Η επιστολή αυτή της Παναγιώτας Πήττα και του Γεωργίου Χλωροκώστα στάλθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή, στις 23/06/07, ως απάντηση στην επιφυλλίδα του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά και δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Μας την απέστειλαν οι συντάκτες της για δημοσίευση, δεδομένης της προσφατης επανάληψης και “έμβάθυνσης” των ίδιων θέσεων από τον Χρ. Γιανναρά στην ‘Καθημερινή’.

υπ’ όψιν:
κ. ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

κ. Γιανναρά, χαίρετε.

Παρακολουθούμε τις σκέψεις σας αρκετό καιρό στις επιφυλλίδες σας της «Κ» και στις εκπομπές σας στον ΣΚΑΪ. Λυπούμεθα που οι εκπομπές αυτές έχουν σταματήσει.

Η παρούσα επιστολή αναφέρεται στην επιφυλλίδα σας της 17/6/2007. Είμαστε σύμφωνοι με την παρατήρησή σας ότι το νεοελληνικό κράτος είναι μία εκδοχή βασισμένη σε δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Είμαστε απόλυτα σύμφωνοι με την επισήμανση ότι υφίσταται αντιπαλότητα ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και στους μηχανισμούς του κράτους. Μάλιστα, αυτό το αρνητικό χαρακτηριστικό της ποιότητας του κράτους μας το αισθανόμαστε συχνά «στο πετσί μας», με ακραία εκδήλωση την αλαζονική στάση των πολιτικών, οι οποίοι αδιαφορούν για τα καθημερινά αιτήματα των πολιτών και μοχθούν μόνον για την προβολή τους στα MME.
Όμως, είμαστε αντίθετοι με την εξωραϊσμένη εικόνα της οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπως την περιγράφετε, ότι δηλ. ήταν ανεκτική στη συνύπαρξη κοινωνικών ομάδων με διάφορες θρησκευτικές – πολιτιστικές ταυτότητες. Και εξηγούμαστε: Δεν είναι δυνατόν να αποκαλούμε ανεκτική μία διοίκηση που χρησιμοποιεί τις σφαγές σαν μέτρο καταστολής των δεκάδων εξεγέρσεων (γιατί άραγε εγίνοντο όλες αυτές οι εξεγέρσεις;), την εξαναγκαστική αλλαξοπιστία (εξισλαμισμό), την αφαίμαξη των χριστιανικών πληθυσμών με τον γενιτσαρισμό και την αρπαγή των κοριτσιών για τα χαρέμια, τη μετατροπή εκκλησιών σε τζαμιά, τον κεφαλικό φόρο για να διατηρούν οι άπιστοι υπήκοοι το κεφάλι τους στους ώμους τους.


Δύο λέξεις με βαρειά αποφορά έχουν μείνει στο συλλογικό υποσυνείδητο: οι λέξεις «γκιαούρης» και «ραγιάς», δηλ. «άπιστος» και «ένας από το κοπάδι». Οι ραγιάδες δεν είχαν το δικαίωμα να ιππεύουν, να φορούν λαμπρά ρούχα, να κατοικούν σε περίοπτα σημεία των οικισμών. Διαβάζουμε, στη σελ. 14 της εισαγωγής του βιβλίου Ένας Άγγλος στην Μακεδονία του 1900, εκδ. Στοχαστής: «Οι ελεύθεροι πολίτες ενός μεγάλου κράτους είναι σχεδόν αδύνατον να καταλάβουν το καθεστώς κατωτερότητος το οποίο χαρακτηρίζει τους ιθαγενείς χριστιανούς έναντι των μωαμεθανών στην Τουρκία. Οι λέξεις «γκιαούρ» και «κιαφίρ» είναι οι πρώτες που μαθαίνει να λέει ένας μικρός μωαμεθανός. Αυτά τα επίθετα αλλά και άλλοι όροι, που προέρχονται από τα ονόματα των λιγότερο καθαρών ζώων, αποτελούν τον συνήθη τρόπο με τον οποίον ένας Τούρκος απευθύνεται σε έναν χριστιανό».
Επομένως προκύπτει το ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρξεις ομαλά, σαν μέλος της χριστιανικής κοινωνικής ομάδας, με τους Τούρκους, όταν αυτοί σε αποκαλούν «άπιστε σκύλε» και, όταν σε ξυλοκοπήσουν άγρια, πρέπει να δηλώσεις σιωπηλή υποταγή, διότι αλλιώς θα τιμωρηθείς σαν επιτιθέμενος;


Επί πλέον, στη σελ. 16 του ιδίου βιβλίου, αναφέρεται ότι η όποια ειρηνική συμβίωση μουσουλμάνων και χριστιανών υπήρξε στο πλαίσιο της οθωμανικής κοινωνίας οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι οι γείτονες μουσουλμάνοι ήσαν σε μεγάλο ποσοστό εξισλαμισμένοι πρώην χριστιανοί.
Έχουμε αντιρρήσεις και για την παρατήρησή σας ότι ο εθνικισμός οδήγησε τον ελληνισμό στο ιστορικό του τέλος. Δεν είναι ο ελληνικός εθνικισμός που εξεδίωξε τους Έλληνες από την Ανατολική Ρωμυλία, τους Αιγυπτιώτες από την Αλεξάνδρεια, τους Κωνσταντινοπολίτες από την Πόλη, τους Έλληνες Πόντιους από τα παράλια της τότε Σοβιετικής Ένωσης, ή αποδεκάτισε τις ελληνικές παροικίες της Μασσαλίας, της Τύνιδας, της Ρουμανίας κ.λπ. Απεναντίας, ο ελληνικός εθνικισμός εγλύτωσε τη Μακεδονία, τη Δυτική Θράκη και μέρος της Ηπείρου από τις επιβουλές των γειτόνων. Όσον αφορά στους Πόντιους και στους Ίωνες της Μικράς Ασίας, οι σφαγές και οι διώξεις εναντίον τους είχαν αρχίσει μερικά χρόνια πριν από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.


Για το τέλος αφήσαμε την έντονη διαφωνία μας με τον ισχυρισμό σας ότι, εάν η Τουρκία παραιτηθεί από τις επεκτατικές βλέψεις του κρατικού εθνικισμού της, θα μπορούσαμε να της παραχωρήσουμε συγκυριότητα πλουτοπαραγωγικών πηγών ενέργειας (εννοείτε τα πετρέλαια του Αιγαίου), κοινή χρήση θαλάσσιου και εναέριου χώρου και, τέλος, το εντυπωσιακότερο, από κοινού Έλληνες και Τούρκοι να διεκδικήσουμε την παραχώρηση στους Τούρκους των βρεττανικών βάσεων της Κύπρου. Δηλαδή, δεν φτάνει το 38% του κυπριακού εδάφους που κατέχουν παράνομα με στρατιωτική και γενοκτονική εισβολή και κατοχή, αλλά πρέπει να αγωνιστούμε για να τους παραχωρηθεί και άλλο 4% έως 5% που αποτελούν οι βάσεις αυτές! Είναι απορίας άξιον πώς το λέτε αυτό εσείς, ο οποίος σηκώσατε τη σημαία του αγώνος κατά της Πλεκτάνης Ανάν.
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι αυτές οι τελευταίες προτάσεις σας αποτελούν απλώς πνευματικές ασκήσεις στον χώρο της γεωπολιτικής φαντασίας ή ότι το κάνατε επίτηδες για να ξυπνήσουν οι αδρανούντες αναγνώστες σας και να σας απαντήσουν με επιστολές σαν και αυτή.


Εν πάσει περιπτώσει, και για να φύγουμε από τον χώρο του φανταστικού μέλλοντος και να επιστρέψουμε στο πραγματικό παρόν των ελληνοτουρκικών σχέσεων, πρέπει να έχουμε πάντα τον νου μας στην απειλή πολέμου για τα χωρικά ύδατα, στις γκρίζες ζώνες και στις καθημερινές παραβιάσεις του εναέριου χώρου, στις διεκδικήσεις στη Δυτική Θράκη, στο «ξεφόρτωμα» χιλιάδων λαθρομεταναστών από Τούρκους σωματεμπόρους στις Ελληνικές ακτές κ.λπ.

Με εκτίμηση
Παναγιώτα Πήττα
και Γεώργιος Χλωροκώστας
23/06/2007

Αρχιτέκτονες – Μηχανικοί

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek