Αρχική » Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ο χαλκέντερος επαναστάτης – Η αρχή (Α΄ μέρος)

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ο χαλκέντερος επαναστάτης – Η αρχή (Α΄ μέρος)

από Γιώργος Καραμπελιάς

Λιθογραφία του Καρλ Κράτσαϊζεν, 1828

«Δὲν τοὺς βαραίνει ὁ πόλεμος μον’ ἔγινε πνοή τους»

Διονύσιος Σολωμός

Σαν χθες (4 Φεβρουαρίου) συμπληρώθηκαν 183 χρόνια από τον θάνατο του Θεόδωρου. Από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, 1821-2021, Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση; (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2021) παραθέτουμε σε μέρη το σχετικό κεφάλαιο για τον αρχιστράτηγο της Ελληνικής Επανάστασης.

Σχετικά με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, θα στηριχθώ προνομιακά, αλλά όχι αποκλειστικά, στη «Διήγησή» του στον Ιωάννη Τερτσέτη· άλλωστε, η ζωή του είναι ταυτόχρονα και περιγραφή της προετοιμασίας όσο και της διεξαγωγής της Επανάστασης.

Η οικογένεια του – οικογένεια των αρμάτων «ἐδῶ καὶ 300 χρόνους», βρισκόταν σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Οθωμανούς: Ο πρώτος γνωστός γενάρχης της, κατά τον 16ο αιώνα, «ἀφοῦ ἐχάλασε τὸ χωριό του, ἦλθε εἰς τὸ Λιμποβίσι». Ο επόμενος, ο Δημητράκης, «ἔκαμε τρία παιδιά» τα οποία για «12 χρόνους ἔκαμαν μὲ τοὺς Κλέφτας», στη Ρούμελη· όταν επέστρεψαν, ο ένας από αυτούς, ο Δήμος, χρημάτισε οπλαρχηγός την περίοδο που ο Μοροζίνης κατέλαβε τον Μοριά, το 1687. Όμως οι Τούρκοι, το 1715, ξαναπήραν την Πελοπόννησο και ο γιος του Δήμου, ο «Μπότσικας», πολέμησε εναντίον τους και από τότε η γενιά του θα πάρει το όνομα με το οποίο έμεινε στην ιστορία: «εἶχε ἕνα παιδί, Γιάννη, καὶ ἕνας Ἀρβανίτης εἶπε: “Βρέ, τί Μπιθεκούρας εἶναι αὐτός”…, ὁ κῶλος του εἶναι σὰν κοτρώνι, καὶ ἔτσι τοῦ ἔμεινε τὸ ὄνομα Κολοκοτρώνης».

Ο γιος του Γιάννη, ο Κωνσταντής, πατέρας του Θεοδωράκη, αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς του Μοριά, που το 1770 συμμετείχε και στα Oρλωφικά, ενώ, κάτω από ένα δένδρο, γεννήθηκε τότε ο μελλοντικός αρχηγός της Επανάστασης: «εἰς τὰ 1770, Ἀπριλίου 3, τὴν δευτέραν τῆς Λαμπρῆς», και βαφτίστηκε Θεόδωρος προς τιμήν του Θεόδωρου Ορλώφ.

Μετά την καταστολή της επανάστασης, οι Τουρκαλβανοί συνέχισαν να λεηλατούν ανελέητα τη χερσόνησο μέχρι το 1779, όταν και οι ίδιοι οι Τούρκοι αποφάσισαν να τους εξοντώσουν. Έτσι ο Καπουδάν πασάς (αρχιναύαρχος) Χασάν Τσεζαερλής και ο δραγουμάνος του στόλου Νικόλαος Μαυρογένης –τον οποίο αργότερα ο Ρήγας αποκάλεσε «ἔκτρωμα τῆς φύσης καὶ ἀνάξιο ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας»– κάλεσαν και τους Έλληνες οπλαρχηγούς να συνταχθούν μαζί τους και τελικώς ο Κωνσταντής συμμετείχε στην εξόντωση των Τουρκαλβανών και στην πολιορκία της Τρίπολης. Από τους 12.000 Τουρκαλβανούς της Τρίπολης μόνον επτακόσιοι κατόρθωσαν να διασωθούν και «τὰ κεφάλια των ἔφτιασαν πύργο εἰς τὴν Τριπολιτσά». Όμως οι Τούρκοι αμέσως μετά στράφηκαν και εναντίον όσων Ελλήνων δεν είχαν προσκυνήσει και, «στὰ 1780 … ὁ πατέρας μου ἐσκοτώθηκε μὲ δύο του ἀδέλφια, Ἀποστόλη καὶ Γεώργη».

Πλέον, ο Θεοδωράκης, σε ηλικία ένδεκα χρονών, αναλαμβάνει τα βάρη της οικογένειας, στη δε ηλικία των δεκαπέντε χρονών θα αναγορευτεί και αρματολός… Ο πόλεμος και ο θάνατος θα αποτελούν στο εξής την καθημερινότητά του ενώ οι περιπέτειές του προσλαμβάνουν κυριολεκτικά μυθικές διαστάσεις: η ζωή του συμπυκνώνει παραδειγματικά τη διαδρομή όλων των ενόπλων της προεπαναστατικής περιόδου, από την ανταρσία στην επαναστατική συνειδητοποίηση.

Προτομή του Θ. Κολοκοτρώνη στην Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Φιλικών, Ζάκυνθος

Ο μεγάλος διωγμός και η εγκατάσταση στη Ζάκυνθο

Το 1805, μετά από ένα άκαρπο ταξίδι του στη Ζάκυνθο όπου μετέβη για να ζητήσει τη συνδρομή των Ρώσων, «διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὸν τόπον μας», θα επιστρέψει και πάλι στον Μοριά. Είχε όμως διαλέξει τη δυσκολότερη στιγμή, διότι τότε ο «εραστής των γραμμάτων», Σουλτάνος Σελίμ Γ΄, ανέπτυσσε το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα που περιλάμβανε τόσο την κατάργηση του σώματος των Γενιτσάρων όσο και την εξόντωση των αρματολών και των κλεφτών, «διατὶ μία ἡμέρα ἠμποροῦν νὰ κάμουν ἐπανάστασιν». «…Κάμνει ἕνα φερμάνι ὁ Σουλτάνος… ἀφοριστικὸ ἔρχεται τοῦ Πατριάρχου…, καὶ ἔτζι ἐκινήθηκαν Τοῦρκοι καὶ Ρωμαῖοι, κατὰ τῶν Κολοκοτρωναίων…». Άλλωστε, ήδη το 1803 ή το 1804, είχε εξοντωθεί με προδοσία και ο αρχικαπετάνιος Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης (Σαράντος Καργάκος, Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης), οπότε οι Κολοκοτρωναίοι αποτελούσαν μία από τις τελευταίες μεγάλες φάρες κλεφταρματολών του Μοριά μαζί με τους Πετμεζαίους.

Ο Κολοκοτρώνης, βλέποντας το αδιέξοδο, συγκέντρωσε 150 συντρόφους του και τους κάλεσε να πάνε στη Ζάκυνθο, προτροπή την οποία δεν αποδέχτηκαν επειδή οι Ρώσοι τους ήθελαν ως εκστρατευτικό σώμα για την Ιταλία: «μὲ ἀπεκρίθηκαν…, “ἡμεῖς θέλομε ν᾿ ἀποθάνωμεν ἐπάνω εἰς τὴν πατρίδα μας”» και «ἔτζι ἐκηρυχθήκαμεν μὲ τὴν σημαίαν ἀνοικτὴν εἰς ὅλας τὰς δυνάμεις τοῦ Μορέως. – Ἡ σημαία εἶχε ἕνα Χ, εἶχε καὶ ἄστρα καὶ φεγγάρι…» (Όλοι οι μεγάλοι κλεφτοκαπετάνιοι ύψωναν δική τους σημαία· του Ζαχαριά ήταν τρίχρωμη, κόκκινη, λευκή και μαύρη, με σταυρό στο κέντρο όπου ήταν γραμμένα τα λόγια: «Ἤ Αίμα Ἤ Ελευθερία Ἤ Θάνατος»).

Η καταδίωξη υπήρξε ανελέητη και καθώς ήταν χωρίς πολεμοφόδια και ψωμί αναγκάστηκαν να χωριστούν: με την ευχή «Καλὴ ἀντάμωση εἰς τὸν Κόσμον τὸν ἄλλον…». Στο Βαλτέτσι, οι γυναίκες θα τους γνωρίσουν και «θὰ δώσουν τὴν εἴδηση»: «ἐδῶθε πάγει ὁ Κολοκοτρώνης». Στην Καρύταινα, έπεσαν και πάλι σε τουρκικά στρατεύματα και σκόρπισαν σε διάφορες κατευθύνσεις, «τοῦ Δημητράκη τοῦ ἔκοψαν τὸ κεφάλι καὶ τὸ χέρι, τὸ παρρησίασαν ὡς δικό μου». Ο αδελφός του, Γιάννης, κατέφυγε σε ένα μοναστήρι αλλά ένας καλόγερος τον πρόδωσε, «τὸν πολιόρκησαν εἰς τὸν ληνὸν καὶ τὸν ἐσκότωσαν».

Κατέφυγε στο σπίτι του Κόλια Κολιόπουλου και του γιου του Δημήτρη – του Πλαπούτα της Επανάστασης. Όμως και εκεί δεν μπόρεσε να σταθεί διότι οι Τούρκοι υποσχέθηκαν στους κατοίκους να τους απαλλάξουν από τη φορολογία αν εξοντώσουν τον Κολοκοτρώνη, ειδάλλως θα τους περνούσαν «ὅλους ἀπὸ τὸ σπαθί…». 

Τελικώς, καταδιωκόμενος, έφθασε στη Μάνη, στον πύργο του Κωνσταντή Δουράκη, συμπεθέρου του Κολοκοτρώνη, και κρύφθηκε για ένα μήνα στο μοναστήρι της Παναγίας. Όταν όμως ο πασάς της Τρίπολης προσέφερε πενήντα χιλιάδες γρόσια στον μπέη της Μάνης για να παραδώσει τον Κολοκοτρώνη και αυτός με τη σειρά του μεταβίβασε ένα μέρος των χρημάτων στον Δουράκη, αυτός συμφώνησε, καθώς «…οἱ Μανιᾶται λησμονοῦν ὅλα διὰ τὰ γρόσια»· άλλωστε και στον ηγούμενο της μονής υποσχέθηκαν μητροπολιτική μίτρα. Επειδή η σύζυγος και ο αδελφός του Δουράκη ειδοποίησαν τον αρχικαπετάνιο για την παγίδα, αυτός αποπειράθηκε να τον δηλητηριάσει βάζοντας αφιόνι στο κρασί του… αλλά ο Κολοκοτρώνης κλώτσησε την κανάτα και έχυσε το κρασί… (Η περιγραφή της μεγάλης καταδίωξης στον Γέρο του Μοριά, του Σπύρου Μελά).

Στη συνέχεια, μέσω Κυθήρων, κατέληξε στη Ζάκυνθο όπου και εγκαταστάθηκε. Όμως ο «γέρος» δεν μεμψιμοιρεί: «… Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ζωῆς… μᾶς βοήθησε πολὺ εἰς τὴν ἐπανάσταση, διότι ἠξεύραμεν τὰ κατατόπια, τοὺς δρόμους, τὰς θέσεις, τοὺς ἀνθρώπους. Ἐσυνηθίσαμεν νὰ καταφρονοῦμεν τοὺς Τούρκους, νὰ ὑποφέρομεν τὴν πείναν, τὴν δίψαν, τὴν κακοπάθειαν, τὴν λέρα, καὶ καθεξῆς».

Πάντοτε σε εγρήγορση, κατά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1806-1812, θα προτείνει στους Ρώσους –στον στρατηγό Παπαδόπουλο και τον ναύαρχο Σινιάβιν– ένα σχέδιο για την απελευθέρωση του Μοριά. Και ενώ ο Παπαδόπουλος, ο «Σενέβης» και ο Μοτζενίγος, ο διοικητής των Επτανήσων, συμφωνούσαν, «ὁ Μπενάκης (γιος του μπέη της Μάνης στα Ορλωφικά) ἐναντιώθη, λέγων ὅτι: “Τὴν Πατρίδα μου, ἐγὼ δὲν τὴν χαλάω ἄλλη μία φορὰ σὰν τὸν πατέρα μου”». Άλλωστε, σύντομα, στα 1807, τα Επτάνησα θα παραδοθούν στους Γάλλους, ο δε Κολοκοτρώνης θα συνεχίσει τη δράση του σε ένα νέο πεδίο: ο στεριανός καπετάνιος θα μεταβληθεί και σε θαλασσινό: «Ἐπῆγα μὲ τὸν καπετὰν Ἀλεξανδρῆ εἰς τὸν Λεβάντε 10 μῆνας… εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, μᾶς ἐπολιόρκησαν… Εἴμεθα 1.400, ὅλοι οἱ Καπεταναῖοι τοῦ Ὀλύμπου, Παπαμπλαχάβας, Λιόλιος, Λαζόπουλα, κ.λπ.».

Πλέον είχε συναγάγει τα συμπεράσματά του: «Εἶδα τότε ὅτι, ὅ,τι κάμομε, θὰ τὸ κάμομε μοναχοὶ καὶ δὲν ἔχομε ἐλπίδα καμμία ἀπὸ τοὺς ξένους».

Εντούτοις, στην προσπάθειά του να απελευθερώσει τον Μοριά, θα φανταστεί ακόμα και ένα σχήμα συμμαχίας Ελλήνων και μουσουλμάνων: την Άνοιξη του 1808, όταν ο διοικητής της Πελοποννήσου, Βελή πασάς, γιος του Αλή πασά, απαίτησε από τον Αλή Φαρμάκη, ισχυρό τοπάρχη της Ηλείας, να γκρεμίσει τον πύργο του, ο Κολοκοτρώνης αποβιβάστηκε στον Μοριά για να τον συνδράμει και οι πολιορκητές, μετά από 65 ημέρες, «ἐζήτησαν συμβιβασμόν». Εν συνεχεία δε, στη Ζάκυνθο, μαζί με τον Αλή Φαρμάκη, «…ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑπάγομε εἰς τὸ Παρίσι διὰ νὰ εὕρομε τὸν Βοναπάρτε» αλλά τους εμπόδισε ο Γάλλος διοικητής Ντονζελό και τους κάλεσε να διαμορφώσουν το σχέδιο από κοινού: Αυτό προέβλεπε, σε συμφωνία με Έλληνες και Τούρκους προεστούς, «ὅλα τὰ κάστρα … νὰ κηρυχθοῦν ὑπὲρ ἡμῶν και νὰ κάμομε μιὰ κυβέρνηση, ἀπὸ 12 Τούρκους καὶ 12 Ἕλληνας… Ἡ σημαία μας, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὸ φεγγάρι καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸ Σταυρό». Και συνεχίζει ο «γέρος»: «…ἀφοῦ ἐπιάναμε ὅλα τὰ φρούρια, τότε τὸ ἐκάμναμε ἐθνικότερο καὶ ἐχαλούσαμε τοὺς Τούρκους…». Όμως, τα Επτάνησα άλλαξαν και πάλι χέρια και «τὸ σχέδιο ἐχάλασε μὲ τὴν παρρησίαν τῶν Ἄγγλων».

Τελικώς, το 1810, θα καταταγεί στο «Σύνταγμα Ελληνικού Πεζικού» των Άγγλων, αρχικώς ως λοχαγός και σύντομα ως ταγματάρχης, μέχρι το 1815.

Η οικογένεια του Κολοκοτρώνη είχε βιώσει έναν ανειρήνευτο πόλεμο με τους Τούρκους, «ἀπὸ τὰ 1553, ὅπου ἐφάνηκαν εἰς τὰ μέρη μας Τοῦρκοι», οι Κολοκοτρωναίοι «ποτὲ δὲν τοὺς ἀνεγνώρισαν, ἀλλ᾿ ἦσαν εἰς αἰώνιον πόλεμον… ἕνας ἀπόθανε ἀπὸ τὸν θάνατόν του (δηλαδή από φυσικά αίτια) ἀπὸ ἕξι ἀδέλφια τοῦ πατρός μου», ενώ «ἀπὸ 36 πρωτοξαδέλφια, μόνον 8 ἐγλύτωσαν… Δὲν εἶναι διάσιλο, ὁποὺ δὲν εἶναι θαμμένος Κολοκοτρώνης»…

Ο ίδιος, παρότι κύριος στόχος των διωγμών, επιβίωσε διότι διέθετε απαράμιλλο θάρρος, ένστικτο, στρατηγική σκέψη αλλά και περίσκεψη. Άλλωστε, κατά την πολυετή παραμονή του στη Ζάκυνθο και την ένταξή του αλληλοδιάδοχα στη στρατιωτική υπηρεσία Ρώσων, Γάλλων και Εγγλέζων, θα αποκτήσει γνώσεις ευρωπαϊκής τακτικής τις οποίες και θα ενσωματώσει στην κλέφτικη στρατιωτική τακτική. Εδώ, στο «Πεδεμόντιον των Επτανήσων», θα μάθει ουσιαστικώς και να διαβάζει:

Δὲν εἶναι παρὰ ἀφοῦ ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο, ὁποὺ εὕρηκα τὴν Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἁπλοελληνικήν. Τὰ βιβλία ὁποὺ ἐδιάβαζα συχνὰ ἦτον ἡ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἱστορία τοῦ Ἀριστομένη καὶ Γοργὼ καὶ ἡ Ἱστορία τοῦ Σκεντέρμπεη.

Παράλληλα, η μακρά παραμονή του στα Επτάνησα, σε μια εποχή μεγάλων ανατροπών, θα διευρύνει τους ορίζοντές του, ιδεολογικούς και πολιτικούς.

Ἡ γαλλικὴ ἐπανάστασις καὶ ὁ Ναπολέων ἔκαμε, κατὰ τὴν γνώμη μου, νὰ ἀνοίξει τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Πρωτύτερα τὰ ἔθνη δὲν ἐγνωρίζοντο, τοὺς βασιλεῖς τοὺς ἐνόμιζαν ὡς θεοὺς τῆς γῆς…. Δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐπανάστασίς μας, ὁποὺ ἐσχέτισε ὅλους τοὺς Ἕλληνας.

Πρόκειται για μια σημαντική παράμετρο που συχνά παραθεωρούμε. Ο Κολοκοτρώνης δεν υπήρξε μόνον κλεφταρματολός επί είκοσι πέντε χρόνια αλλά τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια βρισκόταν σε στενή επαφή με τις μεγάλες δυνάμεις, που ήταν παρούσες τότε στην Ανατολική Μεσόγειο και την Ελλάδα. Έτσι απέκτησε τις συνθετικές ικανότητες που θα του επιτρέψουν να μεταβληθεί στον αρχιστράτηγο μιας μεγάλης και γεωπολιτικά περίπλοκης επανάστασης…

Τὴν Ἑταιρείαν μὲ τὴν εἶπε ὁ Πάγκαλος… ὁ Ἀναγνωσταρᾶς μὲ ἔφερε γράμμα ἀπὸ τὴν Ἑταιρεία, καὶ τότε ἄρχισα νὰ κατηχῶ… καὶ εἰς τὰ 20 μὲ ἦλθαν γράμματα ἀπὸ τὸν Ὑψηλάντη διὰ νὰ εἶμαι ἕτοιμος, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ ἐδικοί μας. 25 Μαρτίου ἦτον ἡ ἡμέρα τῆς γενικῆς ἐπαναστάσεως … Εἰς τὰς 6 Ἰανουαρίου ἐβγῆκα, εἰς τὴν Μάνη εἰς τοῦ καπετὰν Παναγιώτη τοῦ Μούρτζινου τὸ σπίτι…. Ἐδῶ τελειώνει ἡ ζωή μου ἡ περασμένη, καὶ ἀρχινᾶ τῆς ἐπαναστάσεως.

Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ