του Δρ. Στέφανου Μανώλη
Τουλάχιστον για μισό αιώνα τώρα μας λέγανε ότι δεν μπορεί ο ελληνισμός (Ελλάδα και Κύπρος) να τα βάλει με την Τουρκία. Ότι η Τουρκία είναι πολύ μεγάλη χώρα, με πολύ μεγάλες δυνατότητες, και ότι η αντιπαράθεση μαζί της είναι μάταιη, και άρα πρέπει να τα βρούμε, ικανοποιώντας εν μέρη κάποιες από τις απαιτήσεις της. Το αφήγημα αυτό ξεκίνησε τουλάχιστον από την εισβολή και κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου από το 1974. Τα ίδια μας είπαν λίγο-πολύ και στα Ίμια το 1996. Τα ίδια μας λένε εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες που η Κύπρος ξεκίνησε την προσπάθεια για εκμετάλλευση φυσικού αερίου στις νότιες θάλασσες της. Τα ίδια και για την καταθλιπτική αδράνεια των ελλαδικών κυβερνήσεων να εξασκήσουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας.
Είμαι πεπεισμένος ότι τα μεγέθη είναι σχετικά και φτιάχνονται σε βάθος χρόνου ανάλογα με το μέταλλο της ψυχής του κάθε λαού. Η Τουρκία αν είναι σημαντική και υπολογίσιμη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και ανά την υφήλιο, είναι διότι το θέλουν οι ίδιοι οι Τούρκοι. Δηλαδή εάν η Τουρκία πριν ένα αιώνα αριθμούσε 13-15 εκατομμύρια πληθυσμό και σήμερα πλησιάζει τα 90 εκατομμύρια είναι θέμα απόφασης, οργάνωσης, επιδίωξης. Το αν εμείς οι Έλληνες, σε Ελλάδα και Κύπρο, μέσα σε ένα αιώνα από τα 8 περίπου εκατομμύρια πήγαμε μόλις στα 11 εκατομμύρια, πάλι είναι θέμα απόφασης, οργάνωσης, επιδίωξης. Το αν η Τουρκία εξοπλίζεται τόσο εισάγοντας οπλισμό από Δύση και Ανατολή και ταυτόχρονα τις τελευταίες δύο δεκαετίες αναπτύσσει μεθοδικά την αμυντική της βιομηχανία, είναι θέμα απόφασης, οργάνωσης, επιδίωξης. Αντίστοιχα το αν ο ελληνισμός, κυρίως η Ελλάδα δεν πράττει τα ανάλογα όσον αφορά την αμυντική βιομηχανία, είναι πάλι θέμα απόφασης, οργάνωσης, επιδίωξης.
Το αν ο ελληνισμός δεν κατάφερε να είναι ενιαίος στρατιωτικά, δηλαδή αν το ενιαίο αμυντικό δόγμα έχει ατονήσει εδώ και δύο δεκαετίες, είναι θέμα απόφασης, οργάνωσης, επιδίωξης. Το αν επίσης η Ελλάδα, ενώ έχει με βάσει τους αριθμούς και τις στατιστικές, τον ισχυρότερο στρατό σε συμβατικά όπλα στην Ευρώπη (αεροπλάνα, τανκς, θαλάσσια μέσα), και δεν συμπεριφέρεται σαν μια τέτοια δύναμη όσον αφορά την στρατιωτική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, και κυρίως στην άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στο Αιγαίο, στην δυνητική ΑΟΖ της, αλλά και στην κυπριακή ΑΟΖ σε συνεργασία με τις κυπριακές ένοπλες δυνάμεις, είναι και πάλι θέμα απόφασης, οργάνωσης, επιδίωξης.
Επομένως τα πολλά γραφόμενα και ειπωμένα τουλάχιστον εδώ και μισό αιώνα περί αδυναμίας του ελληνισμού έναντι της Τουρκίας, είναι μάλλον ένα θολό, ίσως και βολικό αφήγημα για δικούς μας και ξένους. Άλλωστε χώρες με πολύ μεγάλο πληθυσμό και έκταση (π.χ. Αίγυπτος, Βραζιλία, Ινδονησία) δεν κατατάσσονται αυτόματα σε παγκόσμιες δυνάμεις – χρειάζεται και κάτι παραπάνω… Σε προηγούμενο άρθρο μου αναφέρθηκα στο παράδειγμα ενός μικρού έθνους σε αριθμούς, το Εβραϊκό, και στην απόφαση του να συμπεριφέρεται ως μεγάλο. Γίνεται δηλαδή και το ανάποδο.
Εν τέλει, τα μεγέθη είναι σχετικά και μεταβάλλονται ανάλογα με την αποφασιστικότητα και το μέταλλο της ψυχής του κάθε λαού, του κάθε έθνους. Είναι θέμα αυτού του βαθύτερου που έχουμε μέσα μας εάν τελικά θέλουμε ως ελληνισμός να ασκούμε κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα σε στεριά, αέρα και θάλασσα, και να μας σέβονται οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένου της Τουρκίας, για αυτή μας την απόφαση/οργάνωση/επιδίωξη, ή αν θα περιμένουμε στο ακουστικό με παθητικό τρόπο για να ακούσουμε τί θα μας πουν οι ξένες πρεσβείες ή να μάθουμε τί αποφασίζει, οργανώνει και βάζει σε εφαρμογή η Τουρκία.
Πανεπιστήμιο Εδιμβούργου
s.manolis@sms.ed.ac.uk

1 ΣΧΟΛΙΟ
Αντικειμενικά, τα μεγέθη άρχισαν να αλλάζουν σταδιακά μετά το 1970-80 υπέρ της Τουρκίας, οικονομικα, στρατιωτικα, πληθυσμιακά. Το Ισραήλ έχει στιβαρό στήριγμα τις ΗΠΑ, εμείς κανέναν επί της ουσίας. Θα μπορούσαμε βέβαια να δυναμώσουμε κι άλλο αλλά η απόσταση που μας χωρίζει ήδη από τους απέναντι είναι αρκετά μεγάλη και το χάσμα μεγαλωνει.
Πότε δεν εμφανίζεται χάρτης που να δείχνει την Ελλάδα μαζί με ΟΛΟΚΛΗΡΗ την Τουρκία, γιατι άραγε;