸ φῶς. Μὲ τὸ πρῶτο δυνατὸ τάνυμα τῶν πτερῶν του, μὲ τὴν ὠραία μητέρα πρὸς τὸ φῶς, τὸ ἀερένιο παιδὶ κτυπημένο ἀπὸ τὸ πτερό του, θα πέσῃ νεκρὸ ἡδονικά, μὲ βρεμένα τὰ χείλη ἀπό τὸ μέλι τῆς ἡδονῆς.
Η εικόνα του παιδιού, αθώου μα και εκστατικού, γεμάτου αστείρευτη ενέργεια και ζωτικότητα, ανεμελιά, με άπειρες πιθανότητες και δυνατότητες ενώπιόν του, δίχως βάρη και δεσμεύσεις, είναι εκείνη του ελληνικού πνεύματος στην υψηλότερη, ελαφρότερη (ανάλαφρη, ελεύθερη δηλαδή και αέρινη), δημιουργικότερη έκφρασή του. Έτσι ήταν και η ψυχή που ξανοιγόταν μέσα στον Περικλή Γιαννόπουλο, και διέτρεχε τους κάμπους και τα βουνά της Ελλάδας, και επισκοπούσε κάθε σπιθαμή της αττικής γης και την κάθε μεταβολή της σαν κοσμοϊστορικό φαινόμενο άξιο όλη της προσοχής και της μελέτης. Ο Γιαννόπουλος «θεωροῦσε ἐπάγγελμά του, καὶ μάλιστα ἦταν περήφανος γι’ αὐτό, τὴν περιπλάνηση καὶ τὴν περισυλλογή. «Θέλω νὰ κατοικήσω ἐδῶ στὴν Ἀκρόπολη, διὰ νὰ εἶμαι σιμὰ στὴ δουλειά μου», ἔλεγε. Πήγαινε στὴν ἐξοχή μὲ ὕφος ἀνθρώπου ποὺ σπεύδει πρὸς τὰ μεγαλύτερα συμφέροντα, ἐνῶ αὐτὸς ἤθελε νὰ δεῖ πῶς ζωντανεύουν τὰ μάρμαρα στὸ μεσημεριάτικο φῶς τοῦ καλοκαιρινοῦ ἥλιου». Μιλώντας για την κριτική οξύτητα του Γιαννόπουλου σε συνάρτηση με τον ψυχισμό και τη σχέση του με τον τόπο, ένας ακόμη ελεύθερος και αυστηρός κριτικός παραφράζει το παραπάνω απόσπασμα με μεγάλη ευστοχία:
Κριτικὴ ἑνὸς παιδιοῦ, ἀνίατα παιδιοῦ κι ἀπίθανα ἔμπεδου στὴ γὴν αὑτή – φυτρωμένου ἀπ’ αὐτή, μαζὶ μὲ τὰ πικρὰ θυμάρια της, τὶς τσίκνες μέντες της, τὶς κήρινες κυψέλες τοῦ γλυκύτατου μελιοῦ της!.. Ἑνός παιδιοῦ, ποὺ δὲν καταλάβαινε τίποτε ἀπό ἡμίφωτα, τίποτε ἀπό γκρίζα, τίποτε ἀπὸ δυτικά! Ποὺ εἶχε διαρκῆ πυρετὸ μέσα στὸ καῦμα – καὶ διαρκῆ ἡδονὴ μέσα στὸν πυρετὸ τοῦ θερινοῦ ἡλίου! Τοῦ ἡλίου ἑνός οὐρανού ἀμείλικτου εἰς εὐδία, ἑνός ἀέρος ἀσύλληπτου εἰς ἐλαφρότητα, μιᾶς ἀτμοσφαίρας σχεδὸν μὴ πραγματικῆς, σχεδὸν ὀνειρικής εἰς διαύγεια!
Ο Γιώργος Θεοτοκάς, ιδεολογικός αρχηγέτης των δοκιμιογράφων και πεζογράφων της Γενιάς του ’30, όπως θα δούμε παρακάτω στάθηκε πολύ επιφυλακτικός όταν δημιουργήθηκε ρεύμα λατρείας του Γιαννόπουλου περί το 1938. Δεν μπόρεσε όμως παρά να ομολογήσει ότι:
Ἀσφαλῶς ἔνιωσε βαθιᾶ καὶ ἔζησε μ’ ὅλους τοὺς πόρους του τὸ ἑλληνικό τοπίο καὶ τὸ ἑλληνικὸ κλίμα. Αὐθόρμητος καθῶς εἴταν, θερμόαιμος καὶ γεμάτος φαντασία, θὰ μποροῦσε νὰ εἴταν ἕνα ἀγνὸ παιδὶ τῆς ἑλληνικῆς γῆς καὶ τῆς ἑλληνικῆς θάλασσας καὶ νὰ διηγεῖται, ἀμέριμνα καὶ ἀνεπιτήδευτα τὴν ὁμορφιὰ αὐτού τοῦ τόπου καὶ τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς, σὰν ἕνα πουλί.
Η θέση του Γιαννόπουλου είναι απόλυτη και σαφής:
Βάσις τῆς Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς εἶναι ἡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ. Κάθε Γῆ πλάττει τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Ἑαυτῆς. Θέλει τὸν ἄνθρωπόν της, ὅπως τὸ φυτόν της καὶ τὸ ζῷον της, ἐκδηλωτήν της. Κάθε Γῆς ἄνθρωπος εἶναι μόνον τὸ ὄργανον τῆς ἐκδηλώσεως Αὐτῆς.[…] Πρώτη λοιπὸν κίνησις, πρὸς ζήτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς, εἶναι ἡ κίνησις πρὸς τὴν Γῆν. Καὶ πρῶτον βῆμα […] ὁ ἐνατενισμὸς Αὐτῆς, χιλιάδας χιλιάδων ὡρῶν. Μελετῶντες τὴν Γῆν καὶ ψυχολογοῦντες ἑαυτούς, βλέπομεν ὅτι πᾶσα ἐν Αὐτῇ ὑπάρχουσα ὡραιότης καὶ εὐγένεια ἐνυπάρχει καὶ ἐν ἡμῖν. […] Τὴν Ἑλληνικήν μας Φύσιν ἔχοντες ὁδηγόν, ὡς θεότητα λατρεύοντες Αὐτήν.
Η θρησκευτική λατρεία της γης είναι ωσεί κυριολεκτική. Εκστατικός, συνεπαρμένος από τον έρωτα της ελληνικής φύσης, ο Περικλής Γιαννόπουλος προσεύχεται:
Ὦ ὡραῖε Θεὲ τῆς Ἑλλάδος. Μίαν μοναδικὴν φορὰν τὰ χείλη μου ἐκινήθησαν εἰς δέησιν, μίαν μοναδικὴν φορὰν ἐπρόφεραν αἴτησιν, νὰ εἶναι ὥρα παρομοία καὶ παρόμοιον τὸ θέαμα, ἡ ὥρα ποὺ θὰ κλείουν οἱ λατρεύοντες ὀφθαλμοί μου καὶ μία μόνη ἰδέα ἐκφράσεως τῆς ἱερᾶς γοητείας ὑπερισχύει νὰ κύψῃ κανεὶς καὶ νὰ φιλήσῃ τὸ γενέθλιον χῶμα νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ κάμῃ ἐν βαθυτάτῃ εὐλαβείᾳ τὸν σταυρόν του, λατρεύων τὸ χῶμα καὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ χρῶμα καὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὸν ἀέρα τῆς ἱερᾶς Ἑλλάδος.
Η παμπάλαια χθων της Ελλάδος λοιπόν, έκαμε τον Έλληνα, όπως ο Θεός τους πρωτόπλαστους από πηλό. Το περιβάλλον δεσμεύει και επιτάσσει, επιβάλλεται στον άνθρωπο. Ο παράγων της ανθρώπινης επινοητικότητας και προσπάθειας ως δυνάμεων αντίρροπων, όχι απλώς μορφοποιών της ύλης αλλά και κυριάρχων, νικητών απέναντι στη φύση, εδώ δεν υπάρχει. Η φύση είναι απόλυτη, αδύνατη η φυγή από τις ιδιότητές της και τις συνέπειες αυτών. Ο Έλλην άνθρωπος είναι τυχερός, διότι η ελληνική φύση είναι τόσο υπέροχη, οπότε πλάθει τα καλύτερα. Το σκληρό όμως και άχαρο περιβάλλον της Ευρώπης στρεβλώνει ανεπανόρθωτα την αισθητική του Φράγκου. Η ελληνική γη είναι μία θεά Αφροδίτη, σε όλα τέλεια και ωραία. Δεν θα μπορούσε παρά να καρποφορήσει καρπό ανάλογό της, «ὀμοίως Ωραῖον καί ὁμοίως Θεῖον… Κατά ταῦτα καί ἡ ‘Ελλ. Γῆ ἐγέννησε Ζῶον ᾿Ἑλληνικόν, τόν Ἕλληνα ΜΑΣ. Καί ὅπως συνέβη καί ἔτυχεν ἡ γῆ αὐτή μας, νά εἶναι ῃμερωτέρα, ἡ φιλανθρωποτέρα γῆ τοῦ πλανήτου αὐτοῦ καί τό Ζῶον αὐτό πού ἐγέννησεν ἔτυχε νά εἶναι ὁ ΑΝΘΡΩΠΟΣ». Η ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού και του ίδιου του Έλληνα αποτελούν φυσική και αυτόματη απόρροια των ιδανικών συνθηκών. Οι άλλοι λαοί, τα «ὁμοιοφανὴ ζωολογικὰ προϊόντα τῶν ἄλλων γαιῶν» χαρακτηρίζονται ως ανθρωποειδή, ατελή, λειψά και ελλειματικά στην ανθρωπότητά τους λόγω του ότι δεν τα γέννησε η θεία ελληνική φύση. Αντιθέτως, «ἐδῶ παντοῦ και πανταχόθεν, ἀπό τά βάθη τοῦ Αἰγαίου, ἀπό τά σπλάχνα τῶν μαγικῶν αὐτῶν χωμάτων, τῶν τριμμένων. ὡς ἑτοίμων διά νά πλασθοῦν εἰς πολύμορφον καλλονήν, ἀνέδυσεν εἰς τό φῶς ἡ φυλή τῶν ἀνθρώπων, ὑπό τῶν μητρικῶν θωπειῶν τῶν θείων αὐτῶν σκηνωμάτων διεπλάσθη». Η συνείδηση αυτή, παρότι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως σκληρή, εγωιστική και προκατειλημμένη προς τους ξένους, είναι για τον Γιαννόπουλο εκείνο το βαρύ χρέος, το «πύρινο στέμμα» που καίει τον ανάξιο Έλληνα του 1897 και τον προστάζει να αρθεί στην δέουσα θέση του. Η εθνική έπαρση και φαντασίωση ανωτερότητας είναι ανούσια και βλαβερή. Σε έναν από τους ισχυρότερους αφορισμούς του, ο Περικλής Γιαννόπουλος προειδοποιεί τους αναγνώστες του πως είναι «περιττόν νά φουσκώνετε δι᾽ αὐτά. Οἱ Ἕλληνες κάθε ἐποχῆς δέν εἶσθε τίποτα. Ἡ ᾿Ελληνική Γῆ εἶναι τό Πᾶν».
Ο Περικλής Γιαννόπουλος πατεί, νιώθει, ψαύει και ανασαίνει την ελληνική φύση, έχει μία «ενσώματη και αισθητηριακή διάσταση της ελληνικής εμπειρίας». Βασιλική όμως αίσθηση είναι η όραση, ο ενατενισμός, η αγαλλίαση μέσα στην έξαλλη φωτοχυσία: «Ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ὑποδείξω μόνον τὰ μεγάλα Ἀναγνώσματα τοῦ Βιβλίου τῆς Ἑλληνικῆς Φύσεως καὶ νὰ συστήσω τὸ Βάπτισμα τῆς λευκῆς καὶ παρθένου ψυχῆς μας εἰς τὸ Θεῖον φῶς.» Το φως λοιπόν, προϋπόθεση της όρασης, χορηγός της ζωής, της θέρμης και της υγείας, βασιλεύει απολυταρχικά όσο και αγαθοποιά στο ελληνικό τοπίο. Το δίπολο του φωτός και του σκότους είναι από τα πλέον πρωταρχικά στην ανθρώπινη σκέψη, και η πηγή του φωτός, ο ήλιος, κάθεται αυτοκρατορικά στην καθέδρα των παγκοσμίων συμβόλων, ο ύπατος των θεών και στύλος του σύμπαντος. Δεκαετίες μετά, ο «λυρικός φιλόσοφος» Χρήστος Μαλεβίτσης γράφει:
Τὸ μεγαλύτερο πάθος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ πάθος τοῦ φωτός. Ὅλοι οἱ λαοὶ ἔχουν ἐορτὴ τῶν φώτων. Καὶ εἶναι κρίμα ποὺ τὸ φῶς τὸ θεωροῦμε φυσικό. Ἐνῶ ὡς φυσικὸ εἶναι ἀπλῶς ἠλεκτρομαγνητικὰ κύματα. Τὸ φῶς εἶναι τὸ κατεξοχὴν μεταφυσικὸ στοιχεῖο, ποὺ δὲν ξέρουμε γιατὶ ἀνεφάνη καὶ γιατὶ φανερωθήκαμε καὶ ἐμεῖς σὲ αὐτό. Τὸ καλοκαίρι ζοῦμε τὶς γιορτινὲς ἡμέρες τοῦ φωτὸς. Ποὸ ὀπωσδήποτε δὲν εἶναι φυσικό. Ποὺ ὀπωσδήποτε εἶναι μυστηριακό.
Τη στιγμή που η μέρα πλησιάζει στο τέλος της και ο μέγας φωστήρ δύει, βασιλεύει (έρχεται στην βασιλεία του, ντύνεται στα πορφυρά αυτοκρατορικά χρώματα), ο Γιαννόπουλος «λέγει εὐγνωμόνως τὸ Χαῖρε εἰς τὸν ἀποσυρόμενον βασιλέα τοῦ Κόσμου, Βασιλέα Βασιλέων Γαιῶν καὶ Οὐρανῶν: ΗΛΙΟΝ».
Κάτω από αυτό το φως απλώνεται μία γη κατ’ εξοχήν ελαφριά. Οι μορφές της είναι τόσο αρμονικές και ήπιες, που οι μυριάδες τόνοι επί τόνων μοιάζουν αέρινοι. Οι λόφοι του Φιλοπάππου και του Λυκαβηττού είναι σαν «μάγουλα παιδιοῦ φουσκωμένα αὐλούντα, σὰν παιγνιώδεις πολύχροαι φοῦσκαι ἱστάμεναι εἰς τὸν ἀέραν». Ο Γιαννόπουλος απαιτεί αντίστοιχη φυσική ελαφρότητα και από τα κτήρια, και κατακρίνει το ογκώδες ξενοδοχείο Ακταίον, το οποίο «νομίζει κανεῖς, ὅτι θὰ βουλάξῃ τὸ Φάληρον». Ο Υμηττός, το ήμερο βουνό των Αθηνών που τόσο αγαπούσε ο συγγραφέας, δεν δίνει καν εντύπωση βουνού! Ο Έλληνας, απολαμβάνοντας αυτήν τη γη, έχει «πλοῦτον θεοῦ», ένα φυσικό και ακατάλυτο ανάκτορο, «οὐράνιον Παλάτι νύκτα καὶ ἡμέρα ἀνοικτόν, διὰ κάθε πλούσιον, διὰ κάθε πένητα, διὰ κάθε καλόν, διὰ κάθε χωρὶς εἴσοδον, χωρὶς ἐξέτασιν, χωρὶς ὅρον, χωρὶς περιορισμόν, χωρὶς ποινήν… Καθήσετε εἰς ἕνα ὕψωμα, ἔχετε τὸ παλάτι σας.».
Το εκτυφλωτικό φως, η ηπιότητα και ελαφρότητα του τοπίου, η αγάπη και η καλλονή που ακτινοβολεί κάθε μόριο της ελληνικής φύσης, στέκονται σε απόλυτη αντίθεση και αμείλικτο πόλεμο προς κάθε ζοφερή και ερεβώδη ατμόσφαιρα, που θα μπορούσε να ταράξει και να επιβαρύνει την ανθρώπινη ψυχή. Πουθενά σκότος, πουθενά τρόμος, φόβος, μυστήριο, βάρος, κακία, επιμένει ο Περικλής Γιαννόπουλος. Οι αρνητικές φυσικές και συναισθηματικές μορφές εξορίζονται, καταδιωκόμενες απηνώς από την ηλιακή λάμψη και την τερπνότητα του εδάφους. Στο ατελείωτο νυφικό πανηγύρι της ελληνικής γης τίποτε δεν μένει έξω από την πλέον εμφατική κατάφαση της γης και της ημέρας, της φωτεινής δηλαδή, ανοικτής και διαυγούς κατάστασης της φύσης και του νου. Όσο και να τον συνεπαίρνουν όνειρα και οράματα, όσο και να πλημμυρίζει από εκρηκτικά συναισθήματα, ο Γιαννόπουλος στις πλέον εκστατικές, παραληρηματικές ακόμη στιγμές του πλέει μέσα στο φως, στις συνειδητές πλευρές της σκέψης, στην χαρά και τον ενθουσιασμό που γεννά η άμεση σχέση με το περιβάλλον. Δεν έχει η σκέψη του, πραγματικά, τίποτε το μυστηριώδες, κρυπτικό ή διφορούμενο. Δεν είναι τυχαίο πως επιμένει ότι «καὶ τὴν Νύκτα ἀκόμη τὰ πάντα κυανίζουν. Καὶ αὐταὶ αἱ Νύκτες εἶναι Νύκτες Κυάνιαι». Η νύκτα είναι, πρακτικώς και συμβολικώς, το πλαίσιο της ενδοσκόπησης, της εσωτερικής διάστασης του ανθρώπου, του μυστηρίου. Η νυκτερινή διάσταση της ψυχής –και της φιλοσοφίας της ιστορίας– θα μας απασχολήσει παρακάτω.
Οι ευεργετικές ιδιότητες αυτής της φύσης δεν είναι θεωρητικές, ούτε περιορίζονται στον στοχασμό. Είναι καθημερινό, ψηλαφητό βίωμα που γονιμοποιεί όλη την ανθρώπινη διάθεση:
Χαίρεις; Ὁ ἀέρας τῆς Χαρᾶς θὰ γίνῃ Τραγοῦδι. Πονεῖς; Ὁ ἀέρας τοῦ Πόνου θὰ γίνῃ τραγοῦδι. Ὁ Θάνατος ἐπέρασε κοντά σου; Ὁ ἀέρας τοϋ Θανάτου θὰ γίνῃ μοιρολόγι. Χαρά, Λύπη, Πόνος, Θάνατος, ἐδῶ τίποτε δὲν εἶναι σκοτεινόν, τίποτε βουβόν. Ἐδῶ ὅλα τραγουδοῦν. Ἐδῶ ὅλα εἶναι κελάδημα. Ὅλα λέγουν ἡ Ζωὴ εἶναι Γλυκειά.
Ο κόσμος είναι απλός και καλός. Δεν τίθεται θέμα διαφυγής από αυτόν, ούτε έχει καμία ανάγκη βελτίωσης. Όλος ο κύκλος της ζωής γίνεται τραγούδι, κι ο θάνατος ακόμα θυμίζει πόσο όμορφη είναι η ζωή.
Μελετώντας το έργο του Γιαννόπουλου, ο Σωτήρης Γουνελάς παρατηρεί ότι:
Το θαύμα εξαρτάται από τη φύση. Οι ανθρώπινες αρετές αλλά και τα πάθη εξαρτώνται από τη φύση. Η φύση είναι ταυτόχρονα υλική και άυλη. Ο Γιαννόπουλος θαρρείς πως πραγματοποιεί μια κοσμογονική μετατόπιση κάθε σημασίας και κάθε κατορθώματος στο φυσικό στοιχείο, το πραγματικό όχι το αφηρημένο.
Αν προσπαθήσουμε να κατατάξουμε τις αρχές αυτές σε μία τυπολογία, η ανάλυση του Ερατοσθένη Καψωμένου σχετικά με τα χαρακτηριστικά του νεοελληνικού πολιτισμού στο μεσογειακό του πλαίσιο καλύπτει άριστα την κοσμοθεωρία του Περικλή Γιαννόπουλου στο θέμα της φύσης και του εδάφους. Η φύση έχει μία βαθύτατα θετική σημασιοδότηση, ενώ η πραγματικά έμψυχη υπόστασή της βρίσκεται σε άμεση οικείωση με τον άνθρωπο. Είναι η πηγή όλων των αξιών. Όταν ο άνθρωπος δημιουργεί πολιτισμό, δηλαδή υπερβαίνει τις φυσικές νομοτέλειες της στοιχειώδους ζωής, και πάλι καλείται να επικοινωνήσει με το φυσικό πρότυπο. Τι είναι η φύση, παρά ο επί γης παράδεισος, η χαρά και η ξεκούραση της ψυχής; Ο Ελληνισμός ανήκει στους «πολιτισμούς του χώρου» (αντί του χρόνου) που βρίσκονται σε άμεση εξάρτηση με την χθόνια βάση τους, η οποία κυριαρχεί ακόμη και επί του ιστορικού χρόνου. Ο νεοελληνικός πολιτισμός είναι εμπράγματος πολιτισμός του εδώ και τώρα. Αυτή η εγγύτητα με την φύση, τις συνθήκες και τους ρυθμούς της βέβαια, έχει πολλά κοινά στοιχεία με όλους τους προνεωτερικούς πολιτισμούς, όμως σημαδεύεται ιδιαίτερα από τα χαρακτηριστικά του ελληνικού τοπίου, που δεν έχουν καμία σχέση με την έρημο, την στέπα, το βόρειο ή το τροπικό δάσος κλπ. Η διαφορά αυτή αποκτά κεντρική θέση όταν ο Γιαννόπουλος στρέφει το βλέμμα – και τα βέλη του – στην Ευρώπη.
Η μίμηση του γήινου προτύπου αποτελεί για τον Γιαννόπουλο γενικής χρήσεως αντίδοτο της νεοελληνικής κακοδαιμονίας, οδηγός εθνικής πολιτικής και όμορφων, ιθαγενών τεχνών: «η πολιτική και η τέχνη πρέπει να αποτελούν εποικοδόμημα της φύσης, των φυσικών δεδομένων κάθε τόπου». Η ιθαγένεια της δημιουργίας και η απόσειση της επάρατης ξενομανίας αποτελεί καημό και πάθος του Έλληνα αισθητικού και προφήτη, και μόνος τρόπος να επιτευχθεί αυτό είναι η πλήρης εναρμόνιση του σώματος, των χρωμάτων, το ίδιου του σώματος προς την γη.
Ξυπνήσετε, Ἐγερθῆτε. Καί ᾿Επαναστατήσετε κατά τοῦ Ἑαυτοῦ Σας. Και αναβαπτισθεῖτε εἰς τό Θεῖον Φῶς τῆς Γῆς Σας καί εἰς τά Παραδείσεια Ἑλληνικά Νερά. Θά ἐξέλθετε: ΖΩΝΤΑΝΟΙ. Και θά ἐξέλθετε: ΕΛΛΗΝΕΣ.

Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ