Αρχική » Η Άλωση της Τριπολιτσάς

Η Άλωση της Τριπολιτσάς

από Τάσος Χατζηαναστασίου

 Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη. Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των περί αυτής Χωρίων. 

Απόσπασμα (σσ. 92-100) από το βιβλίο των Τάσου Χατζηαναστασίου και Μαρία Κασιμάτη, Πολεμώντας το ’21, Εναλλακτικές Εκδόσεις (2021).


Μετά τη «μάχη της Γράνας», ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιξε ακόμη περισσότερο και πλέον οι Έλληνες είχαν φτάσει σε απόσταση βολής πυροβόλου. Κατασκευάστηκαν νέα ταμπούρια και χαρακώματα (γράνες), που περιόριζαν τη δράση του τουρκικού ιππικού. Γύρω από το χωριό Μαντζαγρά, στον σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο, έξι μόλις χιλιόμετρα βόρεια της Τριπολιτσάς, στήθηκε στρατόπεδο πεντακοσίων ανδρών υπό τον Δημήτριο Δεληγιάννη. Οι Μεσσήνιοι προωθήθηκαν κοντά στην Πύλη του Μυστρά, ενώ οι Αγιοπετρίτες από τον Άγιο Σώστη μαζί με τους Τσάκωνες υπό τον Γεωργάκη Μιχαλάκη στρατοπέδευσαν στο Πηγάδι της Βολιμής, και οι Τριπολιτσιώτες στη θέση Πετροβουνάκι, μεταξύ της Πύλης του Μυστρά και της Πύλης του Ναυπλίου. Έτσι, επιτεύχθηκε ο πλήρης αποκλεισμός. Εν όψει της πτώσης της Τριπολιτσάς, ολοένα και περισσότεροι άντρες κατέφθαναν στα ελληνικά στρατόπεδα. Ενισχύσεις όμως έφτασαν και από το εξωτερικό: όπως οι Γάλλοι Ρεμπό και Βουτιέ, που είχαν έρθει στην Ελλάδα μαζί με τον Μαυροκορδάτο, κυρίως όμως ο Άγγλος συνταγματάρχης Θωμάς Γκόρντον που έφερε μαζί του όπλα και πολεμοφόδια και ο οποίος στη συνέχεια κατέγραψε τα γεγονότα. Τα γεγονότα κατέγραψε και ο Γάλλος Ρεμπό, ο οποίος, όπως είδαμε παραπάνω, είχε κάποιες γνώσεις στη χρήση των κανονιών κι έμελλε να είναι και αυτόπτης μάρτυρας της άλωσης της πόλης.
Τα γεγονότα της «Άλωσης της Τριπολιτσάς», όπως έχει μείνει στην Ιστορία, έχουν περιγραφεί από τους κυριότερους πρωταγωνιστές της και, φυσικά, από τον Κολοκοτρώνη. Η αφήγηση του επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων, αν και όχι πάντοτε ακριβής, μοιάζει αφοπλιστικά ειλικρινής. Οι Έλληνες, παρότι είχαν περιζώσει από παντού την πόλη, δεν είχαν τις δυνάμεις να την καταλάβουν με έφοδο. Οι Τούρκοι από τη μεριά τους, παρά το γεγονός ότι πιέζονταν από τις ελλείψεις σε τρόφιμα, αλλά και τις επιδημίες, κυρίως του τύφου, που θέριζε τους πολιορκημένους, αρχικά δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να διαπραγματευτούν είτε γιατί φοβούνταν τις συνέπειες από την κεντρική οθωμανική διοίκηση είτε γιατί, μετά από τόσο αίμα που είχε χυθεί, δεν είχαν εμπιστοσύνη στους Έλληνες. Τη λύση στο αδιέξοδο έδωσαν οι Αλβανοί στρατιώτες, που όντας το πιο αξιόμαχο σώμα του τουρκικού στρατού, φαίνεται πως δεν ήταν ικανοποιημένοι από την αμοιβή τους, ούτε διατεθειμένοι να διακινδυνεύουν άλλο τη ζωή τους για το χατίρι του σουλτάνου ή για να σώσουν το χαρέμι του Χουρσίτ Πασά. Κατά τα λεγόμενα των Κολοκοτρώνη και Φωτάκου, είχαν συγκεντρώσει μια όχι ευκαταφρόνητη περιουσία, την οποία ήθελαν να διαφυλάξουν και να τη μεταφέρουν στην πατρίδα τους, οπότε την εμπιστεύτηκαν στον Κολοκοτρώνη!
Άρχισαν, λοιπόν, να έρχονται σε μυστικές διαπραγματεύσεις μαζί του κι αυτός ενημέρωσε τους προκρίτους πριν δώσει, όπως λέει, τον λόγο της τιμής του, να δώσει δηλαδή «μπέσα», κατά την έκφραση της εποχής, στους Αλβανούς. Αυτοί ζητούσαν να τους επιτραπεί να φύγουν με τον οπλισμό τους για την Ήπειρο και να πολεμήσουν στο πλευρό του Αλή Πασά, ενώ οι ντόπιοι Τούρκοι να εξέλθουν άοπλοι. Οι τελευταίοι, όταν αντιλήφθηκαν τις διαπραγματεύσεις των «άθεων» (όπως τους χαρακτηρίζουν οθωμανικές πηγές της εποχής) Αλβανών, ζήτησαν να συμπεριληφθούν κι εκείνοι στη συμφωνία. Το προηγούμενο της παράδοσης του κάστρου της Μονεμβασιάς, στις 23 Ιουλίου, όπου ο Τούρκοι εξήλθαν συγκροτημένα και ανενόχλητοι αναχώρησαν για τη Μικρά Ασία, ύστερα από διαπραγματεύσεις, επέτρεπε μια σχετική αισιοδοξία, ενώ η παρουσία του Υψηλάντη παρείχε κάποια εγγύηση.
Η απομάκρυνση του τελευταίου από την περιοχή, ενώ ακόμη διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις, μαζί με το σύνολο σχεδόν των Φιλελλήνων και των σπουδαστών που τον συνόδευαν εξαρχής, για να συμμετάσχει σε, εντελώς άδοξες, όπως εξελίχθηκαν, επιχειρήσεις στον Κορινθιακό, γεννά πολλά ερωτήματα. Έτσι, ο πρίγκιπας δεν πήρε μέρος στις διαπραγματεύσεις, ούτε στα γεγονότα της άλωσης. Με απόντα τον Υψηλάντη, τους Φιλέλληνες και τους νέους στρατιώτες, με τους οποίους ο πρίγκιπας φιλοδοξούσε να συγκροτήσει τακτικό στρατό, οι πολιορκημένοι είχαν απέναντί τους τον Κολοκοτρώνη, τους οπλαρχηγούς και τους προκρίτους, κυρίως όμως έναν ανεξέλεγκτο και, όπως αποδείχθηκε, φονικότατο παράγοντα: ένα ανυπόμονο πλήθος χιλιάδων ατάκτων, που είχαν περιζώσει την πόλη, όπως οι λύκοι το πληγωμένο τους θήραμα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, η αποτυχία των διαπραγματεύσεων, ή έστω η παράτασή τους, έμελλε να έχει τραγικές συνέπειες για την πιο αδύναμη πλευρά. Η σφαγή των Τούρκων στο Νεόκαστρο της Πύλου στις 9 Αυγούστου 1821, παρότι είχαν γίνει διαπραγματεύσεις για την παράδοσή τους και είχε συμφωνηθεί η ασφαλής μετάβασή τους στην Αίγυπτο, προδιέγραφε και την τύχη των πολιορκημένων στην Τριπολιτσά.
Στις διαπραγματεύσεις, οι Τούρκοι ζητούσαν κυρίως να τους επιτραπεί η ασφαλής μετάβαση στο Ναύπλιο κι από κει στη Σμύρνη μαζί με τον οπλισμό και μέρος της κινητής τους περιουσίας, αλλά οι πρόκριτοι και οι οπλαρχηγοί προέβαλλαν τους δικούς τους όρους. Από τη μεριά τους, οι Αλβανοί, εμπιστευόμενοι την τύχη και την περιουσία τους στον Κολοκοτρώνη, είχαν ήδη αποφασίσει να φύγουν και ως εγγύηση ζήτησαν να πάρουν μαζί τους τον Πλαπούτα. Στο μεταξύ, οι Τούρκοι είχαν συγκαλέσει σύσκεψη το απόγευμα της Πέμπτης, 22 Σεπτεμβρίου, η οποία συνεχίστηκε και την επομένη στη διάρκεια της οποίας η άμυνα της πόλης είχε χαλαρώσει, καθώς υποτίθεται ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις.
Στις 23 Σεπτεμβρίου, πάντα κατά την αφήγηση του Κολοκοτρώνη, περίπου δυόμισι χιλιάδες Αλβανοί άρχισαν να βγαίνουν από την πόλη για να περάσουν στον Μύτικα μαζί με τον Πλαπούτα. Ενώ, λοιπόν, εκείνοι εγκατέλειπαν την πόλη, μέσα στη σύγχυση που επικράτησε, οι Έλληνες, που είχαν φτάσει πια σε απόσταση αναπνοής, καθώς αρκετοί απ’ αυτούς, με την ανοχή των οπλαρχηγών τους, αντάλλασσαν το προηγούμενο διάστημα με τους Τούρκους της πόλης τρόφιμα με όπλα και πυρομαχικά, και η παρουσία τους είχε καταστεί ένα σύνηθες φαινόμενο, άρχισαν να εισέρχονται τώρα σ’ αυτήν, λίγοι και προσεχτικά στην αρχή, περισσότεροι και πιο ορμητικά στη συνέχεια, χωρίς κανένας να μπορεί να τους συγκρατήσει.
Τοιουτοτρόπως, αι διαταγαί των ανωτέρων δεν ηκούοντο και δε διακρινόταν ποίος ήτο ανώτερος.
Ο πρώτος που ανέβηκε στο τείχος, στην «Τάπια του Ναυπλίου», ήταν ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας, που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του Τούρκου τοπτσή (πυροβολητή). Όπως είδαμε, οι Τσάκωνες και οι Αγιοπετρίτες είχαν λάβει θέσεις στη Βολιμή, μόλις ένα τέταρτο από την πόλη, και αυτοί ήταν οι πρώτοι που μπήκαν. Η άμυνα των Τούρκων χωρίς τους Αλβανούς είχε καταρρεύσει και συνεχίστηκε απελπισμένα από τα σπίτια και κυρίως στο σεράι όπου είχαν κλειστεί οι επικεφαλής των Τούρκων και τριακόσιοι περίπου Αλβανοί, για να συντριβεί σύντομα από τον όγκο των επιτιθέμενων, που είχαν φτάσει ή και ξεπεράσει τις είκοσι χιλιάδες. Πολλά σπίτια πυρπολήθηκαν μαζί με τους ενοίκους τους. Ο Κολοκοτρώνης υπερασπίστηκε τους Αλβανούς που είχαν μείνει στην πόλη, επικαλούμενος την «μπέσα» που είχε δώσει, αλλά αυτό που επικράτησε ήταν η σφαγή και η λεηλασία. Οι Αλβανοί ολοκλήρωσαν τελικά την έξοδό τους ως συγκροτημένο σώμα και πήγαν, με συνοδεία Ελλήνων με τον Πλαπούτα επικεφαλής, ως το Αίγιο και στη συνέχεια πέρασαν στη Ρούμελη ασφαλείς. Οι μόνοι που φαίνεται πως θανατώθηκαν ήταν αυτοί του σεραγιού, γιατί δεν πίστευαν ή δεν αναγνώριζαν μέσα στη σύγχυση τον Κολοκοτρώνη, που, σύμφωνα με τον Φωτάκο, τους φώναζε: «Να είναι το κρίμα εις τον λαιμόν τους, κι εγώ δεν είμαι παραβάτης (της μπέσας)». Τελικά κάηκε και το σεράι, είτε από πρόθεση είτε επειδή ξέφυγε η πυρκαγιά,
ἀλλ’ ὁποιαδήποτε κι αν ἧτο ἡ αἰτία, τό ἀποτέλεσμα ἐπάγει τόν συλλογισμόν ὅτι ἡ ἔδρα τῆς τυραννίας, ὡς καί ἡ τυραννία αὐτή, ἀποτεφρώθησαν και ἠφανίσθησαν, διότι αὐτή εἶναι τέλος πάντων ἡ τύχη τῶν τυράννων,
παρατηρεί ο Σπηλιάδης.
Πίσω στην πόλη, το ασκέρι όπου ήτον μέσα το Ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή ως Κυριακή, γυναίκες και παιδιά και άνδραις, 32.000, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτζάς,
γράφει ο Κολοκοτρώνης. Ο αριθμός αυτός είναι οπωσδήποτε υπερβολικός, χωρίς να φτάνει τις ακρότητες των τουρκικών πηγών που ανεβάζουν τα θύματα σε σαράντα χιλιάδες σε μία πόλη που δεν ξεπερνούσε σε συνολικό πληθυσμό αυτόν τον αριθμό! Όπως είναι φυσικό, από τουρκικής πλευράς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις σφαγές.
Όπως υπολογίζει ο Γκόρντον, περισσότεροι από τους μισούς πολιορκημένους, Τούρκους και Εβραίους, που είχαν επιζήσει ως τότε, από τις συγκρούσεις, αλλά και τις επιδημίες, δηλαδή περίπου οχτώ χιλιάδες, σφαγιάστηκαν μέσα στην Τρίπολη, ενώ άλλες δυτικές πηγές κάνουν λόγο για δέκα χιλιάδες θύματα. Ο Γάλλος Ρεμπό αναφέρει επίσης τη σφαγή δύο χιλιάδων γυναικοπαίδων που είχαν μεταφερθεί σε παρακείμενη κοιλάδα. Όσοι σώθηκαν, το οφείλουν κυρίως στον προσωπικό αγώνα του Κολοκοτρώνη κι άλλων οπλαρχηγών και των προκρίτων που τους πήραν υπό την προστασία τους. Τη σωτηρία αμάχων με προσωπική του παρέμβαση μνημονεύει και ο Ρεμπό. Οι επικεφαλής των Τούρκων που συνελήφθησαν ζωντανοί παραδόθηκαν σε οικογένειες επιφανών Ελλήνων ως όμηροι, ενώ αρκετοί από τους συλληφθέντες κρατήθηκαν αιχμάλωτοι ως την καταστροφή της Χίου, τον Απρίλιο του 1822, οπότε και εκτελέστηκαν. Με βάση τα οθωμανικά αρχεία, ενενήντα εφτά αιχμάλωτοι των προκρίτων απελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση των βρετανικών προξενικών αρχών τέσσερις μήνες αργότερα, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση τριακοσίων Ελλήνων αιχμαλώτων και την καταβολή σημαντικού χρηματικού ποσού.

Σκίτσο: Νικόλας Δημητριάδης


Η λαφυραγωγία ολοκλήρωσε το σκηνικό της καταστροφής. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των Ελλήνων που εισέβαλαν στην πόλη, ο Νικηταράς περηφανευόταν ότι από την Τριπολιτσά δεν καταδέχτηκε να πάρει λάφυρα, στάση που χαρακτήρισε ολόκληρη την πορεία του στον Αγώνα. Ήταν όμως η εξαίρεση. Ο Κολοκοτρώνης είχε υπόψη του να συγκεντρωθούν τα λάφυρα και να γίνει κατανομή τους στα σώματα των ενόπλων και στις επαρχίες από μία κεντρική διαχείριση, «αλλά ποιος άκουσε;», όπως λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος. Ο ίδιος δεν αναφέρεται σε συμφωνία των ισχυρότερων οπλαρχηγών και των προκρίτων για την κατανομή των λαφύρων, ωστόσο είναι πολύ πιθανόν πως πράγματι υπήρξε. Σύμφωνα με τον Φιλήμονα, που αντλεί πληροφορίες από τον πρωτεργάτη της Φιλικής Εταιρείας Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, που ήταν στην Τριπολιτσά, οι μικρότεροι οπλαρχηγοί έσπευσαν να καταλάβουν εξ εφόδου την πόλη για να πάρουν τα λάφυρα που πίστευαν πως θα ιδιοποιούνταν οι «μεγάλοι». Ο Κολοκοτρώνης είχε, όπως και άλλοτε –το είδαμε και στη «μάχη της Γράνας»– επιχειρήσει να αποτρέψει τη ροπή των πολεμιστών του στη λαφυραγωγία, χωρίς αποτέλεσμα, πόσο μάλλον τώρα, όταν χιλιάδες ασυγκράτητοι πολεμιστές επέπεσαν στους ανυπεράσπιστους για πρώτη φορά Τούρκους. Κατά τα λεγόμενά του, που, ωστόσο, επιβεβαιώνονται και από άλλες πηγές, κινδύνεψε και ο ίδιος για να διασώσει τους Αλβανούς που τον είχαν εμπιστευτεί, δίνοντας «μπέσα». Το ίδιο κινδύνεψαν και άλλοι Έλληνες που γύρεψαν να προστατέψουν Τούρκους από τη μανία του πλήθους. Για όλες τις αγριότητες που διαπράχθηκαν, η παρακάτω φράση ίσως να συνοψίζει τα αισθήματα όσων, όπως ο Κολοκοτρώνης, δεν συμφωνούσαν με την άσκοπη αιματοχυσία, επί δικαίους και αδίκους:
Όταν εμβήκα εις την Τριπολιτζά, με έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο όπου κρέμαγαν τους Έλληνας, αναστέναξα και είπα: άιτε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθησαν εκεί, και διέταξα και τον έκοψαν· επαρηγορήθηκα και διά τον σκοτομόν των Τουρκών.
Ειλικρινής ή όχι, και μόνο ότι αισθάνθηκε την ανάγκη να το καταθέσει έχει την αξία του. Την ίδια συμπόνια για τα πάθη των εχθρών εκφράζει και ο Σπηλιάδης:
σωρός μέγας τοιούτων πτωμάτων πάσης ἡλικίας καί ἀμφοτέρων τῶν γενῶν ἐκίνει τόν θεατήν εἰς δάκρυα.
Όσο για τη σφαγή των Εβραίων στην πόλη, το πιθανότερο είναι ότι αυτή οφειλόταν στο θρησκευτικό μίσος: «Διά την σταύρωσιν του Ιησού Χριστού», αλλά και στην ταύτισή τους, από τους χριστιανούς Έλληνες, με την οθωμανική εξουσία:
διά τάς νεωστί γενομένας ὑπ’ αὐτῶν κατά τῶν Ἑλλήνων ὕβρεις εἰς Κωνσταντινούπολιν καί ἰδίως διά τόν ἐμπαιγμόν τόν ὁποῖον ἔκαμαν εἰς τό πτῶμα τοῦ ἀπαγχονισθέντος Πατριάρχου Γρηγορίου,
γράφει ο Φωτάκος, που παραθέτει επίσης μια σειρά από άλλες βιαιοπραγίες των Εβραίων εις βάρος Χριστιανών σε διάφορα μέρη. Γενικότερα δε, δικαιολογεί τις σφαγές, τόσο των Τούρκων όσο και των Εβραίων, ως πράξεις αντεκδίκησης. Παρότι ούτε εδώ έλειψαν οι περιπτώσεις διάσωσης Εβραίων και των οικογενειών τους από ορισμένους οπλαρχηγούς, η αλήθεια είναι ότι οι Εβραίοι της Τριπολιτσάς αντιμετωπίστηκαν όπως ακριβώς και οι Τούρκοι που έμειναν στην πόλη.
Σε αντίθεση με τους Έλληνες, οι ξένοι που έζησαν τα γεγονότα δεν βρίσκουν καμία δικαιολογία για τις σφαγές, που τους προκάλεσαν αποτροπιασμό και τις καταδίκασαν απερίφραστα. Μάλιστα, ο Γκόρντον θα εγκαταλείψει αγανακτισμένος την Ελλάδα για να επιστρέψει, όμως, πέντε χρόνια αργότερα. Μπορούμε να αντιληφθούμε την απογοήτευση των ρομαντικών Φιλελλήνων αγωνιστών, που στην πλειοψηφία τους είχαν λάβει κλασική παιδεία, όταν συνειδητοποίησαν ότι, αυτό που φαντάζονταν για την Ελλάδα και τους Έλληνες, ελάχιστη σχέση είχε με την πραγματικότητα. Υποθέτουμε ότι δεν περίμεναν να συναντήσουν τον Μιλτιάδη και τον Θεμιστοκλή, αλλά σίγουρα θα ήταν οδυνηρό γι’ αυτούς να βλέπουν ότι οι απόγονοί τους, μόλις απέκτησαν το πλεονέκτημα εις βάρος των πρώην δυναστών τους, συμπεριφέρθηκαν σαν αιμοσταγείς εγκληματίες και απλοί πλιατσικολόγοι. Η διαφορά εμπειριών, η παντελής άγνοια των συνθηκών ζωής των ραγιάδων στην Τουρκοκρατία, η παιδεία τους γενικότερα, καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη την κατανόηση της συμπεριφοράς των Ελλήνων. Επαγγελματίες στρατιωτικοί πολλοί από τους Φιλέλληνες, ήταν αδύνατον να συμβιβαστούν με τα πολεμικά ήθη των Ελλήνων.
Σε ό,τι αφορά τους ιστορικούς είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μπρούερ χαρακτηρίζει «άνευ προηγουμένου» τις σφαγές, προφανώς γιατί, ως Βρετανός, αγνοεί συνειδητά ή ασυνείδητα τις εξεγέρσεις σκλάβων και τη φρίκη που τις συνόδευε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η επανάσταση στην Αϊτή, το 1791, που κατέληξε στη μαζική σφαγή και τον εκτοπισμό των Γάλλων αποικιοκρατών. Καθόλου τυχαίο γεγονός ότι η κυβέρνηση της Αϊτής, το Χαΐτιον, κατά την ελληνική ορολογία της εποχής, υπήρξε η πρώτη στον κόσμο που αναγνώρισε την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος το 1822.
Αξιοσημείωτες είναι και οι παρατηρήσεις του Μοραβή Γιουσούφ Μπέη, Οθωμανού κρατικού αξιωματούχου, που βρισκόταν ανάμεσα στους πολιορκημένους Τούρκους του Ναυπλίου, η αφήγηση του οποίου κυκλοφόρησε το 2019 σε ελληνική μετάφραση. Ο Γιουσούφ αποδίδει την καταστροφή του μουσουλμανικού νεκροταφείου της Τριπολιτσάς «στην αποστροφή και το μίσος που βρισκόταν μέσα τους εδώ και τετρακόσια χρόνια», υιοθετώντας ουσιαστικά την κυρίαρχη ερμηνεία της ελληνικής πλευράς. Στη μαρτυρία του ομολογείται απερίφραστα το καθεστώς δουλείας των ραγιάδων, όρος που ενώ αρχικά περιελάμβανε και τους μουσουλμάνους χωρικούς, από τον 18ο αιώνα περιορίστηκε σταδιακά να αφορά αποκλειστικά τους χριστιανούς. Αποδίδει δε την πτώση της Τριπολιτσάς στη διχόνοια που ξέσπασε στο τουρκικό στρατόπεδο μεταξύ του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά και του καϊμακάμη (του αναπληρωτή διοικητή της πόλης), Σαλίχ Αγά και βέβαια στην αλβανική «παρασπονδία»:
Εκτός αυτού η τάξη των Αλβανών, εξαιτίας της απληστίας, της πλεονεξίας και της αστάθειας που τη χαρακτήριζαν ανέκαθεν, επιδιδόταν σε κάθε είδους ατιμία, σε αυθαιρεσίες κατά της τιμής των κατοίκων του τόπου, σε φανερή λεηλασία των περιουσιών τους, και εν γένει σε παρόμοιες απεχθείς πράξεις.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι σφαγές που ακολούθησαν και η εκτός ελέγχου λαφυραγωγία αποτελούν αγριότητες, που, ωστόσο, ούτε ακυρώνουν το δίκιο του Αγώνα ούτε αντισταθμίζουν τις αγριότητες των αντιπάλων, πόσο μάλλον την ίδια την Τουρκοκρατία, όπως υποστηρίζεται από κάποιες πλευρές τα τελευταία χρόνια, που υιοθετούν μια λογική… εθνικού αυτομαστιγώματος. Σε κάθε περίπτωση, ρόλος της Ιστορίας δεν είναι αυτός του δικαστηρίου, να καταδικάζει ή να δικαιολογεί και να αθωώνει πρόσωπα και πράγματα, αλλά να εκθέτει τα γεγονότα και να επιχειρεί να τα ερμηνεύσει στο πλαίσιο πάντα της εποχής τους. Μ’ αυτήν την έννοια, οι σφαγές και η λεηλασία της Τριπολιτσάς είτε δεν κατέστη δυνατόν να εμποδιστούν, όπως είναι και το πιθανότερο, είτε υπήρξε ανοχή από την ηγεσία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων, σε κάθε περίπτωση, αποκάλυψαν το σωρευμένο μίσος, που προφανώς υπήρχε, και βρήκε έτσι τρόπο να εκτονωθεί, εις βάρος των πρώην δυναστών, ενώ μέσω της διαρπαγής, «οἱ βιαιότεροι καί τυχηρότεροι ἐπήραν καί τά πλειότερα λάφυρα», γράφει χαρακτηριστικά ο Σπηλιάδης. Τέλος, θα πρέπει επιτέλους ν’ απαλλαγούμε από την εντελώς εκτός τόπου και χρόνου απαίτηση …ιπποτικής συμπεριφοράς εκ μέρους των επαναστατημένων Ελλήνων σ’ ένα ιστορικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, όπως αυτό της οθωμανικής κυριαρχίας και ειδικά στην Πελοπόννησο, όπου ο τόπος είχε υποφέρει, αλλά και γαλουχηθεί με την ωμή βία των κατακτητών.
Σε ό,τι αφορά το κατά πόσον οι σφαγές ωφέλησαν ή ζημίωσαν τον Αγώνα, αυτό δεν μπορεί εύκολα να το κρίνει κανείς. Το σίγουρο είναι ότι το υπό διαμόρφωση εθνικό ταμείο δεν είχε τα αναμενόμενα έσοδα. Στον δε διεθνή χώρο, υπήρξαν ποικίλες αντιδράσεις, καθώς, για παράδειγμα, ο βρετανικός Τύπος καταδίκασε τη συμπεριφορά των Ελλήνων, ενώ στον γαλλικό οι σφαγές θεωρήθηκαν δικαιολογημένες. Για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις στην Αγγλία και την Ευρώπη γενικότερα, η προσωρινή ελληνική κυβέρνηση θεώρησε σκόπιμο να εκδώσει στο Λονδίνο ανακοίνωση στα αγγλικά και στα ελληνικά με τίτλο: «οι Έλληνες στην Τριπολιτσά», στην οποία ανέπτυσσε τη δική της ερμηνεία για τα γεγονότα.
Σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον πόλεμο, είναι αδύνατον να πούμε με βεβαιότητα, όπως κάνουν ορισμένοι, ότι, εάν δεν είχαν σημειωθεί σφαγές, οι Τούρκοι στα υπόλοιπα κάστρα θα παραδίδονταν ευκολότερα στους Έλληνες. Δεν φαίνεται πάντως να επηρέασαν ιδιαίτερα τις εξελίξεις, στον βαθμό που οι τουρκικές αντιδράσεις θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, το ίδιο βίαιες και απάνθρωπες με πριν. Το σίγουρο είναι ότι, από ελληνικής πλευράς, δεν υπήρξε ανάλογο γεγονός σε τέτοια έκταση στη συνέχεια. Το ότι τα γεγονότα της Τριπολιτσάς δεν επέτρεπαν κανενός είδους πλέον συμβιβασμό με την οθωμανική εξουσία, όπως έχει υποστηριχτεί, είναι επίσης σχετικό, καθώς είχαν προηγηθεί ο απαγχονισμός και η διαπόμπευση του πατριάρχη ανήμερα του Πάσχα και οι εκτεταμένες σφαγές στην Πόλη και σε μια σειρά από πόλεις. Ο Αγώνας ήταν από το ξεκίνημά του αγώνας για «Ελευθερία ή Θάνατο».
Ενδεικτικό, πάντως, της ελληνικής αντίληψης, που, έστω κατόπιν εορτής, στέκεται με σεβασμό απέναντι στον πόνο του αντιπάλου για τα παθήματά του από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, είναι το δημοτικό τραγούδι το αφιερωμένο σ’ έναν από τους αρχηγούς των τουρκικών δυνάμεων στην Τριπολιτσά, «του Κιαμήλμπεη», απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε εδώ:
Πήραν τά κάστρα πήραν τα, πήραν καί τά δερβένια
πήραν καί τήν Τριπολιτσά, τήν ξακουσμένη χώρα.
Κλαίνε στούς δρόμους Τούρκισσες, πολλές Εμιροπούλες,
κλαίει καί μια χανούμισσα τόν δόλιο τόν Κιαμήλη.
-Αχ! ποῦ ’σαι καί δε φαίνεσαι, καμαρωμένε ἀφέντη;
Πρόκειται για ένα ήθος που έρχεται να συναντήσει την αρχαία ελληνική παράδοση, όπως τη βρίσκουμε στους Πέρσες του Αισχύλου, ενώ θυμίζει έντονα τις Τρωάδες του Ευριπίδη. Μέσα στην αγριότητα του πολέμου, του «βίαιου διδασκάλου», όπως τον χαρακτήρισε ο Θουκυδίδης, ο λαϊκός ποιητής θρηνεί τις συμφορές του εχθρού, μιλώντας μέσα από το στόμα μιας γυναίκας, του αιώνιου προτύπου των αθώων θυμάτων του πολέμου.
Η άλωση της Τριπολιτσάς, όπως έχει μείνει στην Ιστορία, αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική επιτυχία με δεδομένες τις αδυναμίες και τις ελλείψεις του επαναστατημένου έθνους. Αν αναλογιστεί κανείς ότι η πλειοψηφία των αντρών που στρατολογούνταν ήταν άοπλοι, τα όπλα και τα πολεμοφόδια που έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων κάλυψαν σε μεγάλο βαθμό τις άμεσες ανάγκες. Ο Κολοκοτρώνης ορίστηκε φρούραρχος της πόλης και μετά την επιστροφή του Υψηλάντη, στις 6 Οκτωβρίου, η Επανάσταση απέκτησε μια ισχυρή έδρα, όπως ακριβώς είχε σχεδιαστεί, ενώ χρειάστηκε παραπάνω από ένας μήνας για να μπορέσει η πόλη ν’ αρχίσει να ξαναβρίσκει τους φυσιολογικούς ρυθμούς της, κοινωνικά και οικονομικά.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ