του Θανάση Τζιούμπα
Η πρόσφατη δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού σχετικά με την ανάγκη επανεξέτασης του θεσμικού πλαισίου για τις αμβλώσεις στην Ελλάδα, έχει αναζωπυρώσει μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο στάσεις ζωής: Από την μια αυτών που θεωρούν την άμβλωση ως φόνο κι αυτών που την υπερασπίζονται στο όνομα της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος.
Στην συζήτηση εμπλέκονται επιχειρήματα ηθικής αλλά και κοινωνικής φύσης. Θα ήθελα να εστιάσω στα δεύτερα.
Η Ελλάδα υφίσταται μια δημογραφική κατάρρευση. Το 2024 γεννήθηκαν 68.467 ενώ αποβίωσαν 126.916. Την ίδια στιγμή οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις αναφέρουν 150.000 αμβλώσεις, υπερδιπλάσιες των γεννήσεων. Αν απλουστευτικά συσχετίσουμε τους αριθμούς και θεωρήσουμε ότι αποτελούν απολύτως συγκοινωνούντα δοχεία, θα καταλήξουμε ότι μια απαγόρευση που θα μηδενίσει ή μειώσει δραστικά τις αμβλώσεις, θα λύσει αυτόματα το δημογραφικό.
Είναι άραγε τόσο απλό ώστε να αρκεί το κοινωνικό σύνολο να υπερισχύσει του ατομικού δικαιώματος θεσπίζοντας απαγορεύσεις;
Από την άλλη η εμμονή στο πρότυπο του ατόμου “επιθυμητικού υποκειμένου” που αποτάσσεται των δεσμών της γονεϊκής ιδιότητας δεν παροξύνει ένα ζήτημα βιολογικής συνέχειας και επιβίωσης της κοινωνίας; Είναι δίκαιο η ιατρική πράξη της άμβλωσης να διενεργείται (υπό προϋποθέσεις διάρκειας κύησης) δημοσία δαπάνη στα δημόσια νοσοκομεία όπως κάθε άλλη ιατρική πράξη;
Κάποια στιγμή θα πρέπει ο δημόσιος διάλογος να αντιπαρέλθει την ηλικία των κραυγών.
Οι αμβλώσεις είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που έχει τις ίδιες αιτίες με την μείωση των γεννήσεων, την μείωση των γάμων, την αύξηση των διαζυγίων. Και οι αιτίες αυτές δεν αιτιολογούνται μόνον με τις οικονομικές δυσκολίες ή την είσοδο των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία, αγγίζουν την στάση ζωής στις δυτικές κοινωνίες (της ημετέρας περιλαμβανομένης). Αν η γονεικότητα είναι μια υποχρέωση και μια ματιά στο μέλλον, απαξιώνεται σε μια πραγματικότητα που αποθεώνει το παρόν, αναγορεύει την αυτοπραγμάτωση σε μια ακόρεστη αναζήτηση της απόλαυσης και μεταμορφώνει το ανθρώπινο ον σε επιθυμητική μηχανή. Η κοινωνία μας όλο και περισσότερο μοιάζει με αυτήν της ρωμαϊκής παρακμής, πλήθη που καταναλώνουν άρτο και θεάματα, απλόχερη χορηγία της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Ναι, είναι δύσκολο να είσαι σύζυγος και πολύ περισσότερο γονιός, απαιτείται μια αυθυπέρβαση του εγώ που ήταν αυτονόητη στις παραδοσιακές κοινωνίες, αλλά και σε εκείνες τις σύγχρονες που οργανώνονται με τις απόλυτες αξίες του συλλογικού εξαλείφοντας κάθε ατομικότητα, όπως οι ανατολικές κοινωνίες.
Αυτή η δυσκολία δεν θεραπεύεται απλά με απαγορεύσεις νομικές υποχρεώσεις ή οικονομικά κίνητρα.
Οι αμβλώσεις θα συνεχίζονται ακόμη κι αν απαγορευτούν, όπως και συνεχιζόταν πριν το 1984 που νομιμοποιήθηκαν, και μάλιστα με μεγάλο ρίσκο των γυναικών σε συνθήκες παρανομίας.
Οι γεννήσεις θα εξακολουθήσουν να μειώνονται παρά τις (απαραίτητες αλλά όχι πανάκειες) πολιτικές οικονομικών κινήτρων.
Η κυρία Καρυστιανού όσο και οι επικριτές της επιχειρούν να απαντήσουν σωστά σε λάθος ερώτημα.
Όσο παροξύνεται η σχάση συλλογικού με ατομοκεντρικό η κοινωνία καταδικάζεται σε διαρκή ανισορροπία.
Όσο η γονεϊκή ιδιότητα δεν είναι επιλογή, όσο οι αξίες που την προϋποθέτουν και την συνοδεύουν απουσιάζουν από την εκπαίδευση του σπιτιού και του σχολείου, από τις πνευματικές αναζητήσεις, από τον δημόσιο διάλογο ως θετικές αξίες, κανείς εξαναγκασμός δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα. Φαίνεται αδύνατο; Κάποτε λέγαμε πως αν δεν πραγματώσουμε το αδύνατο θα έρθουμε αντιμέτωποι με το αδιανόητο.
Υ.Γ.: Χρησιμοποιώ τον όρο “άμβλωση” αντί του “έκτρωση” γιατί ο δεύτερος μου φαίνεται φορτισμένος εκτρωματικά.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
