Αρχική » Ε­λευ­θε­ρί­α και ευ­θύ­νη: γέν­νη­ση της τρα­γω­δί­ας

Ε­λευ­θε­ρί­α και ευ­θύ­νη: γέν­νη­ση της τρα­γω­δί­ας

από Άρδην - Ρήξη

Απόσπασμα (σσ. 145-150) από το βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου, Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα, Εναλλακτικές 50Εκδόσεις, μετάφραση-επιμέλεια: Χριστίνα Σταματοπούλου.


Μέ­χρι τό­τε, ε­πι­δί­ω­ξη της ποί­η­σης ή­ταν να ε­γκω­μιά­ζει έ­ναν κό­σμο δί­χως προ­βλή­μα­τα, κα­μω­μέ­νο α­πό θε­ούς και ή­ρω­ες, και να «α­πλώ­νει τη γλυ­κιά δρο­σιά των ό­μορ­φων λό­γων». Ό­πως έ­λε­γε ο Η­σί­ο­δος:

«Για­τί μα­θές κι ό­ταν κα­νείς έ­χει κα­ϋ­μό στα στή­θη, απ’ α­νοι­χτή πλη­γή, κι ώ­χου, μα­ραί­νε­ται η καρ­διά και βα­ρεια­να­στε­νά­ζει –μό­λις ο ψάλ­της, των Μου­σών ο λει­τουρ­γός, τις δό­ξες των πα­λιών αν­θρώ­πων τρα­γου­δή­ση και τους μα­κά­ριους θε­ούς που κα­τοι­κούν τ’ α­νά­χτο­ρα του Ο­λύ­μπου, κεί­νος ξε­χνά­ει τα μαύ­ρα ξάφ­νου πά­θια του και μή­τε πια έ­γνοιες του θυ­μά­ται· έ­τσι γορ­γά του στρέ­φουν το μυα­λό των θε­αι­νών τα δώ­ρα (1)».

Με την τρα­γω­δί­α, ο στόχος της ποί­η­σης αλ­λά­ζει ε­ντε­λώς. Θα α­να­φερ­θεί και αυ­τή στα αν­δρα­γα­θή­μα­τα των πα­λαιών αν­θρώ­πων ό­χι για να τα υ­μνή­σει, αλ­λά για να τα αμ­φι­σβη­τή­σει και να α­πο­κα­λύ­ψει την α­να­πό­δρα­στη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κα­κού. Οι τρο­με­ρές ι­στο­ρί­ες που α­πο­τέ­λε­σαν τα θέ­μα­τα των με­γά­λων τρα­γω­διών του 5ου αιώ­να: η ι­στο­ρί­α του κυ­νη­γη­μέ­νου α­πό το πε­πρω­μέ­νο Οι­δί­πο­δα, η ι­στο­ρί­α του Ο­ρέ­στη που στο κά­λε­σμα των θε­ών θα σκο­τώ­σει τη μη­τέ­ρα του ε­νώ στη συ­νέ­χεια θα βα­σα­νί­ζε­ται ε­πει­δή υ­πά­κου­σε στον θε­ϊ­κό νό­μο, η ι­στο­ρί­α του Προ­μη­θέ­α που τι­μω­ρεί­ται ε­πει­δή θέ­λη­σε να ευερ­γε­τή­σει την αν­θρω­πό­τη­τα, ό­λες αυ­τές οι ι­στο­ρί­ες υ­πήρ­χαν πο­λύ και­ρό πριν. Αλ­λά οι θε­οί που εμ­φα­νί­ζο­νταν σ’ αυ­τούς τους μύ­θους ή­ταν α­ντι­κεί­με­νο λα­τρεί­ας και οι πρά­ξεις τους δεν αμ­φι­σβη­τού­νταν. Οι ποι­η­τές του αιώ­να των τα­ρα­χών, Η­σί­ο­δος, Μί­μνερ­μος, Σι­μω­νί­δης ο Κεί­ος, Ση­μω­νί­δης ο Α­μορ­γί­νος, μπο­ρού­σαν να φτά­σουν μέ­χρι την πιο α­κραί­­α α­πό­γνω­ση, αλ­λά η τά­ξη του κό­σμου ή­ταν γι’ αυ­τούς α­με­τα­κί­νη­τη και α­ναμ­φι­σβή­τη­τη. Ο Θέ­ο­γνις μπο­ρεί να έ­γρα­φε (στ. 425): «Το κα­λύ­τε­ρο πράγ­μα πά­νω στη γη εί­ναι να μη γεν­νη­θεί κα­νείς πο­τέ, να μην α­ντι­κρί­σει τις α­κτί­νες του ή­λιου· και αν γεν­νη­θεί, να δια­βεί το γρη­γο­ρό­τε­ρο τις πύ­λες του Ά­δη και να βρε­θεί ξα­πλω­μέ­νος κά­τω α­πό ό­γκους χώ­μα­τος»· ο ί­διος ο Θέ­ο­γνις θυ­μί­ζει με μοι­ρο­λα­τρί­α την τε­λε­τουρ­γι­κή α­πό­κρι­ση: «Προ­σευ­χή­σου στους θε­ούς· αυ­τοί κα­τέ­χουν τη δύ­να­μη.» Η τρα­γω­δί­α δεν προ­έ­κυ­ψε α­πό αυ­τή την α­παι­σιό­δο­ξη φι­λο­σο­φί­α· πώς να ε­ξη­γή­σου­με το γε­γο­νός ό­τι οι πιο σκλη­ροί, οι πιο «μαύ­ροι» μύ­θοι των σκο­τει­νών αιώ­νων ξα­να­βγή­καν στην ε­πι­φά­νεια, και μά­λι­στα με με­γα­λύ­τε­ρη έ­ντα­ση, τη στιγ­μή α­κρι­βώς που η κρι­τι­κή σκέ­ψη έ­διω­χνε τον μύ­θο α­πό τη φύ­ση και την ι­στο­ρί­α; Τη στιγ­μή που ο Θέ­σπις α­πό την Ι­κα­ρί­α ξε­κι­νού­σε τις θε­α­τρι­κές πε­ριο­δεί­ες του στους δή­μους της Ατ­τι­κής, τα α­ε­τώ­μα­τα του νέ­ου Ε­κα­το­μπέ­δου τι­μού­σαν τον θρίαμβο της Α­θη­νάς πά­νω στα τέ­ρα­τα και η ατ­τι­κή α­γαλ­μα­το­ποι­ί­α εί­χε ή­δη κα­τα­σκευά­σει τις πιο γο­η­τευ­τι­κές μορ­φές στην ι­στο­ρί­α της γλυ­πτι­κής. Σε ό­λες τις μορ­φές της, η κλα­σι­κή τέ­χνη δεν α­πο­δέ­χτη­κε πο­τέ το πά­θος στη σύλ­λη­ψη και την α­να­πα­ρά­στα­ση των αν­θρώ­πων και των θε­ών. Γι’ αυ­τήν ό­λα μοιά­ζουν ω­σάν η ευ­τυ­χί­α και η δυ­στυ­χί­α των αν­θρώ­πων να ή­ταν έν­νοιες α­διό­ρα­τες και α­κα­τα­νό­η­τες: πώς να ε­ξη­γή­σου­με λοι­πόν την κε­ντρι­κή θέ­ση που κα­τέ­λα­βε η τρα­γω­δί­α στη ζω­ή του α­θη­να­ϊ­κού λα­ού, τη στιγ­μή που αυ­τός βρι­σκό­ταν στο α­πό­γειο του;
Η πρω­τό­γο­νη τρα­γω­δί­α προ­έ­κυ­ψε α­πό τις «ω­δές των τρά­γων» (ό­πως υ­πο­δη­λώ­νει και το ό­νο­μά της), αλ­λά το πε­ριε­χό­με­νό της ε­λά­χι­στη σχέ­ση εί­χε με τη λα­τρεί­α του Διο­νύ­σου. Ω­στό­σο, η έκ­στα­ση των η­θο­ποιών, και ί­σως και του κοι­νού, ή­ταν ό­ντως διο­νυ­σια­κή και έ­πρε­πε να προ­κα­λεί μια υ­πο­στα­σια­κή ταύ­τι­ση με τους τρα­γι­κούς ή­ρω­ες και το πε­πρω­μέ­νο τους. Η πε­ρί­φη­μη θε­ω­ρί­α του Α­ρι­στο­τέ­λη πά­νω στην κά­θαρ­σιν, την «α­πο­κα­θαί­ρου­σα» (ή «κα­θαρ­τή­ρια») λει­τουρ­γί­α των πα­θη­μά­των που πε­ρι­λαμ­βά­νει η τρα­γω­δί­α, δεν ση­μαί­νει μο­νά­χα πως η ψυ­χή των θε­α­τών μπο­ρεί να α­λα­φρύ­νει α­πό την υ­περ­βάλ­λου­σα συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση μέ­σα α­πό την πα­ρά­στα­ση του κα­κού και της δυ­στυ­χί­ας. Θυ­μί­ζει α­πό μί­α ά­πο­ψη τις μα­γι­κές θε­ρα­πείες που σε ό­λες τις αρ­χα­ϊ­κές κοι­νω­νί­ες θε­ρα­πεύ­ουν τις ψυ­χι­κές α­σθέ­νειες μέ­σα α­πό τον χο­ρό και το τρα­γού­δι: η διο­νυ­σια­κή α­τμό­σφαι­ρα, ο «ο­λι­κός» χα­ρα­κτή­ρας του θε­ά­μα­τος που συν­δύ­α­ζε τη μου­σι­κή, τον χο­ρό και τον λό­γο, η χρη­σι­μο­ποί­η­ση της μά­σκας που προ­σέ­δι­δε στα πρό­σω­πα υ­πε­ράν­θρω­πα με­γέ­θη, η θρη­σκευ­τι­κή συ­γκί­νη­ση που δια­περ­νού­σε το κοι­νό, με­τέ­τρε­παν το θέ­α­τρο στον κατ’ ε­ξο­χήν χώ­ρο της «με­τα­βί­βα­σης». Υπ’ αυ­τή την έν­νοια, ο «φό­βος» και ο «οί­κτος» που α­να­φέ­ρει ο Α­ρι­στο­τέ­λης δεν πρέ­πει να ει­δω­θούν α­πό μια στε­νά ψυ­χο­λο­γι­κή σκο­πιά. Ο άν­θρω­πος μπο­ρεί να φο­βά­ται τό­σο τη δύ­να­μη αυ­τού που εί­ναι ε­ξω­τε­ρι­κό και τυ­χαί­ο ό­σο και τη δύ­να­μη που α­να­βλύ­ζει α­πό την ί­δια τη δι­κή του θέ­λη­ση, τη δι­κή του ε­λευ­θε­ρί­α. Στην τρα­γω­δί­α, αυ­τό που πράγ­μα­τι φο­βά­ται ο άν­θρω­πος δεν εί­ναι η δύ­να­μη της φρί­κης (το τε­ρα­τώ­δες, Ποι­η­τι­κή, 1453b), αλ­λά η η­θι­κή δύ­να­μη που κα­θο­ρί­ζε­ται α­πό τον ί­διο τον δι­κό του ε­λεύ­θε­ρο λό­γο. Ό­πως λέει ο Α­ρι­στο­τέ­λης, α­ντι­κεί­με­νο του τρα­γι­κού φό­βου εί­ναι «ο άν­θρω­πος ο ό­μοιος μας» με τον ο­ποί­ο μπο­ρού­με να ταυ­τι­στού­με. Α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, ο άν­θρω­πος πρέ­πει να αι­σθά­νε­ται δέ­ος μπρο­στά στη θεί­α τά­ξη του κό­σμου που ορ­θώ­νε­ται ε­να­ντί­ον του στην πα­ρα­μι­κρή πρό­κλη­ση. Γι’ αυ­τό, ο τρα­γι­κός οί­κτος δεν εί­ναι μο­νά­χα η συ­γκί­νη­ση που αι­σθά­νε­ται κα­νείς στη θέ­α του πό­νου και της δυ­στυ­χί­ας των άλ­λων, αλ­λά η συ­μπό­νια με ό,τι κα­τα­φα­τι­κό και υ­πο­στα­σια­κό υ­πάρ­χει σ’ αυ­τόν που υ­πο­φέ­ρει: και α­κρι­βώς πά­νω σ’ αυ­τό το α­γνό συ­ναί­σθη­μα της «α­γά­πης για τους αν­θρώ­πους» (φι­λάν­θρω­πον, Ποι­η­τι­κή 1452b) υ­ψώ­νε­ται η τρα­γι­κή α­ντί­λη­ψη του κό­σμου.
Ε­ξ άλ­λου, αυ­τός κα­θε­αυ­τός ο ό­ρος κά­θαρ­σις* μας πα­ρα­πέ­μπει σε μια α­πο­φα­σι­στι­κή ε­μπει­ρί­α της τα­ραγ­μέ­νης ε­πο­χής που προ­η­γή­θη­κε της γέν­νη­σης της τρα­γω­δί­ας: την ε­μπει­ρί­α του κα­κού ως μιά­σμα­τος. Στην αυ­γή της κλα­σι­κής ε­πο­χής, το συλ­λο­γι­κό μί­α­σμα α­πο­τε­λού­σε α­ντι­κεί­με­νο μιας πραγ­μα­τι­κής έμ­μο­νης ι­δέ­ας. Έ­τσι την Α­θή­να κα­τά­τρυ­χε για πολ­λές γε­νε­ές ως έμ­μο­νη ι­δέ­α η α­νά­μνη­ση της δο­λο­φο­νί­ας των ο­πα­δών του Κύ­λω­νος. Γνω­ρί­ζου­με ό­τι, με­τά την α­πο­τυ­χη­μέ­νη του α­πό­πει­ρα να ε­πι­βά­λει τυ­ραν­νί­δα (γύ­ρω στο 632), οι ο­πα­δοί του, που εί­χαν κα­τα­φύ­γει σ’ έ­να ιε­ρό, θα­να­τώ­θη­καν κα­τά πα­ρά­βα­ση του δι­καιώ­μα­τος στο ά­συ­λο. Η ιε­ρο­συ­λί­α αυ­τή βά­ρυ­νε για με­γά­λο διά­στη­μα το γέ­νος* των Αλ­κμε­ω­νι­δών, στους ο­ποί­ους έ­πε­φτε η ευ­θύ­νη γι’ αυ­τή την πρά­ξη· ο­λό­κλη­ρο το γέ­νος ε­ξο­ρί­στη­κε ε­πα­νει­λημ­μέ­να· δύ­ο φο­ρές, οι νε­κροί του ξε­θά­φτη­καν και εκ­διώ­χτη­καν α­πό την πά­τρια γη· δύ­ο αιώ­νες αρ­γό­τε­ρα, θα προ­σά­ψουν α­κό­μα στον Πε­ρι­κλή –που α­νή­κε στους Αλ­κμε­ω­νί­δες α­πό τη μη­τέ­ρα του– το κλη­ρο­νο­μι­κό μί­α­σμα της σφα­γής των Κυ­λω­νεί­ων: πρό­κει­ται για έ­να α­πό τα πο­λυά­ριθ­μα πα­θή­μα­τα* που αυ­τή η ε­πο­χή βί­ας και ύ­βρε­ως θα κλη­ρο­δο­τή­σει στη συλ­λο­γι­κή μνή­μη. Το 632, ο κρη­τι­κός Ε­πι­με­νί­δης –κατ’ ε­ξο­χήν «θεί­ος άν­δρας»– θα εί­ναι ε­κεί­νος που θα έρ­θει να ε­ξα­γνί­σει την πό­λη. Θα ά­ρει την κα­τά­ρα που πλα­νιό­ταν πά­νω α­πό την πό­λη θυ­σιά­ζο­ντας σχε­δόν πα­ντού λευ­κές και μαύ­ρες προ­βα­τί­νες· εί­ναι ε­πί­σης πο­λύ πι­θα­νό ό­τι η κά­θαρ­ση ε­πε­τεύ­χθη με την ε­ξι­λα­στή­ρια θυ­σί­α δύ­ο ε­θε­λο­ντών. Έ­ναν αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, η κυ­ριαρ­χί­α του Λό­γου* διέ­λυε αυ­τές τις ε­πι­βιώ­σεις της βάρβαρης ε­πο­χής και ο Η­ρά­κλει­τος μι­λού­σε πε­ρι­φρο­νη­τι­κά για «ε­κεί­νους που προ­σπα­θούν να ε­ξα­γνι­στούν α­πό το αί­μα μιαί­νο­ντας τον ε­αυ­τό τους με νέ­ο αί­μα». «Εί­ναι, έ­λε­γε, σαν, κά­ποιος που έ­πε­σε στη λά­σπη να θέ­λει να ξε­πλυ­θεί με λά­σπη» (α­πό­σπα­σμα 5). Και τό­τε έρ­χε­ται το θέ­α­τρο να α­να­λά­βει τις πρα­κτι­κές ε­ξα­γνι­σμού. Για­τί ο ρό­λος της τρα­γι­κής πα­ρά­στα­σης εί­ναι διτ­τός: ε­ξι­λα­στή­ρια θυ­σί­α προ­σφε­ρό­με­νη στην α­να­πό­τρε­πτη δυ­στυ­χί­α, α­φού ο τρα­γι­κός ή­ρω­ας εί­ναι ε­κεί­νος που ε­πε­λέ­γη για να εν­σαρ­κώ­σει το σφάλ­μα και τον πό­νο, και ταυ­τό­χρο­να θε­ο­δι­κί­α που προ­σφέ­ρει στον θε­α­τή τη θε­ϊ­κή ε­ξου­σί­α να κρί­νει, να κα­τα­δι­κά­ζει και να σώ­ζει. Η ε­νο­χή και η υ­πευ­θυ­νό­τη­τα θα ε­πα­νερ­μη­νευ­θούν στο φως της νέ­ας ε­μπει­ρί­ας της ε­λευ­θε­ρί­ας και, πέ­ρα α­πό τον α­πλό φό­βο και τον οί­κτο, η τρα­γω­δί­α θα φέ­ρει τη συμ­φι­λί­ω­ση μέ­σα α­πό την εκ­στα­τι­κή έ­νω­ση με την αιώ­νια δι­καιο­σύ­νη που δια­πο­τί­ζει με την α­πό­λυ­τη ε­ξου­σί­α της τη σχε­τι­κή νο­μι­μό­τη­τα των α­το­μι­κών στό­χων και πα­θών. Το τρα­γι­κό στον άν­θρω­πο δεν εί­ναι το γε­γο­νός της γέν­νη­σής του, ό­πως δί­δα­σκε η πα­λιά α­παι­σιό­δο­ξη σο­φί­α· ο άν­θρω­πος έ­χει δι­καί­ω­μα στην ύ­παρ­ξη, και το κα­κό, με την έν­νοια της δυ­στυ­χί­ας και του σφάλ­μα­τος, δεν εί­ναι μο­νά­χα μια α­πλή στέ­ρη­ση, μια έλ­λει­ψη γνώ­σης και συ­νεί­δη­σης, ό­πως θα σκε­φτεί ο σω­κρα­τι­κός ορ­θο­λο­γι­σμός: η Α­ντι­γό­νη δεν εί­ναι έ­να πλά­σμα δί­χως συ­νεί­δη­ση που χτυ­πή­θη­κε α­πό μια δαι­μο­νι­κή μη­χα­νή· πρό­κει­ται για τη δι­κή της, εν πλή­ρει συ­νει­δή­σει, ε­πι­λο­γή (αυ­το­γνω­στός, στ. 875), την «υ­πο­τα­γή στον δι­κό της νό­μο» (αυ­τό­νο­μος) που θα την ω­θή­σει να ο­λο­κλη­ρώ­σει το πε­πρω­μέ­νο της. Ο άν­θρω­πος εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος και η ε­λευ­θε­ρί­α του εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη για την τά­ξη του κό­σμου: α­κό­μα και ό­ταν ω­θεί­ται, ό­πως ο Οι­δί­πο­δας, σε μια πρά­ξη που έ­χει προ­κα­θο­ρι­στεί και προ­βλε­φθεί α­πό τους θε­ούς, αυ­τός δεν μπο­ρεί να μην αι­σθαν­θεί ε­λεύ­θε­ρος και υ­πεύ­θυ­νος. Ό­λοι οι τρα­γι­κοί ή­ρω­ες έ­χουν ε­ξί­σου το δι­καί­ω­μα να πράτ­τουν ό­πως πράτ­τουν, αλ­λά τα ι­διαί­τε­ρα δι­καιώ­μα­τά τους εί­ναι ου­σια­στι­κώς αμ­φι­λε­γό­με­να και α­ντι­φα­τι­κά· το δι­καί­ω­μα «με­τα­βι­βά­ζε­ται» (με­τα­βαί­νει) στην πο­ρεί­α της δρά­σης και κα­νέ­νας δεν μπο­ρεί να ξέ­ρει εκ των προ­τέ­ρων πό­τε και για­τί η δο­λο­φο­νί­α της Κλυ­ται­μνή­στρας, μοι­χα­λί­δας και φό­νισ­σας, θα πά­ψει να εί­ναι σω­τή­ρια εκ­δί­κη­ση για να με­τα­τρα­πεί σε βδε­λυ­ρή μη­τρο­κτο­νί­α. Σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, οι θε­οί εί­ναι ε­κεί­νοι που γνω­ρί­ζουν και κρί­νουν· ο τρα­γι­κός άν­θρω­πος α­ντι­κρί­ζει «με φό­βο και οί­κτο» τον δαι­μο­νι­κό κό­σμο της ύ­βρε­ως που φέ­ρει ε­ντός του, το γε­γο­νός ό­τι «θε­ρί­ζει δά­κρυα» και τη μοι­ραί­α εκ­μη­δέ­νι­σή του, ό­χι για να υ­ψώ­σει κραυ­γή ε­ξέ­γερ­σης, αλ­λά για να υ­πο­κλι­θεί μπρο­στά στον νό­μο της ζω­ής, ε­κεί­νο τον νό­μο που α­να­φέ­ρει ο Αι­σχύ­λος στο με­γά­λο χο­ρι­κό της Ο­ρέ­στειας:


«Δεν βρί­σκω (…) κα­νέ­ναν έ­ξω α­πό τον Δί­α, για να μπο­ρέ­σω α­λη­θι­νά το μά­ταιο να ξα­λα­φρώ­σω βά­ρος που σφίγ­γει την ψυ­χή μου… Αυ­τός ε­χά­ρα­ξε τον δρό­μο της φρο­νι­μά­δας στους θνη­τούς κι α­τρά­ντα­χτο τους έ­βα­λε νό­μο το πά­θος μά­θος. Α­κό­μη και στον ύ­πνο αρ­γο­στα­λά­ζει πι­κρός ο πό­νος στην καρ­διά μας, τις συμ­φο­ρές θυ­μί­ζο­ντας κι α­θέ­λη­τα στη φρό­νη­ση μας φέρ­νει. Των θε­ών που κά­θο­νται στον σε­βα­στό τους θρό­νο, σκλη­ρή ’ναι τού­τη η χά­ρη» (Α­γα­μέ­μνων, στ. 160-182).


Και α­κρι­βώς αυ­τή τη σο­φί­α που α­πο­κτιέ­ται στο σχο­λειό της ο­δύ­νης εν­σάρ­κω­νε η τρα­γω­δί­α. Πρέ­πει να πι­στέ­ψου­με πως, α­κό­μα στις αρ­χές του 5ου αιώ­να, η ο­δύ­νη που συσ­σω­ρεύ­τη­κε μέ­σα α­πό έ­ναν αιώ­να τα­ρα­χών και α­να­στα­τώ­σε­ων ή­ταν πο­λύ με­γά­λη για να μπο­ρεί ο λα­ός να την α­ντι­με­τω­πί­σει ά­με­σα. Ό­ταν, το 494, ο Φρύ­νι­χος, σύγ­χρο­νος και με­γα­λύ­τε­ρος σε η­λι­κί­α α­πό τον Αι­σχύ­λο, α­να­πα­ρέστη­σε την κα­τά­λη­ψη της Μι­λή­του α­πό τους Πέρ­σες –μια κα­τα­στρο­φή για την ο­ποί­α οι Α­θη­ναί­οι θε­ω­ρού­σαν τους ε­αυ­τούς τους εν μέ­ρει υ­πεύ­θυ­νους– το κοι­νό ξέ­σπα­σε σε λυγ­μούς και το κρά­τος διέ­τα­ξε να μην ξα­να­παι­χτεί α­πό κα­νέ­ναν αυ­τό το έρ­γο. Εί­ναι προ­φα­νές πως ο λα­ός δεν ή­ταν α­κό­μα σε θέ­ση να κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα το κα­κό. Χρειά­στη­καν δύ­ο προ­νο­μια­κά ι­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα για να μπο­ρέ­σει να αν­θή­σει πραγ­μα­τι­κά η τρα­γω­δί­α: για τους Έλ­λη­νες στο σύ­νο­λό τους, η νί­κη πά­νω στους Πέρ­σες και, για τους Α­θη­ναί­ους, η έ­λευ­ση της δη­μο­κρα­τι­κής πο­λι­τεί­ας* που με­τέ­βα­λε την πό­λη τους σε ε­κεί­νη την κοι­νό­τη­τα πο­λι­τι­σμού για την ο­ποί­α ο Πε­ρι­κλής έ­πλε­ξε το πε­ρί­φη­μο ε­γκώ­μιο που α­να­φέ­ρει ο Θου­κυ­δί­δης. Με­τά τον Μα­ρα­θώ­να και τη Σα­λα­μί­να, η πί­στη στο ι­δε­ώ­δες της δι­καιο­σύ­νης, που εμ­ψύ­χω­νε το νε­α­ρό κρά­τος, φαί­νε­ται να ε­πι­βε­βαιώ­νε­ται α­πό τους θε­ούς. Ο πό­λε­μος κα­τά των Περ­σών υ­πήρ­ξε για τους Έλ­λη­νες μια α­πο­φα­σι­στι­κή μά­χη για την ε­λευ­θε­ρί­α, και αυ­τό εί­ναι που τους έ­δω­σε τη δύ­να­μη να νι­κή­σουν. «Και ε­νώ η μοί­ρα ό­λης της Ελ­λά­δας βρι­σκό­ταν στην κό­ψη του ξυ­ρα­φιού, την δια­σώ­σα­με θυ­σιά­ζο­ντας τη ζω­ή μας», λέει η ε­πι­γρα­φή των Κο­ριν­θί­ων στο μνη­μεί­ο των θυ­μά­των της Σα­λα­μί­νας (Σι­μω­νί­δης, 95b) και το ί­διο αυ­τό συ­ναί­σθη­μα εκ­φρά­ζει ο Αι­σχύ­λος στους Πέρ­σες (στ. 396):

«Ε­μπρός, παι­διά των Ελ­λή­νων, λευ­τε­ρώ­στε πα­τρί­δα, τέ­κνα και γυ­ναί­κες, των θε­ών τα ιε­ρά, τους τά­φους των προ­γό­νων! Νυν υ­πέρ πά­ντων α­γών».

Στους Πέρ­σες, το φά­ντα­σμα του Δα­ρεί­ου προ­φη­τεύ­ει ό­τι οι σω­ροί των πτω­μά­των στα πε­δί­α των μα­χών της Ελ­λά­δας θ’ α­πο­τε­λέ­σουν μια προ­ει­δο­ποί­η­ση για τους ε­πι­γό­νους, δεί­χνο­ντας πως «στέ­κει ο Δί­ας βα­ρύς δι­καιο­κρί­της α­πό πά­νω και τη με­γά­λη υ­πε­ρο­ψί­α τσα­κί­ζει». Και τό­τε, ταυ­τό­χρο­να με τη δη­μο­κρα­τί­α, εμ­φα­νί­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά ο πραγ­μα­τι­κός πο­λι­τι­σμός της κλα­σι­κής ε­πο­χής.

  1. Θε­ο­γο­νί­α, στ. 97-103 (Εκ­δ. Ι. Π. Ζα­χα­ρό­που­λος, Μετ. Π. Λε­κα­τσά, Α­θή­να 1939).

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ