Απόσπασμα (σσ. 92-99) από το βιβλίο του Ιωάννη Νικολακάκη, Η Ιστορία του Βιολογικού Πολέμου που κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.
[…] Σε κρατικό επίπεδο, πρωτοπόρος του βιολογικού πολέμου, αλλά και του χημικού πολέμου στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν το Γερμανικό Ράιχ. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου η χρήση βιολογικού πολέμου αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι της γερμανικής στρατιωτικής στρατηγικής, με σχέδια και ενέργειες που περιλάμβαναν την ανάπτυξη διαφόρων παθογόνων εναντίον ζώων και, έμμεσα εναντίον ανθρώπινων πληθυσμών. Το γερμανικό Γενικό Επιτελείο οδήγησε μια φιλόδοξη επιχείρηση βιολογικού πολέμου εστιάζοντας κυρίως στα ζώα που χρησιμοποιούνταν από στρατούς, «κάνοντας βιολογικά σαμποτάζ». Η εκστρατεία αυτή κατευθυνόταν εναντίον ουδέτερων χωρών που συμμετείχαν στην προμήθεια ζώων στους Συμμάχους και αργότερα επεκτάθηκε και στους αντιπάλους των Γερμανών. Μεταξύ των στόχων βρίσκονταν η Ρουμανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και πιθανώς η Ισπανία, η Νορβηγία και η Αργεντινή. Το Γενικό Επιτελείο φαίνεται να θεωρούσε ότι η χρήση αυτών των παραγόντων δεν παραβίαζε τη Σύμβαση της Χάγης του 1907269, καθώς στόχευαν στρατιωτικές προμήθειες και υποζύγια και όχι αντίπαλους στρατιώτες. Αυτές οι δραστηριότητες, που αποκαλύφθηκαν κυρίως μέσω της κατασκοπείας και κρυπτογράφησης του βρετανικού Room OB40270 και επιβεβαιώθηκαν από Βρετανούς πράκτορες, αλλά και τις αρχές των στοχευμένων χωρών, αφορούσαν στην εκτέλεση βιολογικών επιθέσεων με σκοπό τη διατάραξη των εφοδιαστικών αλυσίδων και της επιμελητείας πολέμου.
Ένα από τα αρχικά σχέδια το οποίο τελικά απορρίφθηκε από το Βερολίνο περιλάμβανε τη μόλυνση των πορτογαλικών ποταμών με το δονάκιο της χολέρας271. Αυτό δείχνει την προθυμία του γερμανικού στρατού να χρησιμοποιήσει την ασθένεια ως εργαλείο πολέμου, αν και οι πολιτικοί της εποχής το αρνήθηκαν, προς τιμήν τους. Οι εγκριθείσες επιχειρήσεις περιλάμβαναν τη χρήση του βακίλου του άνθρακα εναντίον διαφόρων ζώων. Αυτές οι επιχειρήσεις στόχευαν να ακρωτηριάσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες που ήταν κρίσιμες για τις προσπάθειες πολέμου των Συμμάχων. Ο Σουηδός αξιωματικός στρατού και ευγενής βαρόνος Όττο Καρλ Ρόμπερτ φον Ρόζεν (1884-1963) κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αποτέλεσε κεντρικό πρόσωπο σε μια σειρά από σχέδια που αφορούσαν στη χρήση βιολογικού πολέμου και δράσεις σαμποτάζ κατά των ρωσικών στρατευμάτων στη Φινλανδία και τις γύρω περιοχές.
Μία προσπάθεια ήταν η μόλυνση των ταράνδων που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά βρετανικών όπλων μέσω της βόρειας Νορβηγίας, αλλά και ο εξοπλισμός Φινλανδών με αμπούλες άνθρακα με απώτερο σκοπό να χορηγηθούν σε άλογα των Ρώσων. Το 1916, η νορβηγική αντικατασκοπεία άρχισε να ενδιαφέρεται για τον φον Ρόζεν, παρά την ουδετερότητα της Νορβηγίας κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο φον Ρόζεν εμπλεκόταν σε μια μυστική αποστολή που περιλάμβανε τη ριψοκίνδυνη μεταφορά ανώνυμου υλικού από τη Δανία στη Σουηδία, κάτι που επιβεβαιώθηκε από ανταλλαγές μηνυμάτων που αποκαλύφθηκαν από την αντικατασκοπεία. Η δράση του φον Ρόζεν διευρύνθηκε γρήγορα, περιλαμβάνοντας βιολογικό και ανορθόδοξο πόλεμο εναντίον των Ρώσων στη Φινλανδία με στόχο να υπονομεύσει τον έλεγχο του τσάρου στην περιοχή. Συγκεκριμένα, του απέστειλαν κύβους ζάχαρης από τη Γερμανία που περιείχαν φιαλίδια με σπόρους άνθρακα, τα οποία τοποθετήθηκαν στα ζωοτροφεία των ρωσικών στάβλων ώστε να προκαλέσουν ασθένεια κυρίως σε άλογα και λοιπά ζώα272.
Επιστρέφοντας στη Στοκχόλμη τον Σεπτέμβριο του 1916, ο φον Ρόζεν και οι συνεργάτες του μετέφεραν εκρηκτικά και άλλα εφόδια στη βόρεια Σουηδία, τοποθετώντας τα σε δήθεν κονσερβοκούτια με κρέας. Όταν η τοπική αστυνομία τούς συνέλαβε, κατάφεραν να την πείσουν ότι μετέφεραν φάρμακα για τους Φινλανδούς επαναστάτες, αλλά τελικά αποκαλύφθηκε η πραγματική φύση των «φαρμάκων» ως εκρηκτικά. Εκ πρώτης όψεως το φορτίο του εξοπλισμού δεν είχε μεγάλο όγκο εκρηκτικών, αλλά περιλάβανε κάποια ασυνήθιστα αντικείμενα, όπως μία κάμερα, ένα πιστόλι, ένα τυφέκιο, χάρτες της Ρωσίας και της Φινλανδίας, το ημερολόγιο του φον Ρόζεν, μια φιάλη στοματικού διαλύματος, ένα μικρό φιαλίδιο, δύο κουτιά με κύβους ζάχαρης και νομίσματα από τη Ρωσία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Οι συνεργάτες του φον Ρόζεν αποκάλυψαν κατά τις ανακρίσεις ότι η αποστολή τους είχε στόχο να εγείρει αντιρωσικά αισθήματα στη Φινλανδία και να υποστηρίξει την ανεξαρτησία της, με τον φον Ρόζεν να επιβεβαιώνει ότι ο σκοπός της αποστολής ήταν να βοηθήσει τους Φινλανδούς επαναστάτες. Ωστόσο, κανείς δεν αναφέρθηκε στον άνθρακα. Παρά την ουδετερότητα της Νορβηγίας, η κοινή γνώμη συμπαθούσε τους Φινλανδούς επαναστάτες, οδηγώντας τους Νορβηγούς πολιτικούς να επιδιώξουν μια γρήγορη διευθέτηση της υπόθεσης. Ο φον Ρόζεν απελάθηκε στη Σουηδία είκοσι μία ημέρες μετά τη σύλληψή του, ενώ οι κατηγορίες εναντίον των συνεργατών του απορρίφθηκαν273.
Μια πιο λεπτομερής έρευνα των κατασχεθέντων αντικειμένων αποκάλυψε την πραγματικά επικίνδυνη φύση της αποστολής του φον Ρόζεν. Εντοπίστηκε ένα σύνθετο οπλοστάσιο βιολογικών όπλων, με κύβους ζάχαρης που εμποτίζονταν από φιαλίδια με σπόρους άνθρακα και ένα διάλυμα που περιείχε πιθανώς τύφο, προοριζόμενο για τη μόλυνση τροφής ζώων. Η ανακάλυψη αυτή προκάλεσε πανικό στις νορβηγικές αρχές και στους συμμάχους, οδηγώντας σε δραστικά μέτρα. Σε απάντηση, η νορβηγική αστυνομία έσπασε τις διπλωματικές σφραγίδες στις αποσκευές ενός απεσταλμένου του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών αποκαλύπτοντας ένα μεγάλο απόθεμα εκρηκτικών και βιολογικών παραγόντων που προορίζονταν για σαμποτάζ και υποστήριξη των επαναστατών στη Φινλανδία. Το 1997, οι αμπούλες ανευρέθησαν σε ένα μουσείο αστυνομίας στο Τροντχάιμ της Νορβηγίας και η περαιτέρω ανάλυσή τους κατέδειξε θραύσματα από βάκιλο του άνθρακα274. Δεν γνωρίζουμε τα αποτελέσματα των πιθανών επιθέσεων που ενδέχεται να είχαν συμβεί, καθώς οι απομακρυσμένες περιοχές, η συχνότητα του άνθρακα, αλλά και η αναταραχή που ακολούθησε στην τσαρική Ρωσία περιορίζει την εύρεση πηγών.
Μία άλλη περίπτωση βιολογικού σαμποτάζ ήταν η μόλυνση των ρουμανικών προβάτων που εξάγονταν στη Ρωσία ξανά με βάκιλο του άνθρακα. Η γερμανική επιχείρηση όμως δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί, καθώς η Ρουμανία κήρυξε πόλεμο στην Αυστρία και τη Γερμανία στις 27 Αυγούστου 1916, την ίδια μέρα που οι καλλιέργειες έφτασαν στην ομάδα κατασκόπων στο Βουκουρέστι και θάφτηκαν στον κήπο της γερμανικής αποστολής275. Ένα μήνα αργότερα, οι καλλιέργειες ανακαλύφθηκαν μαζί με 50 δέματα TNT και ταυτοποιήθηκαν ως άνθρακας και Burkholderia mallei από τον δρα Βίκτωρ Μπάμπες, καθηγητή του Ινστιτούτου Μικροβιολογίας και Βακτηριολογίας στο Βουκουρέστι276. Το επόμενο έτος, οι γαλλικές δυνάμεις στο Δυτικό Μέτωπο εξέδωσαν γενική προειδοποίηση ότι είχε συλληφθεί ένας πράκτορας με αμπούλες B. mallei και με οδηγίες να μολύνει άλογα ή τις ζωοτροφές τους. Μετά την ανακωχή διαπιστώθηκε ότι ο Γερμανός πρόξενος στη Ζυρίχη οργάνωνε την αποστολή καλλιεργειών χολέρας στην Ιταλία μέσω πρακτόρων. Επίσης, το Βερολίνο ενέκρινε τη χρήση του Bacillus anthracis και του Burkholderia mallei εναντίον αργεντίνικων προβάτων και βοοειδών καθώς και αλόγων, τα οποία προμηθεύονταν στη Βρετανία και τον ινδικό στρατό277. Ο άνθρακας κατά τη συνήθη πρακτική τοποθετούνταν μέσα σε κύβους ζάχαρης και μεταφέρονταν με υποβρύχιο στο Μπουένος Άιρες278. Από την επίθεση 200 μουλάρια πέθαναν το 1917 και το 1918 αντίστοιχα. Ωστόσο, είναι λιγότερο σίγουρο εάν οι θάνατοι βοοειδών και αλόγων από άνθρακα και μάλη, σε πλοία που έφταναν στο Μπορντό από την Αργεντινή το 1916, μπορούν να αποδοθούν στους Γερμανούς.
Στις ΗΠΑ ο Φραντς φον Πάπεν279 (Franz von Papen, 1879-1969), ο στρατιωτικός ακόλουθος στην Ουάσιγκτον και αργότερα καγκελάριος της Γερμανίας, είχε μολύνει ζωοτροφές αλόγων και βοοειδών που προορίζονταν για την Αγγλία με καλλιέργειες B. anthracis και B. mallei το 1915. Οι μη επιτυχημένες δραστηριότητές του παρακολουθούνταν συνεχώς από τη βρετανική κατασκοπεία και τους Αμερικανούς. Υπάρχει αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι το 1915 Γερμανοί πράκτορες ενοφθάλμισαν άλογα και βοοειδή, που ξεκινούσαν από λιμάνια των ΗΠΑ για αποστολή στους Συμμάχους, με παθογόνα βακτήρια280.
Επίσης, ο Άντον Ντίλγκερ (1884-1918) γιος ενός Γερμανού μετανάστη και ήρωα του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου στάλθηκε στη Γερμανία σε ηλικία εννέα ετών, όπου και έλαβε το πτυχίο του στην ιατρική το 1912. Με την έναρξη του πολέμου, υπηρέτησε σε γερμανικά στρατιωτικά νοσοκομεία στο πεδίο της μάχης. Η θέα τραυματισμένων και νεκρών συγγενών του στη σύγκρουση επιτάχυνε τη μεταστροφή του σε μια φιλογερμανική και αντισυμμαχική προσέγγιση. Την 29η Σεπτεμβρίου 1915, όταν άφησε τη Γερμανία για την Ουάσιγκτον, έφερε μαζί του ένα μικρό χαρτοφύλακα γεμάτο με φιαλίδια που περιείχαν στελέχη άνθρακα και μάλης 281. Μαζί με τον αδερφό του Καρλ, πρώην ζυθοποιό, ίδρυσαν ένα εργαστήριο σε μια οικία στο Μέριλαντ, όπου καλλιέργησαν αυτά τα βακτήρια επί αρκετούς μήνες. Με τη βοήθεια συντρόφων και χειριστών ενοφθάλμισαν κρυφά τον άνθρακα στα άλογα, ενώ η μάλη τοποθετούνταν μέσα στις ρινικές τους κοιλότητες ή χυνόταν στο νερό τους. Αυτές οι ενέργειες διεξήχθησαν σε διάφορα λιμάνια της Ανατολικής Ακτής όπως το Νόρφολκ, η Νέα Υόρκη και η Βαλτιμόρη. Οι Ντίλγκερ συνέχισαν να λειτουργούν το εργαστήριό τους μέχρι τις 29 Ιανουαρίου 1916, όταν ο Άντον επέστρεψε ξαφνικά στη Γερμανία, καθώς είχε πληροφορηθεί ότι η αστυνομία της Νέας Υόρκης άρχισε να κάνει ερωτήσεις περί σχεδίων δηλητηρίασης των αλόγων που θα αποστέλλονταν στους Συμμάχους, ενώ ταυτόχρονα τοποθετήθηκαν φρουροί στα σταυλιζόμενα άλογα. Αυτή η επαγρύπνηση κατάφερε να αποτρέψει μια εκτεταμένη βιολογική επίθεση και ο Άντον Ντίλγκερ διέφυγε στη Γερμανία τιμώμενος με τον Σιδηρούν Σταυρό τον Ιανουάριο του 1918, σε αναγνώριση του έργου του. Ωστόσο, λίγο μετά πέθανε από Ισπανική Γρίπη στη Μαδρίτη. Οι δράσεις του Ντίλγκερ έχουν αποτυπωθεί σε βιβλίο, καθώς είχαν προκαλέσει μεγάλη αίσθηση και αναφέρεται ως «ο άνθρωπος με τη μυστική αποστολή να φέρει τον Μεγάλο Πόλεμο στις ΗΠΑ»282.
Κάποιες πιο αναξιόπιστες μεταπολεμικές γαλλικές πηγές283 αναφέρονται σε άλλες υποτιθέμενες γερμανικές μυστικές δραστηριότητες βιοπολέμου, όπως μια προσπάθεια ενός Γερμανού πράκτορα να διαδώσει την πανώλη στην Αγία Πετρούπολη το 1915, η σύλληψη ενός άλλου Γερμανού πράκτορα με παρόμοιες προθέσεις στη Ρωσία το 1916 και μια υποτιθέμενη επιτυχημένη μόλυνση 4.500 μουλαριών από μάλη στη Μεσοποταμία το 1917. Ωστόσο, η μάλη ήταν μία κοινή ασθένεια των ζώων κατά την εποχή εκείνη κάνοντας τους ανωτέρω ισχυρισμούς δύσκολο να αποδειχθούν284. Επίσης, υπήρχαν φήμες περί χρήσης του Δορυφόρου της Πατάτας, ενός σκαθαριού που καταστρέφει μαζικά σοδειές πατάτας, αλλά οι οποίες παραμένουν εξίσου αναπόδεικτες285. Τον Οκτώβριο του 1917, οι Βρετανοί έλαβαν πληροφορίες από μια γαλλική πηγή ότι «ο εχθρός είχε ενοφθαλμίσει έναν μεγάλο αριθμό αρουραίων με πανούκλα και σκόπευε να τους ελευθερώσει στο Ηνωμένο Βασίλειο από υποβρύχια ή αεροπλάνα». Ωστόσο, δεν υπάρχει ουσιαστική απόδειξη ότι η Γερμανία επιδίωξε να χρησιμοποιήσει βιολογικά όπλα εναντίον ανθρώπων. Τον Σεπτέμβριο του 1916, ο επίατρος Βίντερ, αξιωματικός του 21ου Σώματος Στρατού, πρότεινε τη χρήση ζέπελιν για τη ρίψη βομβών πανούκλας στα αγγλικά λιμάνια. Σε απάντηση της πρότασης, ο Γερμανός γενικός αρχίατρος απάντησε ότι, «αν κάνουμε αυτό το βήμα δεν θα αξίζουμε πλέον να υπάρχουμε ως έθνος»286. Γενικώς οι βιοεπιθέσεις εναντίον ανθρώπων φέρεται να αποκλείστηκαν από τους Γερμανούς τόσο για ηθικούς, όσο και για τον φόβο αντεκδίκησης από τους αντιπάλους.
Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
Στο τέλος του πολέμου, το γερμανικό Γενικό Επιτελείο κατέστρεψε εσκεμμένα το μεγαλύτερο μέρος των εγγράφων που σχετίζονταν με το πρόγραμμα βιολογικού σαμποτάζ. Ωστόσο, μελέτες της εκστρατείας σαμποτάζ καταλήγουν ότι το βακτηριολογικό εργαστήριο της γερμανικής Στρατιωτικής Κτηνιατρικής Ακαδημίας στο Βερολίνο ήταν η πιθανή πηγή των καλλιεργειών της μάλης και του άνθρακα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου287.
Συμπερασματικά, η δράση της Γερμανίας στον βιολογικό πόλεμο ως μέσο σαμποτάζ διαδραμάτισε κρίσιμο ρόλο στην εκκίνηση του ευρύτερου προγράμματος επιθετικού βιολογικού πολέμου όλων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, κυρίως όμως για τους Σοβιετικούς, που περιβάλλονταν από έθνη εχθρικά διακείμενα προς τον κομμουνιστικό σκοπό. Για πρώτη φορά υπήρχε η δυνατότητα δημιουργίας ισχυρών όπλων, μέσω της εφαρμογής της επιστήμης, εναντίον των οποίων υπήρχε ελάχιστη ή καθόλου άμυνα, διασφαλίζοντας έτσι την επιβίωση του πρώτου κράτους υπαρκτού σοσιαλισμού. Βέβαια, το γερμανικό πρόγραμμα ήταν σημαντικό για αρκετούς λόγους. Πρωτίστως, ήταν η πρώτη φορά που ο βιολογικός πόλεμος χρησιμοποιήθηκε επιθετικά με οργανωμένο τρόπο. Δεύτερον, βασιζόταν σε επιστημονική κατανόηση και, τρίτον, απέδειξε πως τα βακτήρια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κρυφά για να αλλάξουν την πορεία του πολέμου. Ίσως ακόμη πιο σημαντικό ήταν η δυσχέρεια για πρόληψη και προστασία από τις επιπτώσεις μιας βιολογικής επίθεσης. Το πρόγραμμα συνεχίστηκε μυστικά έως το 1933 όπου δοκιμάστηκαν βιολογικά όπλα από Γερμανούς, κυρίως με άνθρακα και μάλη288. Όμως, με την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία, τα επιθετικά βιολογικά προγράμματα διακόπηκαν 289 λόγω, πιθανώς, της απέχθειάς του προς τα βιολογικά όπλα. Κλείνοντας, αν και τα χημικά όπλα δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά τον πόλεμο, η Γερμανία συνέχισε να τα παράγει, για την περίπτωση επίθεσης των αντιπάλων της με αυτά290.
269 Hudson MO. 1931 σ. 114-7.
270 Hugh-Jones M. 1992 σ. 379-402.379-381.
271 Hugh-Jones M. 1992 σ. 382.
272 Redmond C, Pearce M, Manchee R, et al. 1998 σ. 747-8.
273 Rimmington A. 2018. σ. 17-19.
274 Antwerpen MH, Sahl JW, Birdsell D, Pearson T, Pearce MJ, Redmond C, Meyer H, Keim PS. 2017.
275 Hugh-Jones M. 1992 σ. 381.
276 Hugh-Jones M. 1992 σ. 382.
277 Ό.π.
278 Carus WS. 1998 σ. 69.
279 Papen F. 1952.
280 Stockholm International Peace Research Institute. 1971. σ. 216.
281 Wheelis M. 1998 σ. 213.
282 Koenig RL. 2006.
283 Stockholm International Peace Research Institute. 1971. σ. 217.
284 Rimmington A. 2018. σ. 17.
285 Leitenberg M, Zilinskas R, Kuhn J. 2012. σ. 408.
286 Rimmington A. 2018. σ. 17.
287 Rimmington A. 2018. σ. 19.
288 Rimmington A. 2018. σ. 39.
289 Geissler E, Guillemin J. 2010 σ. 2-23.
290 Smart JK. σ. 43.
