Το κείμενο αποτελεί το πόρισμα της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του Κινήματος Άρδην που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020 στην Αθήνα. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρήξη (φ. 157).

1 Είναι προφανές, μετά από μια δεκαετία βαθύτατης οικονομικής κρίσης και υποβάθμισης, εκπτώχευσης μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού, οικονομικής και κοινωνικής αποσάθρωσης των μεσαίων στρωμάτων, εκχώρησης της εθνικής περιουσίας, καταστροφής του παραγωγικού ιστού, φυγής των νέων, επίτασης της δημογραφικής κατάρρευσης και μεταβολής της χώρας σε χώρα περιορισμένης κυριαρχίας, σε «αποικία χρέους» κυριολεκτικώς, έχουμε εισέλθει σε μια νέα περίοδο κατά την οποία η πυξίδα των κυρίαρχων αντιθέσεων μετακινείται προς τα μεγάλα εθνικά ζητήματα και αφορούν στην ίδια την επιβίωση του ελληνικού έθνους.

2 Οι σαρωτικές γεωπολιτικές ανατροπές, τόσο σε πλανητικό πεδίο, όσο και στο πεδίο της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, επιτάσσουν στους Έλληνες να αναθεωρήσουν παγιωμένες νοοτροπίες και παραδοχές, εφόσον επιθυμούν να παραμείνουν στοιχειωδώς αυτεξούσιοι. Η υποχώρηση της δυτικής ηγεμονίας, και η αναδυόμενη πολυπολικότητα που έρχεται να υποκαταστήσει την μονοπολική παγκοσμιοποίηση, αφήνει ένα κενό ισχύος που επιτρέπει στην Τουρκία να παίξει το χαρτί της καθοδήγησης του μουσουλμανικού κόσμου, όπως έκανε και επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Την ίδια στιγμή, οι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους στήριζε η Ελλάδα, σε όλες τις κυβερνήσεις της ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, την γεωπολιτική της σταθερότητα και ασφάλεια το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε. βρίσκονται σε κρίση συνοχής και προσανατολισμών, μια κρίση που δεν είναι παρά μια ακόμα ένδειξη της κρίσης και της συνολικής υποχώρησης της Δύσης.

3 Παράλληλα η νέα μεγάλη «μετακίνηση των λαών» μέσω των τεράστιων προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων, ανατρέπει τις πατροπαράδοτες εθνικές ταυτότητες, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, και επιτείνει τις γεωπολιτικές αναταράξεις. Μετακίνηση που, ιδιαίτερα στις ζώνες της επαφής μεταξύ των διαφορετικών κόσμων, όπως είναι η Ελλάδα, διαπλέκει άμεσα και αξεδιάλυτα τα ζητήματα της εθνικής ταυτότητας, με τα ζητήματα των γεωπολιτικών ανατροπών. Έτσι στην Ελλάδα το μεταναστευτικό-προσφυγικό ζήτημα δεν θέτει μόνο ζητήματα εσωτερικής εθνικής και κοινωνικής συνοχής αλλά αποτελεί και μείζον όπλο της τουρκικής στρατηγικής.

4 Τα γεγονότα αυτά καθιστούν επίκαιρη και αναγκαία όσο ποτέ, την διαμόρφωση μιας πάγιας εθνικής στρατηγικής για την αποτροπή του τουρκικού επεκτατισμού σε όλες του τις διαστάσεις. Το στοίχημα αυτό αποτελεί «αγώνα επιβίωσης» για τον ελληνισμό στον 21ο αιώνα, και πρέπει να καταστεί το κεντρικό αντικείμενο της ελληνικής πολιτικής από το οποίο και εξαρτώνται όλες οι στρατηγικές μας επιλογές. Εξ άλλου, η εθνική αυτεξουσιότητα αποτελεί για κάθε κοινωνία πρωταρχική προϋπόθεση για την διασφάλιση αυτοδιάθεσης, λαϊκής κυριαρχίας και δημοκρατίας.
Η Τουρκία κατάφερε να παγιώσει σε βάρος μας έναν άνισο συσχετισμό ισχύος κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Αρχικώς ανεχτήκαμε την εισβολή και κατοχή της ελληνικής Κύπρου. Εν συνεχεία βυθιστήκαμε στον ύπνο της παγκοσμιοποίησης, βλέποντας όνειρα εκσυγχρονιστικού νεοπλουτισμού, και τέλος τα δέκα χρόνια της κατάρρευσης, επικεντρωθήκαμε μυωπικά και στρεβλά μόνο στις οικονομικές παραμέτρους της κρίσης. Έτσι βρεθήκαμε ιδιαίτερα εξασθενημένοι με αποτέλεσμα η ανατροπή του εις βάρος μας συσχετισμού ισχύος, στο άμεσο μέλλον να  απαιτεί μια πολιτική ελιγμών, εκμετάλλευσης των παγιωμένων διεθνών συσχετισμών, αντιμετώπισης του ασύμμετρου μεταναστευτικού πολέμου, αλλά και άμεσης ισχυροποίησης των ενόπλων δυνάμεων που θα κάνουν απαγορευτικό το κόστος που θα πρέπει να καταβάλει η Τουρκία για να μας υποτάξει. Μόνο έτσι μπορούμε να κερδίσουμε χρόνο ώστε να ανατάξουμε τη δημογραφία, την οικονομία την κοινωνία και τις συμμαχίες μας σε μακροπρόθεσμη βάση.

5 Προκειμένου να αντιμετωπίσει την Τουρκική πολιτική, η Ελλάδα οφείλει να υλοποιήσει ένα γεωπολιτικό «αντάρτικο». Η στρατηγική της πρέπει να παραμείνει πολύπλευρη, πολυκεντρική, απρόβλεπτη, – προπάντων όμως, να είναι Ελληνική και αυτοδύναμη.
Κατ’ αρχάς στο ευρωπαϊκό πεδίο πρέπει να ενισχύσουμε άμεσα στη στρατηγική συμμαχία με τη Γαλλία και να πασκίσουμε για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής και μεταναστευτικής πολιτικής, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.
Στο ζήτημα της υπό διαμόρφωση συμμαχίας Γαλλίας-Ισραήλ-Αιγύπτου, οφείλουμε να είμαστε παρόντες, μαζί με την Κύπρο· να προχωρήσουμε στην κατασκευή του αγωγού EastMed, που επαναφέρει την Ελλάδα στον χάρτη των ενεργειακών δρόμων και θέτει για πρώτη φορά σε ρεαλιστική βάση την προοπτική εκμετάλλευσης των ελληνικών υποθαλάσσιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων· και την ίδια στιγμή να επιμείνουμε στην πάγια ελληνική θέση για το γεφύρωμα της ισραηλο-αραβικής αντιπαράθεσης, τη διατήρηση καλών σχέσεων με το σιιτικό Ιράν, την στρατηγική συμμαχία με τις δυνάμεις της εκκοσμίκευσης του αραβικού κόσμου, τις εθνοθρησκευτικές του μειονότητες, ιδίως τους Χριστιανούς.
Σε ό,τι αφορά στη Ρωσία, παρότι παραμένουμε σε αντίπαλα στρατόπεδα σε ό,τι αφορά στην ενεργειακή διπλωματία και τη Μέση Ανατολή, –επειδή η ίδια επέλεξε την Τουρκία–, την ίδια στιγμή πρέπει να αποτρέψουμε την οριστική απομάκρυνσή της από την Ελλάδα, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να επιμείνουμε στην πύκνωση των οικονομικών και πολιτισμικών σχέσεων, κλείνοντας το ρήγμα των ορθόδοξων εκκλησιών, αλλά και στην επένδυση σε πεδία όπου αναδεικνύονται τα κοινά μας συμφέροντα (παραδείγματος χάριν, τα Βαλκάνια, όπου η Ρωσία δεν έχει συμφέρον να υποστηρίξει την Τουρκία και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που προστατεύει).

6 Η κατάρτιση και η υλοποίηση μιας τέτοιας ‘υψηλής στρατηγικής’, εξαρτάται από τον βαθμό και την ποιότητα της στήριξης που θα έχει από το εσωτερικό. Γι’ αυτό εξ άλλου το εθνικό ζήτημα, και τα υπόλοιπα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η Ελλάδα διασυνδέονται στενά: Ισχυροποίηση της παραγωγικής και δημιουργικής οικονομίας, παιδεία, ενεργειακό, οικολογία, μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, και ανασυγκρότηση της μεσαίας τάξης σε νέα, μη παρασιτική βάση, ακόμα, αποτελεσματικότητα των θεσμών, θεσμική θωράκιση της δικαιοσύνης, λειτουργία του κράτους, αποτροπή του πολυπολιτιστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, αποτροπή και έλεγχος της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης και προάσπιση του πολιτιστικού κεφαλαίου και συνοχής που την χαρακτηρίζει κ.ο.κ. Δηλαδή θα πρέπει να ακολουθήσουμε ένα αντιστασιακό μοντέλο «ολικού πατριωτισμού» που διασυνδέει όλα τα επίπεδα μεταξύ τους.

7 Το ελληνικό πολιτικό σύστημα, στο σύνολό του δεν μπορεί να ανταποκριθεί οργανικά σε αυτό το «στοίχημα πολιτικής», παρ’ όλο που αναγκάζεται να το κάνει, λόγω περιστάσεων, και ιδίως λόγω της πολιτικής του Ερντογάν που κλιμακώνει τις διεκδικήσεις του, αδιαφορώντας αν απέναντί του έχει κατευναστές, εθνομηδενιστές ή ακόμα και οπαδούς της «ελληνοτουρκικής φιλίας».
Βρίσκεται ήδη σε ένα μεταίχμιο, καθώς η υποχώρηση της διαίρεσης μεταξύ μνημονίου και αντιμνημονίου και η άνοδος στην εξουσία μιας πολιτικής δύναμης που επενδύει έστω και «ρητορικά» στην κανονικότητα και την συναίνεση, έχει οδηγήσει στην εξάλειψη των πιο έντονων διαφοροποιήσεων μεταξύ των κομμάτων εξουσίας και την ανάδειξη, περισσότερο, των κοινών τους σημείων.
Έτσι σήμερα, ΣΥΡΙΖΑ ΚΙΝΑΛ και ΝΔ αποτελούν ξεχωριστές συνιστώσες της ενιαίας, σοσιαλφιλελεύθερης παράταξης: Συμφωνούν σε κεντρικά ζητήματα (που βρίσκουν απέναντί τους την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, όπως είναι το μεταναστευτικό και η εντεινόμενη υποκατάσταση πληθυσμού της χώρας), και συγκρούονται σε άλλα, όπως είναι τα… Εξάρχεια, οι καταλήψεις στο Κουκάκι κ.ο.κ.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η σύμπλευση κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μια υποψήφια πρόεδρο της Δημοκρατίας που φέρει και προσωπικά, όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του «παγκοσμιοποιητικού κέντρου» (επιφανειακή οικολογική ευαισθησία, ‘φιλοζωΐα’, έντονος αντιλαϊκισμός, ελιτιστικός εθνομηδενισμός κ.ο.κ.).

8 Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, στην ελληνική πολιτική σκηνή οι διαιρετικές γραμμές του παρελθόντος έχουν ατονήσει, η κοινωνία δείχνει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της απειλής που καλείται να αντιμετωπίσει, κι άρα μεταστρέφεται προς τον πατριωτισμό. Οι ελίτ αντισυσπειρώνονται και ενοποιούνται σε «σοσιαλφιλελεύθερη βάση», ωστόσο, το σχέδιό τους υπονομεύεται από τις ίδιες τις περιστάσεις της σύγκρουσης με την Τουρκία. Η αντίφαση αυτή, ρόλου και ιδεολογίας, θα αποτελέσει τον επιταχυντή της αναπόφευκτης ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού, σε νέαπατριωτική βάση. Ως προς αυτό, ο Ερντογάν με τη ισλαμοφασιστική του επεκτατικότητα αφαιρεί από τους κατευναστές κάθε τους επιχείρημα.

9 Το Κίνημα Άρδην καλείται να στοχοθετήσει τα επόμενα βήματά του σε μια κρίσιμη περίσταση κατά την οποία οι ίδιες οι εξελίξεις καταδεικνύουν την ευστοχία των αναλύσεών μας.
Από το 1996 το Άρδην διαμόρφωσε σταδιακά ένα ιδεολογικό και πολιτιστικό κίνημα για την υπέρβαση της σύγκρουσης ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά, και την επεξεργασία ενός νέου αντιστασιακού προτάγματος, ενός δημοκρατικού πατριωτισμού που θα βοηθούσε το έθνος και την κοινωνία να απαντήσουν στις προκλήσεις που τους έθετε η παγκοσμιοποίηση.
Η διασπορά και η απήχηση των ιδεών αυτών μέσα στην ελληνική κοινωνία, ενισχύεται διαρκώς, και πολλαπλασιάζονται εκείνοι που ανεξάρτητα από το αν επιθυμούν να συμβαδίσουν ή όχι μαζί μας, υιοθετούν και αποδέχονται την «πατριωτική τομή» στην ελληνική πολιτική ζωή που εμείς είχαμε διατυπώσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Πλέον υπάρχει ένας «χώρος» δημοκρατικού πατριωτισμού, που μοιράζεται τις ίδιες ανησυχίες και προβληματισμούς: Αρχίζει από την δημοκρατική λαϊκή δεξιά, περνάει από το κέντρο, και καταλήγει σε κομμάτια της Αριστεράς που δεν πειθάρχησαν στην παγκοσμιοποιητική της ενσωμάτωση. Το γεγονός αυτό φαίνεται από την αυξημένη διαθεσιμότητα συνομιλητών σε όλες τις κατευθύνσεις –καθώς και από την ενισχυμένη προσέλευση στις πατριωτικές εκδηλώσεις, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τις εκδηλώσεις του Άρδην στην Αθήνα, την Πάτρα και την Κομοτηνή.

10 Το κλίμα αυτό δημιουργεί δυνατότητες και ανοίγει ευκαιρίες για την λήψη νέων πρωτοβουλιών για την ενίσχυση του χώρου του δημοκρατικού πατριωτισμού, μοναδικής απάντησης στην γενικευμένη παρακμή.
Πρώτον· η κινητικότητα που δείχνει ένα κομμάτι σοβαρών δημοσιολογούντων γύρω από τα ελληνοτουρκικά και το μεταναστευτικό –καθηγητών πανεπιστημίου, δημοσιογράφων, στρατηγικών αναλυτών, ανθρώπων από τις τέχνες και τα γράμματα– καθιστά εφικτή την συγκρότηση μιας μετωπικής πρωτοβουλίας που θα πιέσει προς πάσα κατεύθυνση για την υιοθέτηση μιας πολιτικής αποτροπής απέναντι στην Τουρκία και τη διασύνδεση όλων των ζητημάτων της εθνικής μας ζωής – μεταναστευτικό και εθνική συνοχή, δημογραφικό, ενδογενής παραγωγική ανασυγκρότηση, κοινωνική δικαιοσύνη, πολιτιστική και εκπαιδευτική αναγέννηση, κ.ά. Μια τέτοια πρωτοβουλία εν μέρει θα καλύπτει το πολιτικό κενό που έχει διαμορφώσει η δραματική αντίφαση ανάμεσα στην ανάδειξη των εθνικών ζητημάτων στο κέντρο της εθνικής ζωής, με την ταυτόχρονη διαχείρισή τους από ένα εθνομηδενιστικής παιδείας πολιτικό προσωπικό.
Δεύτερον· η αντίστοιχη κινητικότητα που επιδεικνύει ένα κομμάτι της νεολαίας υπέρ ενός δυναμικού πατριωτισμού, που συνδυάζει διαθέσεις αμφισβήτησης των εθνομηδενιστικών ελίτ και ευρύτερα του ιδεολογικού κατεστημένου της παγκοσμιοποίησης, μας επιτρέπει έπειτα από αρκετά χρόνια να ενισχύσουμε πρωτοβουλίες στο πεδίο της νεολαίας. Η οποία μάλιστα θα λειτουργήσει και για έναν νεανικό κόσμο αποτρεπτικά από το να διολισθήσουν σε πολιτικές τυχοδιωκτισμού και πατριδοκαπηλίας ή εργαλειοποίησης της πατριωτικής αγωνίας από γκρουπούσκουλα της εμφυλιακής ακροδεξιάς. Κριτήριο επιτυχίας αυτής της πρωτοβουλίας, θα είναι η σύνδεση του πατριωτισμού με ένα συνολικό όραμα αμφισβήτησης της παγκοσμοποίησης, του καταναλωτισμού, καθώς και του μηδενισμού και της αποδόμησης που την χαρακτηρίζει.
Τρίτον· υπάρχει, επίσης, δυνατότητα να οργανωθεί μια πρωτοβουλία σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Τώρα που καταρρέει ο συντεχνιακός κομματοκρατικός συνδικαλισμός των τελευταίων δεκαετιών. Και τώρα που η παράταξη του «σοσιαλφιλελευθερισμού» κλιμακώνει την εκστρατεία της, για την προώθηση του εθνομηδενισμού στα σχολικά εγχειρίδια, τις διδακτικές προσεγγίσεις των μαθημάτων, το πανεπιστήμιο κ.ο.κ. Η πρωτοβουλία αυτή θα πρέπει να έχει αρχικά τον χαρακτήρα «Λέσχης» και να προωθεί εκδηλώσεις με έμφαση στο περιεχόμενο της Παιδείας, την προάσπιση της ελληνικότητάς της, επίσης, την υπεράσπιση του πολύπλευρου, ουμανιστικού της χαρακτήρα έναντι της οικονομίστικης εργαλειοποίησης που φτιάχνει «εξειδικευμένους αναλφάβητους» –«διανοούμενους, αν και ακόμα, ηλίθιους» όπως τους χαρακτήρισε ένας συγγραφέας.
Τέταρτον· την λήψη πρωτοβουλίας για συνάντηση και δικτύωση τοπικών κινήσεων, αυτοδιοικητικών ή μη, προκειμένου να αξιοποιήσουμε την δουλειά που έχει γίνει σε τοπικό επίπεδο από τις κατά τόπους δημοτικές κινήσεις που συνδέονται με τον χώρο. Υπάρχουν πολλές, με τις οποίες συνδεόμαστε σε διάφορα επίπεδα, γεγονός που επιτρέπει την πραγματοποίηση μιας πανελλαδικής συνάντησης γνωριμίας. Η οποία και σε δεύτερο χρόνο θα μπορούσε να οδηγήσει στην επεξεργασία μιας χάρτας τοπικών πολιτικών, ώστε να δώσουμε ένα ολικό στίγμα του δημοκρατικού πατριωτισμού σε όλο το προγραμματικό του βάθος.
Πέμπτον· Την ανάληψη μιας μεγάλης εμβέλειας ιδεολογικής εκστρατείας με αφορμή και αφετηρία τον εορτασμό των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 για τον αναπροσανατολισμό της ελληνικής κοινωνίας προς την κατεύθυνση ενός αντιστασιακού προτάγματος που αποτελεί την βασική προϋπόθεση για να έχουν διάρκεια και αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου όλες οι πολιτικές απόπειρες για τη σωτηρία της χώρας. Χωρίς μια ιδεολογική «πολιτιστική» επανάσταση δεν είναι δυνατή η οποιαδήποτε ουσιαστική και πραγματική αλλαγή.

11 Η ενίσχυση της ιδεολογικής και οργανωτικής συνοχής του κινήματός μας, αποτελεί την εγγύηση και κάποτε το προαπαιτούμενο για την πραγματοποίηση των στόχων που θέσαμε. Θα πρέπει στην αμέσως επόμενη περίοδο να πραγματοποιήσουμε μια οργανωτική και πολιτική «επανεκκίνηση» που θα φέρει και πάλι μαζί μας αρκετούς φίλους που έχουν απενεργοποιηθεί, καθώς και αρκετούς νέους φίλους μας. Έτσι η επόμενη Συνδιάσκεψή μας θα μπορούσε να αποτελέσει και την αφετηρία μιας τέτοιας επανεκκίνησης και επομένως θα πρέπει να πραγματοποιηθούν μια σειρά συζητήσεων και επαφών που θα προετοιμάσουν αυτή την πολιτική και οργανωτική ανάπτυξη του χώρου του δημοκρατικού πατριωτισμού.

2 Σχόλια

  1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΡΑΝΤΖΑΛΗΣ says:

    Μακάρι να μετεξελιχθεί σύντομα και σε πολιτική κίνηση με κάθοδο και στις βουλευτικές εκλογές!

  2. Ποιός θα τα κάνει όλ΄ αυτά;
    Καμμία “κινητικότητα” από κανένα “σοβαρό δημοσιολογούντα”
    και καμμία “συνειδητοποίηση” της νεολαίας
    ούτε καμμία σύμπηξη αυτοδιοικητικών κλπ. συσσωματώσεων κττ πρόκειται ΠΟΤΕ να υπάρξει.
    Κονιορτός ανάξιος λόγου είναι
    και ο “πατριωτικός χώρος” και οι ανένταχτοί του. Τόσο ποσοτικά, όσο και ποσοστιαία.
    Σε καμμιά 20αριά χρόνια, λιγώτεροι κατά 1.500.000 ψυχές,
    οι native Greeks,
    εκφυλισμένοι διανοητικά, γερασμένοι βιολογικά και αποτελώντας ίσως το μισό του πληθυσμού αυτής της χώρας,
    θα εξακολουθούμε να επιδιδόμαστε σε ό,τι πάντοτε ασκούσαμε μ’ επιτυχία :
    Να παρλάρουμε, να μιλάμε ακατάπαυστα για “αντάρτικα” και για “εθνικοαπελευθερωτικά” και για “ένδον σκάπτε”.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek