Η περίπτωση του ελληνικού σιδηροδρόμου και της αμυντικής βιομηχανίας.
του Γιώργου Ρακκά από την huffingtonpost.gr
Ο σιδηρόδρομος και η αμυντική βιομηχανία είναι τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα για την συστημική αποτυχία του ελληνικού κρατικού μοντέλου. Υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν δύο από τους βασικούς πυλώνες για την αλλαγή στην φυσιογνωμία της χώρας.
Για την αποκέντρωση, την παραγωγική οικονομία, και την πολυκεντρική μεταμόρφωση της χώρας, ο σιδηρόδρομος είναι τόσο σημαντικός, όσο και το δίκτυο των νευρώνων σ’ έναν οργανισμό. Σύμφωνα με την γενική διεύθυνση των μεταφορών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG Move) «η αναβάθμιση του σιδηροδρομικού δικτύου ενθαρρύνει την ανάπτυξη βιομηχανικών ζωνών, διαμετακομιστικών κόμβων και αγροτικών εξαγωγών –ιδίως για τις περιοχές που βρίσκονται μακριά από μεγάλα λιμάνια ή έχουν κορεσμένο οδικό δίκτυο». Στατιστικά, οι επενδύσεις στον σιδηρόδρομο επιφέρουν τριπλάσιες ή τετραπλάσιες αποδόσεις, ενώ, είναι 3 με 5 φορές ενεργειακά αποδοτικότερος, και έχει 3 με 4 φορές λιγότερα λειτουργικά κόστη.
Αντιλαμβάνεται, κανείς, επομένως τι θα σήμανε για την οικονομία της η σιδηροδρομική διασύνδεση της Δυτικής Ελλάδας. Πόσο διαφορετικά θα ήταν για την αγροτική παραγωγή της Κεντρικής Μακεδονίας, την βιομηχανική της Ανατολικής και τον τουρισμό της Χαλκιδικής αν υπήρχε ένα ολοκληρωμένο δίκτυο· και σε πόσο καλύτερη θέση, επίσης, θα ήταν και το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Μιλάμε για μια χώρα που αντιμετώπιζε αδυναμίες απορρόφησης του Ταμείου Ανάκαμψης, όπου, αλλεπάλληλες κυβερνήσεις διαβεβαιώνουν ότι «η περιφερειακή ανάπτυξη είναι πρώτη προτεραιότητα» (αυτό για τους λόγους των πρωθυπουργών στην ΔΕΘ είναι η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη φράση μετά το «κυρίες και κύριοι»).
Παρομοίως για την αμυντική βιομηχανία. Η ανελαστικότητα των αμυντικών αναγκών θα μπορούσε να μεταβληθεί από γάγγραινα του προϋπολογισμού σε ευκαιρία. Όχι προς την κατεύθυνση των «νοσοκομείων αντί Ραφάλ» που συνήθως θέτει η αριστερά, λες και η προάσπιση της κυριαρχίας μιας χώρας δεν είναι το υπέρτατο συλλογικό της αγαθό. Αλλά ως μοχλός ευρύτερης και βιομηχανικής και τεχνολογικής ανάπτυξης, ακριβώς διότι –όπως μας δείχνει το παράδειγμα της Τσεχίας, ή του Ισραήλ– η αμυντική βιομηχανία είναι πολλαπλασιαστής (σε σχέση 1:2.5) της παραγωγής ή της καινοτομίας εν γένει. Κι εδώ, «οι περιοχές που φιλοξενούν συστάδες της αμυντικής βιομηχανίας τείνουν να αναπτύξουν και οικοσυστήματα υψηλής τεχνολογίας: ειδικευμένους προμηθευτές, κέντρα έρευνας, και δεξαμενές υψηλής ειδίκευσης με πολλαπλές ωφέλειες για την ευρύτερη οικονομία».
Το θεαματικό με την ελληνική περίπτωση, όπου τα τελευταία χρόνια, υπάρχει όντως μια αξιόλογη ανάπτυξη παραγωγικών εταιριών στους κλάδους της άμυνας, είναι ότι αυτή συντελείται ανεξάρτητα από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, σε απευθείας σχέση με τις αμερικανικές ή τις ευρωπαϊκές. Το γιατί το γνωρίζουν πολύ καλά όλες οι παραγωγικές εταιρείες όχι μόνον του κλάδου της άμυνας: είναι δυστυχής εξέλιξη να μπλέξει μια εύρωστη και δυναμική εταιρεία σε συμβόλαια με το ελληνικό κράτος διότι καθηλώνεται. Γι’ αυτό και συνήθως οι εργολάβοι του ελληνικού δημοσίου είναι κυρίως μεταπράτες.
Υπό μια έννοια, βέβαια, ο σιδηροδρόμος και η αμυντική βιομηχανία διατήρησαν –έστω και με παράδοξο και αρνητικό τρόπο την κεντρικότητά τους και στο μοντέλο που ακολούθησε η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Ο σιδηρόδρομος ήταν ένα ιδανικό εργαστήριο για το τι σημαίνει ”κράτος των κομμάτων”, κοινωνικοποιημένη διαφθορά και καθετοποιημένα πολιτικά καρτέλ του δημοσίου –και βέβαια η τραγωδία των Τεμπών υπήρξε το «Τσερνομπίλ» του συστήματος αυτού. Αντίθετα, τα εξοπλιστικά προγράμματα ήταν υπόδειγμα διαφθοράς στα ”στρατηγικά υψώματα” του κράτους.
Εδώ έχει ενδιαφέρον να κάνουμε έναν παραλληλισμό: στα χρόνια που η Τουρκία έθετε τις βάσεις ώστε σήμερα το Μπαϊρακτάρ να αποτελεί σήμα κατατεθέν της πολεμικής βιομηχανίας και των εξαγωγικών της προοπτικών, η Ελλάδα κλονιζόταν από την υπόθεση Τσοχατζόπουλου.
Το πολιτικό πρόβλημα της χώρας, επομένως, ως προς αυτό που λέμε εκσυγχρονισμός, αποτελεσματικότητα του ελληνικού κράτους, δυνατότητα να αναπτύσσει στρατηγικές κατευθύνσεις, είναι εμφανές. Καμία πολιτική δύναμη δε, δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει –κι αυτό φαίνεται τώρα και στην εικόνα που δίνουν οι δημοσκοπήσεις. Κυριαρχεί η κονιορτοποίηση του πολιτικού σκηνικού, η προοπτική της ακυβερνησίας. Κι αυτό παρά τις αυτάρεσκες εξαγγελίες των προηγούμενων χρόνων ότι «τα δύσκολα βρίσκονται πίσω μας».

1 ΣΧΟΛΙΟ
Η χαμένη ευκαιρία τής Ελλάδος στά ενεργειακά:
Οι αναίτιες καθυστερή σεις και οι παραλείψεις των κυβερνήσεων τής Νέας Δημοκρατίας, πού έφεραν την χώραν μας στήν χειρότερην ενεργει ακήν θέση.
ΔΕΥ 3 ΦΕΒ 25
Τού καθηγητού ΓIANNH MANIATH *
Το 2011, με το Ν. 4001 κάναμε το μεγάλο θεσμικό άλμα για επανέναρ ξη των ερευνών των εθνικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.
Τον Οκτώβριο 2014, στο Λονδίνο ανακοινώσαμε στήν παγκόσμιαν ενεργειακήν κοινότητα, τον μεγάλον διεθνή διαγωνισμόν για 20 θαλάσσια οικόπεδα (blocks) στο Ιόνιον και νότια – δυτικά τής Κρήτης.
Εφαρμόσαμε για πρώτην φοράν το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας UNCLOS, με αξιοποίηση του άρθρου 156 του Ν. 4001/2011 γιά τά απώτερα όρια τής Ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ).
Στο ενδιάμεσο, με τρείς συμβάσεις – νόμους στην Βουλήν τών Ελλήνων, αναθέσαμε μέσω διεθνών διαγωνι σμών τα οικόπεδα Πατραϊκός, Ιωάννινα, Κατάκολο, σε διεθνείς κοινοπραξίες με συμμετοχήν των ελληνικών εταιρειών ΕΛΠΕ και Energean.
Στη μέση της κρίσης των μνημονίων τολμήσαμε και πετύχαμε να κινηθού με με μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα ταχύτητα, κατακτώντας την εμπιστοσύνην των διεθνών επενδυτών.
Μια εθνική προσπάθεια πού εκ τών υστέρων τεκμηριώθηκε πρόσφατα, μέ ανακοινώσεις γιά συνολικήν αξίαν των εθνικών κοιτασμάτων της τάξης των 250 δις ευρώ ( =συντηρητική εκτίμηση της ΕΔΕΥΕΠ ), με αναμενό μενα έσοδα τού Δημοσίου για το Εθνικό Ασφαλιστικό Σύστημα, τής τάξης τών 60-70 δις ευρώ σέ βάθος εικοσιπενταετίας.
Ταυτόχρονα, την ίδιαν εποχήν, στο πλαίσιο της εθνικής προσπάθειας για πράσινην μετάβαση, εκτοξεύσα με την Ελλάδα στήν 3ην καλύτερην παγκόσμιαν θέση στήν κατά κεφαλήν παραγωγή ηλεκτρισμού από φωτο βολταϊκά πάρκα και στην 7ην καλύτε ρην ευρωπαϊκήν, στήν παραγωγήν ηλεκτρισμού από αιολικά πάρκα.
Μέχρι τό 2019, η υπογραφή συμβά σεων Μίσθωσης, μέ πρωτοφανή διακομματικήν συναίνεση στήν Βουλή τών Ελλήνων, γιά έρευνα σέ 11 περιο χές της χώρας, από τίς Ελληνικές HELLENiQ ENERGY (τότε ΕΛΠΕ) και Energean, είτε αυτοδύναμα, είτε σε κοινοπραξίες με τις μεγαλύτερες παγκόσμιες εταιρείες ExxonMobil, TotalEnergies και Repsol, σε συνδυα σμόν με τα απολύτως θετικά αποτε λέσματα των ερευνητικών εργα σιών, οδηγούσαν σέ ευοίωνα συμπεράσμα τα και αισιόδοξες προοπτικές γιά τόν θαλάσσιον χώρον από τήν Κέρκυραν, τόν Πατραϊκό κόλπο, μέχρι νότια τής Κρήτης καί τίς χερσαίες περιοχές της Δυτ. Ελλάδας.
Οι συμβάσεις Μίσθωσης, έχουν ενσω ματώσει τίς αυστηρότερες παγκό σμιες περιβαλλοντικές προδιαγρα φές καί τήν εμπειρίαν τών χωρών της Ε.Ε. (Βόρεια Θάλασσα, Αδριατική κλπ) καί τήν προστασία τών επαγγελ ματικών δραστηριοτήτων τών τοπι κών κοινωνιών ( πχ τουρισμός, αλιεία κλπ ).
Αναμένονται επιπλέον επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και δραστηριοποίηση βιομηχανικών κλάδων (ναυπηγεία, σιδηροκατα σκευές, ναυσιπλοΐα, διύλιση, μετα φορές, πετροχημικά κλπ), ενώ τό άμεσο μερίδιο του Ελληνικού Δημο σίου θα καλύπτει σημαντικό ποσο στό δαπανών του Ελληνικού ασφα λιστικού συστήματος. Εκτιμάται περίπου 60% των εσόδων από φό ρους και μισθώματα, που ανέρχον ται σε 3 δις €, για επενδύσεις 1,8 δις € ανά 1TCF παραγόμενου φυσικού αερίου.
Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η ανάπτυξη της χώρας με πρωτογενή παραγωγήν ενεργειακών πόρων αναγκαίων στην πορείαν ενεργεια κής μετάβασης, συμβατής με τούς στόχους τής Ε.Ε., και φυσικά όλα τα συνεπαγόμενα οικονομικά και γεω πολιτικά οφέλη, ενώ δεν αναιρεί, αλλά αντιθέτως λειτουργεί συμπλη ρωματικά, στο νέο ενεργειακό μείγμα καθαρής ενέργειας, που χρειάζεται η χώρα μας με ΑΠΕ και φυσικό αέριο.
Ταυτόχρονα, κατά το πρόσφατο παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Ιταλία, η Νορβηγία, η Δανία, η Μεγ. Βρετανία, η Κροατία και η Ρουμανία, οι ελληνικές ανακαλύ ψεις θα καλύψουν σημαντικό μέρος της τεράστιας δίψας της Ε.Ε. σέ φυ σικό αέριο κάθε μορφής.
Δυστυχώς όμως, μετά τίς εκλογές του 2019, αντί η κυβέρνηση τής ΝΔ να συνεχίσει τήν δυναμικήν πορείαν με νέες συμβάσεις Μίσθωσης, εκμε ταλλευόμενη το ενδιαφέρον τών ενεργειακών εταιρειών, προσελκύον τας και άλλους επενδυτές, αντίθετα προχώρησε στις ακριβώς αντίθετες κινήσεις.
Οι λάθος επιλογές
Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι αναίτιες καθυστερήσεις στην έκδοση περιβαλλοντικών αδειών (στο Κατά κολο για παραγωγή υδρογονανθρά κων εκκρεμούν από το 2019), μη εξασφάλιση αναγκαίων λιμενικών υποδομών (επιστροφή παραχώρη σης Πατραϊκού κόλπου πρίν την εκτέλεση γεώτρησης σε δομή 140 εκατ. βαρελιών πετρελαίου), μακροχρόνιες διαδικασίες εκδίκασης δικαστικών προσφυγών, πού φτά νουν τα τρία και τέσσερα χρόνια και μπλοκάρουν ετσι τις ερευνητικές εργασίες (Ιωάννινα, Κρήτη), διοικη τικές αλλαγές κρατικού μηχανισμού που επιβράδυναν τις έρευνες (ΥΠΕΝ, ΕΔΕΥΕΠ), αποχώρηση Ελληνικού Δημοσίου από την διοίκηση της ΕΛΠΕ, με συνέπειαν την άμεσην αλλα γήν εταιρικής στρατηγικής (επιστροφή χερσαίων περιοχών Δ. Ελλάδας χωρίς την εκτέλεση ελάχι στων συμβατικών ερευνητικών εργασιών, αποδυνάμωση ερευνητι κής ομάδας).
Σε επίρρωση των παραπάνω, έρχεται η αδράνεια της ΕΔΕΥΕΠ, η οποία όχι μόνον περιόρισε τήν προ ώθηση της χώρας με ηχηρήν απου σίαν από συνέδρια και συναφείς εκδηλώσεις, αλλά καί κυρίως δεν προκήρυξε νέους διεθνείς διαγωνι σμούς για παραχώρηση και άλλων περιοχών (Ιόνιο, Θερμαϊκός, νότια Κρήτης), όπως ήταν προγραμματι σμένο και ανακοινωμένο από τό έτος 2019, αλλά ούτε κάν προχώρησε στόν αυτονόητον επίσημον χαρακτη ρισμόν τών επιστραφεισών περιο χών ως «διαθέσιμων» και τήν εκ νέου παραχώρησή τους μετά από «ανοιχτήν πρόσκληση» καί διαγωνι σμόν σύμφωνα μέ τήν ισχύουσαν νομοθεσίαν του 2011.
Οι δηλώσεις (αν)αρμόδιων Υπουρ γών ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να γίνει παραγωγός υδρογονανθράκων επιδεινώνουν το ήδη βαρύ επιχειρη ματικό κλίμα από τις επιλεκτικές κι νήσεις και προσφυγές οργανώσεων και «συλλογικοτήτων».
Αποτέλεσμα λοιπόν όλων τών ανω τέρω επιχειρηματικών και πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης τής ΝΔ, είναι το 2021 να αποχωρήσουν οι Repsol και TotalEnergies από τήν χώραν μας, η ΕΛΠΕ να επιστρέψει δύο χερσαίες περιοχές στηνξ Δυτ. Ελλάδα και τον Πατραϊκό κόλπο, ενώ η Energean επέστρεψε άλλη μια περιοχή στη Δυτ. Ελλάδα.
Οι συνεχείς, αδικαιολόγητες τεχνικά, αποεπενδύσεις, εξαναγκάζουν τον ΠΘ, εν μέσω της ενεργειακής κρίσης και της εισβολής τής Ρωσίας στην Ουκρανίαν, να κηρύξει τόν Μάρτιον 2022 τήν «επανεκκίνηση» (!!!) τών ερευνών Υδρογονανθράκων. Πρίν όμως «αλέκτορα φωνήσαι» ο ΠΘ, ανατρέπει τόν εαυτόν του, καθώς διαμηνύει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκει ται να παραχωρηθούν νέες περιοχές προς έρευνα και ότι εάν εν τέλει ανακαλυφθεί πετρέλαιο, δεν θα επιτραπεί η παραγωγή του…!!!
Μέσα σε αυτό το δυσμενές επενδυ τικό κλίμα, οι εταιρείες, που εξακο λουθούν να τιμούν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις σε ορισμένες θαλάσσιες περιοχές ( Περιοχές 2, Ιόνιον και 10 στον Ιόνιον πέλαγος και Δ και ΝΔ Κρήτης), εκτέλεσαν το 2023 γεωφυσικές και γεωχημικές έρευνες με επιτυχίαν και αποτελέσματα εξό χως ενθαρρυντικά, σύμφωνα και με δηλώσεις αρμόδιων στελεχών.
Οι εταιρείες όμως δεν έχουν προχω ρήσει ακόμη στο επόμενον καθοριστι κόν βήμα που είναι η εκτέλεση τών γεωτρήσεων.
Πρώτον αρνητικό δείγμα γραφής, η επιστροφή της περιοχής Ιωαννίνων που έγινε πρόσφατα από την Energean, σε μια ήδη πραγματοποιη θείσα επένδυση 40 εκατ. Ευρώ, όταν η εκδίκαση της προσφυγής, που είχε υποβληθεί από «συλλογικότητες» κατά τής περιβαλλοντικής έκθεσης για τήν διενέργειαν γεώτρησης, ορίστηκε να πραγματοποιηθεί λίγες ημέρες πριν λήξει η συμβατική προ θεσμία γιά τήν ολοκλήρωση τής γεώτρησης..!!!
Συνοπτικά:
Οι λόγοι της καθυστέρησης επενδυ τικής απόφασης για διενέργειαν γεωτρήσεων είναι γνωστοί και συγκε κριμένοι. Δεν χρειάζονται να γίνονται σενάρια και υποθέσεις.
Αδιαφορία γιά τήν βελτίωση υπο στηρικτικών λιμενικών υποδομών, καθυστερήσεις στήν εκδίκαση προσ φυγών και στις διαδικασίες αδειοδό τησης, αποτρεπτική πολιτική για νέ ους, μεγάλους, επενδυτές, αλλά κυρίως και πάνω από όλα αβεβαιό τητα γιά τήν κυβερνητικήν στήριξη των επιχειρησιακών δραστηριοτή των, καθώς καί τήν τήρηση τών όρων τών κυρωμένων από τήν Βουλή τών Ελλήνων Συμβάσεων Μίσθωσης (πχ εάν μια επένδυση δεκάδων εκατομ μυρίων ευρώ για την εκτέλεση ερευ νητικής γεώτρησης τυχόν ανακαλύ ψει κοίτασμα πετρελαίου, η κυβέρνη ση θα απαγορεύσει ή όχι τηυν παραγωγήν …;;; ).
Έτσι, σε μίαν εποχήν που η Ευρώπη πλημμυρίζει από αμερικανικό, νορβη γικό, καταρικό, αζέρικο και αλγερινό υγροποιημένο φυσικό αέριο LNG, η Ελλάδα μετρά ήδη 6 χρόνια ύπνω σης, αδιαφορίας κι εχθρικότητας, απέναντι στό μεταβατικό καύσιμο πού θά χρησιμοποιούμε γιά τά επόμενα τουλάχιστον 30 χρόνια, «κατακτώντας» ταυτόχρονα τήν χειρότερην ενεργειακήν θέση στόν βαθμόν εξάρτησής μας από τρίτες χώρες.
Εδώ είμαστε λοιπόν:
Στήν Ελλάδα, πού προφανώς δέν χρειάζεται τά πάνω από 60 δις ευρώ που πρόκειται να εισπράξει κατά τα επόμενα 25 χρόνια ως δημόσια έσο δα για τις συντάξεις των Ελλήνων συνταξιούχων, όπως έχουμε νομο θετήσει κατά το πρότυπον τής Νορ βηγίας. Προφανώς, σκοπεύει να τα εισπράξει από κάποιαν αύξηση τής φορολογίας και αύξηση τών ασφαλι στικών εισφορών τών εργαζομένων. Ούτε κάν ενδιαφέρεται καί για τα περίπου 15 δις ευρώ που θα εισπρά ξουν οι Περιφέρειες, στις οποίες εντοπίζονται τυχόν κοιτάσματα, κονδύλια που θα δίνονται είτε απευ θείας, είτε μέσω του Πράσινου Τα μείου για Δημόσια Έργα ανάπτυξης και περιβάλλοντος.
Στήν Ελλάδα, που δεν ενδιαφέρεται για την δημιουργίαν των άνω τών 10.000 νέων καλοπληρωμένων, εξει δικευμένων θέσεων εργασίας.
Στήν Ελλάδα, που αδιαφορεί για την πραγματικήν γεωπολιτικήν της ανα βάθμιση εντός τής Ε.Ε., ως βασικός τροφοδότης των ευρωπαϊκών οικο νομικών με το πολυτιμότερον καύσιμον.
Στήν Ελλάδα, που δεν ενδιαφέρεται να προσελκύσει εκατοντάδες εκα τομμύρια επενδύσεων σε ναυπηγεία, σιδηροκατασκευές, ναυσιπλοΐα, μεταφορές κ.ά. και τέλος,
Στήν Ελλάδα, τής μακαριότητας, τής επικοινωνιακής πομφόλυγας καί τού ανέξοδου αυτοθαυμασμού…
Γράφει ο
*Καθ. Γιάννης Μανιάτης,