Αρχική » Ἡ Αἰσθησιοκρατία τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου

Ἡ Αἰσθησιοκρατία τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου

από Άρδην - Ρήξη

του Άγγελου Γ. Προκοπίου* από το αφιέρωμα του νέου Ερμή του Λόγιου (τ. 28-29) στον Περικλή Γιαννόπουλο.

I. Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΙΣΜΟΥ

Εποχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ διαφωτισμοῦ θὰ ὀνομαστεῖ κάποτε ἀπὸ τὸν ἱστορία ἡ περίοδος 1880-1910 γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωντάνια της καὶ τὶς τολμηρὲς λύσεις ποὺ ζήτησε νὰ δώσει στὶς πνευματικὲς τύχες τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τὸ ρεῦμα τῆς διανοητικῆς ἐκείνης κίνησης, ποὺ ἄρχισε μὲ τὸ «ταξίδι» τοῦ Ψυχάρη καὶ τέλειωσε στὰ «σύγχρονα προβλήματα τοῦ ἑλληνισμοῦ» τοῦ Γ. Σκληροῦ, ζήτησε μ’ ἕνα πνεῦμα κριτικὸ κι’ ἐπιστημονικό ν’ ἀναμορφώσει τὶς ἰδέες καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Ἔθνους καὶ νά τὸ ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴ βαρειὰ κληρονομιὰ τοῦ σχολαστικισμοῦ. Δὲν ἔχουν ἀρκετὰ ξεκαθαριστεῖ ὡς τὰ σήμερα οἱ ἱστορικοὶ λόγοι τῆς ἐπιβολῆς αὐτῆς τῆς κληρονομίας. Τὸ Ἔθνος στὶς παραμονὲς τῆς μεγάλης του ἐπανάστασης παρουσιάζεται στὴν Ἱστορικὴ σκηνὴ χειραφετημένο ἀπὸ τὴν πνευματικὴ κηδεμονία τοῦ Φαναριοῦ, Τί μεσολάβησε γιὰ νὰ ὑποδουλωθεῖ πάλι σ’ αὐτὸ καὶ νὰ χρειαστεῖ δεύτερη ἐπανάσταση στὰ 1880-1910, γιὰ ν’ ἀποκατασταθεῖ ἡ πνευματική του ἰσορροπία;

 Ἔχομε σήμερα συγκεντρώσει ἀρκετὸ ὑλικὸ γιὰ νὰ σχηματίσομε μιά πλήρη εἰκόνα τῆς προεπαναστατικῆς ἐποχῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πιὰ ὅτι τὸ Ἔθνος κατέληξε, δὲν ἄρχισε μὲ τὸ εἰκοσιένα! Εἶχε προηγηθεῖ μιά πνευματικὴ καὶ ὑλικὴ ὡριμότητα, ποὺ ἀποτέλεσμά της ἀναγκαῖο στάθηκε ἡ καταφυγὴ στά ὅπλα. Ἀπὸ τὰ δημοτικὰ τραγούδια ἴσαμε τὴ χειροτεχνία καὶ τὶς καλὲς τέχνες, τὰ μνημεῖα τῆς προεπαναστατικῆς περιόδου μαρτυροῦνε ἕναν λαϊκὸ πολιτισμὸ ποὺ ἀνθοῦσε. Ἡ ἐπανάσταση εἶχε γι’αυτὸ γνήσιο δημοτικὸ χαρακτῆρα καὶ οἱ ἐσωτερικὲς περιπλοκὲς δὲν κατάφεραν νὰ τὸν ἀλλοιώσουν εἰς ὄφελος τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης κοινωνικῆς μερίδας. Δὲν γλύτωσε ὅμως τὸ εἰκοσιένα ἴσαμε τὸ τέλος τὴν παραμόρφωση. Σὲ μιὰν ἐποχὴ εὐρωπαϊκῆς ἀντίδρασης κατὰ τῶν λαῶν, ἡ Ἑλλὰς βρέθηκε στὴν ἀνάγκη νὰ ζητήσει τὴ συνδρομὴ τῆς Δύσης. Παραιτήθηκε ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς διεκδικήσεις της, ἀρνήθηκε τὸ δημοτικό της χαρακτῆρα καὶ ἀντικατάστησε τὴν πολιτικὴ δεσποτεία τῆς Πύλης μὲ τὴν πνευματικὴ δεσποτεία. τοῦ Μονάχου. Ὁ σχολαστικισμὸς διωγμένος στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνα ἀπὸ τὸ παράθυρο, ἔμπαινε τώρα μὲ τὸ νεοκλασσικισμὸ καὶ τὴν καθαρεύουσα θριαμβευτικὰ ἀπὸ τὴν πόρτα. «Ἡ γενιά τῶν ἀγωνιστῶν πρὶν ἐκλείψει ζήτησε νὰ διορθώσει τὸ σφάλμα της. Δὲν ἤθελε ν’ ἀφήσει στοὺς ἐπιγόνους ἕνα ἔθνος ὑπόδουλο. Νοσταλγοῦσε τὴν ἐποχή τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ καὶ ξαναγύριζε κάθε τόσο σ’ αὐτὸν, μὲ τ’ ἀπομνημονεύματα τῶν ἀρχηγῶν, τὶς ζωγραφιὲς, τὰ κεντήματα καὶ τὰ γλυπτά στὶς μαλακὲς ὕλες. Ὕστερα ἀπὸ 20 ξεσηκώματα τὸ Μόναχο καταλύθηκε πολιτικά. Μὰ ἡ πνευματικὴ δεσποτεία ἔμεινε καὶ μετὰ τὴν κατάλυση! Οἱ τελευταῖοι ἀγωνιστὲς σβύσανε χωρὶς νὰ προλάβουνε τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐπανόρθωση. Καὶ ἡ νέα γενιά φορτώθηκε τὸ βάρος τῆς πνευματικῆς αὐτῆς κληρονομιᾶς τοῦ σχολαστικισμοῦ!

ΙΙ. Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΟΥ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ

Οἱ πληγὲς τοῦ Ἔθνους ἀπὸ τὴν ἐπανάστασή του ἄρχισαν νὰ κλείνουν. Τὸ χρῶμα παρουσιάστηκε ξανὰ στὸ πρόσωπό του, τὰ νέα κέντρα τοῦ ἑλληνισμοῦ στὴν Ἀθήνα, στὸν Πειραιᾶ, στὴν Πάτρα, στὴ Σύρα, πλέκουνε σφιχτὸ δίχτυ ἐμπειρικῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὴν Ἀλεξάντρα, Ὀντέσσα, Σμύρνη, Μαρσίλια. Ὁ Ρωμηὸς κυριαρχεῖ καὶ πάλι στὴν πιάτσα τῆς μεσογειακῆς λεκάνης. Νέα τάξη ἀνθρώπων, νέα τάξη συμφερόντων, νέα τάξη ἰδεῶν ἀναπηδᾶ. Ὀ ἀστὸς εἶναι τὸ κέντρο τῆς καινούργιας ζωῆς. Ἡ διεθνὴς ἀτμόσφαιρα βοηθᾶ τὸ ξύπνημά του. Ἡ Γαλλία ἔχει κατανικήσει τὰ τελευταῖα ἀπομεινάρια τῆς παλινόρθωσης καὶ ἡ ὁρμητικὴ ἀνάπτυξη τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν χαρίζει στὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμὸ ὄχι μόνο μιὰ θαυμαστὴ βιομηχανία, κυρίαρχη στὶς φυσικὲς δυνάμεις, μὰ καὶ μιὰ σκέψη θαυμαστὴ ποὺ ὀνόμασαν νατουραλισμό. Ὕστερα ἀπὸ τὸ Ντάρβιν, ὁ Σπένσερ, ὁ Ταίν, ὁ Ζολᾶ, ὁ ἐμπρεσσιονισμός! Βασικὴ ἀρχὴ στὴν πνευματικὴ τούτη κίνηση εἶναι ἡ φύση, οἱ νόμοι της, οἱ μεταβολὲς της, οἱ ἐπιδράσεις της, τὰ φαινόμενά της. Ἡ κοσμοθεωρία τοῦ φυσιοκρατισμοῦ ξανασυνδέει τὸ σῆμα τῆς παράδοσής της μὲ τοὺς Γάλλους ἐγκυκλοπαιδιστὲς καὶ τοὺς Ἄγγλους αἰσθησιοκράτες μ’ ἕνα λόγο, μὲ τὸν ὑλισμὸ τοῦ διαφωτισμοῦ τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνα.

Ἡ Ἑλλὰς περνάει στὴ σφαῖρα τῆς νατουραλιστικῆς ἐπίδρασης ὥριμη ἱστορικὰ γιὰ ν’ ἀναπτύξει τὸ πνεῦμα της. Ἡ ἐποχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ διαφωτισμοῦ ἀρχίζει μὲ τὴ γλωσσικὴ μεταρρύθμιση καὶ προχωρεῖ. Στὴν παιδεία καὶ στὸ γραφτὸ λόγο ὁ δημοτικισμὸς, στὶς καλὲς τέχνες ὁ ἐμπρεσσιονισμὸς, στὴ φιλοσοφία ὁ ὑλισμὸς, στὴν πολιτικὴ καὶ στὴν οἰκονομία ἡ ρεαλιστικὴ σκέψη. Γενικὸ προσανατολισμό του ἔχει τὸ ρεῦμα τὸ λαὸ, σὰν φαινόμενο τοῦ φυσικοῦ καὶ ἱστορικοῦ βίου ποὺ ἔπρεπε νὰ μελετηθεῖ σ’ ὅλες του τὶς ἐκδηλώσεις. Τὸ φυσιοκρατικὸ αὐτὸ ρεῦμα ἐναντιώθηκε μὲ κριτικὴ ὀξύτητα πρωτοφάνερη σ’ ὅλα τ’ ἀπομεινάρια τῆς πνευματικῆς δυναστείας τοῦ Φαναριοῦ καὶ τοῦ Μονάχου. Πολέμησε νὰ καθαρίσει τὸ νεοελληνικὸ πεδίο ἀπὸ τὶς τελευταῖες συνέπειες τῆς πνευματικῆς ἥττας τοῦ εἰκοσιένα καὶ νὰ ξανασμίξει μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἔθνους, μὲ τὶς δημοτικὲς παραδόσεις του, ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει στὰ τέλη τοῦ ἀγῶνα. Ὁ λαϊκὸς πολιτισμὸς τοῦ προεπαναστατικοῦ ἔθνους εὕρισκε τώρα μόλις τὴν ἀναγνώριση καὶ τὴ συμπάθεια ποὺ τοῦ εἶχαν ἀπαρνηθεῖ ἐπὶ μισὸ αἰῶνα.

ΙΙΙ. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ

Μέσα σ’ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ γνώρισε τοὺς δημοτικιστὲς, τὸ Νουμᾶ, τὸ Γαβριηλίδη, τοὺς κοινωνιολόγους, τὴ φιλολογία γύρω ἀπὸ τὸ Βοὼτ καὶ τοὺς ὑλιστὲς, μ’ ἕνα λόγο τὸ ρεῦμα τοῦ ἑλληνικοῦ διαφωτισμοῦ, προβάλλει ἡ φυσιογνωμία τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου. Ἡ συγγένειά του μὲ τὸ ρεῦμα εἶναι ὁλοφάνερη. Κοινὸ τὸ πάθος κατὰ τοῦ σχολαστικισμοῦ, κοινὴ ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν ἑλληνικὴ φύση, κοινὲς καὶ οἱ πνευματικὲς ἀφετηρίες στὸ γαλλικὸ νατουραλισμό. Ὁ Γιαννόπουλος δὲν εἶναι ἡ μοναδικὴ προσωπικότητα σὲ μιὰν ἐποχὴ στεῖρα ποὺ δὲν τὸν ἔνιωσε τάχα, ὅπως ἐπαναλαμβάνει ἀπὸ τὴν ἐποχή τοῦ θανάτου του σ’ ὅλους τοὺς τόνους ἡ κριτική. Εἶναι ἕνας ἀπολογητὴς καὶ μαχητὴς μαζὺ, πνευματικῆς ζωῆς ποὺ ἀνέβλυσε σὲ γόνιμο καιρὸ καὶ τόπο καὶ πραγμάτωσε τοὺς ὅρους τοῦ πνευματικοῦ συγχρονισμοῦ τῆς Ἑλλάδας. Δὲν μειώνεται μιὰ πνευματικὴ ἀξία ὅταν ἡ ἑρμηνεία ἀποκαθιστᾶ τοὺς μυστικοὺς δεσμούς της μὲ τὸ ἱστορικό της περιβάλλον. Φωτίζεται καὶ κατανοεῖται περισσότερο κι’ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν καλλίτερη ἀνταμοιβή της. Ἀλλοῦ βρίσκεται ἡ ἀξία τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου. Ὄχι στὴν «ἀντίθεσή του» μὲ τὴν ἱστορικὴ στιγμὴ ποὺ τὸν γέννησε, ὄχι στὴν «παγκόσμια πρωτοτυπία του», ὄχι στὴν ἑλλαδικὴ μοναδικότητά του. Ὀ Περ. Γιαννόπουλος εἶναι μεγάλος γιατὶ κατόρθωσε μ’ ἐπιτυχία νὰ προσαρμόσει τὰ συνθήματα τοῦ ἑλληνικοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τοῦ γαλλικοῦ νατουραλισμοῦ στὶς συγκεκριμένες ἑλληνικὲς συνθῆκες τῆς τέχνης μας, νὰ χτυπήσει κατακέφαλα τὴ βαυαρικὴ παράδοση καὶ νὰ προετοιμάσει τὸ ζωγραφικὸ ρεῦμα τοῦ ἑλληνικοῦ ἑμπρεσσιονισμοῦ ποὺ ἐπὶ 35 χρόνια καλλιέργησε καὶ καρποφόρησε τὰ διδάγματά του. Ὅ,τι στάθηκε γιὰ τὸ δημοτικισμὸ ὁ Ψυχάρης, γιὰ τὴν ἑλληνικὴ κοινωνιολογία ὁ Σκληρός, γιὰ τὴν πολιτικὴ ὁ Τρικούπης, ὁ Γιαννόπουλος στάθηκε γιὰ τὴν αἰσθητική. Σάν ἱστορικὸς τῆς νεοελληνικῆς τέχνης ὀφείλω νὰ ἐκφράσω στὸ σημεῖο αὐτὸ δημόσια τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὸν Γ. Κ. Κατσίμπαλη, ποὺ συγκέντρωσε μὲ ἀγάπη, ἐνθουσιασμό, εὐσυνειδησία καὶ ὀρθὸ αἰσθητήριο ἐπιλογῆς ὅ,τι καλλίτερο εἶχε νὰ παρουσιάσει ὁ Γιαννόπουλος ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ καὶ μᾶς ἔδωσε ὁλοκληρωμένο τὸ ἔργο τοῦ μεγαλείτερου αἰσθητικοῦ τῆς νεώτερης Ἑλλάδας στὸ φύλλο 1-3 τῆς φετεινῆς χρονιᾶς τῶν «Νέων Γραμμάτων».

ΙV. ΤΡΙΑ ΒΑΣΙΚΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

Ὁ Γιαννόπουλος λοιπὸν εἶναι κατὰ πρῶτο καὶ κύριο λόγο αἰσθητικός! Τὸ πρῶτο γνώρισμα τῆς αἰσθητικῆς του εἶναι ὁ ΑΝΤΙ-ΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ! Ζητοῦσε ἀπὸ τὴ ζωγραφική, τὴ γλυπτική, τὴν ἀρχιτεκτονική, τὴ μουσική, τὴ λογοτεχνία, νὰ σπάσουν κάθε δεσμὰ μὲ τὴν εὐρωπαϊκὴ σκέψη. Ἡ ὁρμητικὴ καὶ ἀπόλυτη τούτη καταδίκη του εἶχε τὸ ἱστορικὸ καὶ σχετικὸ νόημα τῆς ἄρνησης τοῦ βαυαρισμοῦ, ὅσο κι’ ἄν ξαφνιάζει σήμερα, στὴν ἐποχή της ἐπετέλεσε ἕνα σκοπὸ ἀναγκαῖο καὶ γι’ αὐτὸ σωστό.

Ὁ Γιαννόπουλος γιὰ ν’ ἀποσπάσει τὴ νεοελληνικὴ τέχνη ἀπὸ τὴ γοητεία τοῦ Μονάχου ἔπρεπε νὰ καταγγείλει ἀμείλικτα κάθε εἶδος συμβιβασμοῦ τῆς Ἑλλάδας μὲ τοὺς «εὐεργέτες» της. Ἡ ἐπιτυχία του βρίσκεται στὴν ὀρθὴ ἐκτίμηση τῆς πιὸ ἀδύνατης πλευρᾶς τοῦ ἐχθροῦ του. Ἡ ἀχίλλεια φτέρνα τοῦ Μονάχου εἴταν τὸ χρῶμα του! Σημάδεψε ἐκεῖ! Ὅλα τὰ βέλη του βουτηγμένα στὴ χολὴ τῆς πιὸ πικρῆς εἰρωνείας, τοῦ πιὸ σκληροῦ χλευασμοῦ, τῆς ὀξύτερης δηκτικότητας, αὐτὸ εἴχαν στόχο τους. Καὶ στὸ τέλος ὁ ἐχθρός του λύγισε καὶ σωριάστηκε. Στὸ Ζαχ. Παπαντωνίου ἔλαχε ὁ ἱστορικὸς κλῆρος νά περιφέρει πίσω ἀπὸ τὸ ἅρμα του τὸ πτῶμα τοῦ ἐχθροῦ, στὸ σκονισμένο στίβο.

Εἶναι ὁ αἰσθητικὸς ποὺ χάρηκε στὴν ἐποχή του τὰ βλαστάρια τῆς σπορᾶς τοῦ Γιαννόπουλου. Τὸν Μαλέα καὶ τὸν Παρθένη! Γιατὶ τὸ Μόναχο ἀγνοοῦσε τὸ χρῶμα; Γιατὶ ἡ σχολὴ του, ἀπὸ τὸ Γύζη ἴσαμε τὸ Βικᾶτο, συνδέθηκε ἀποκλειστικὰ μὲ τὸν κλειστὸ χῶρο τοῦ ἀτελιέ.

Στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνα, οἱ Γάλλοι, στηριγμένοι σὲ μιὰ βάση πειραματικὴ κι’ ἐπιστημονικὴ, μπολιάσανε τὴ ζωγραφικὴ μὲ τὴ θεωρία τῶν συμπληρωματικῶν χρωμάτων ποὺ ἔκαναν τοὺς πίνακές τους νὰ φωτιστοῦν καὶ νὰ ἀτμοσφαιριστοῦνε. Ὁ Γιαννόπουλος δὲν εἶχε εἰδικὸ καλλιτεχνικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ νὰ παρακολουθεῖ τὴν ζωντανὴ κίνηση της γαλλικῆς ζωγραφικῆς ποὺ πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸ κήρυγμά του εἷχεν ἐπικοινωνήσει μὲ τὸ ὕπαιθρο. Ἔβλεπε τὴ διεθνῆ τέχνη μὲ τὸ πρίσμα τῆς ἑλληνικῆς ποὺ δὲν εἶχε ἀποσπασθεῖ ἀκόμα ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ χρωματολογία τοῦ κλειστοῦ χώρου. «Εἶχον τὸ δικαίωμα –γράφει– τώρα ἀμέσως ἐδῶ κατωτέρων νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς ζωγραφικὰς ἐκθέσεις, νὰ συνοψίσω ὅλας εἰς μίαν χροϊκὴν εἰκόνα καὶ μὲ δίκαιον θυμόν, διασπαθίζων νὰ δείξω ἀνετώτατα τὸ ὅλον εὐρωπαϊκὸν χρῶμα τῆς ζωγραφικῆς, ὡς σκοτεινότητα μὲ καπνιὰν καμινάδας, ὡς ἀγριότητα δι’ ἀνοικτοχροΐας κόκκινον, φρέσκον, βρεμμένον, ἀχνίζον, αἱμοστάζον τσαροῦχι καὶ νὰ θέσω εἰς τὸ δίλημμα τὴν ζωγραφικὴν ἤ νὰ πετάξει τὰ χρώματά της καὶ τὰς τεχνοτροπίας καὶ νὰ τραπεῖ αὐθημερὸν εἰς τὴν μελέτην τῆς Φύσεως, ἤ νὰ βάλει τοὺς ζωγράφους τὸν ἕνα ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν τοῦ ἄλλου διὰ νὰ γρονθοκοπήσει ὁ τελευταῖος τὸ πρόσωπον τοῦ Ἡλίου καὶ νὰ μουντζουρωθοῦν οὕτω ὀλίγον τὰ χρώματα. Ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κάμω» (Ν. Γ., σελ. 141, τεῦχ. 1/3/1938). Τὸ χτύπημα τοῦ Γιαννόπουλου εἴταν ἱστορικὰ ἐπιβεβλημένο. Ἡ ζωγραφικὴ ἄν πραγμάτωσε στὴν Ἑλλάδα μιὰ πρόοδο μετὰ τὸ θάνατό του εἴταν ἀκριβῶς πάνω στὴ βάση τῆς χρωματολογίας. «Τὸ χῶμα θ’ ἀναδώσει μόνο του ὅ,τι ἔγραψα», εἶπε ὅταν ἔκαψε τὰ χειρόγραφά του. Καὶ πραγματικὰ τὸ ἀνέδωσε.

– Τὸ δεύτερο γνώρισμα τῆς αἰσθητικῆς τοῦ Γιαννόπουλου εἶναι ἡ στροφή του πρὸς τὶς ΠΗΓΕΣ τῆς καλλιτεχνικῆς ζωῆς τῆς ΦΥΛΗΣ. Εἶταν ἡ λογικὴ ἀκολουθία τοῦ ἀντι-εὐρωπαϊσμοῦ του καὶ ἡ θετικὴ ὄψη τῆς διδαχῆς του. Δυὸ παράγοντες συντελέσαν στὴ διαμόρφωση τῆς φυλετικῆς αὐτῆς αἰσθητικῆς του. Ὁ πρῶτος εἶναι ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ κι’ ἔχει τὴν προέλευσή του στὴν ἀνάγκη τοῦ Ἕλληνα ἀστοῦ νὰ διορθώσει τὸ λάθος τοῦ εἰκοσιένα καὶ νὰ συνεχίσει, λύνοντας τὴ σύμβαση μὲ τὴ Δύση, τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἐθνικοῦ πολιτισμοῦ του, ποὺ ἀνθοῦσε τὶς παραμονὲς τῆς ἐπανάστασής του. Ὁ δεύτερος εἶναι ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ κι ἔχει τὴν προέλευσή του στὴ νατουραλιστικὴ φιλοσοφία τῆς Γαλλίας. Ἡ θεωρία τῆς κληρονομικότητας καὶ τοῦ περιβάλλοντος, ἀπὸ τὴ σφαῖρα τῆς ζωϊκῆς ἱστορίας τοῦ Ντάρβιν, εἶχε περάσει στὴν κοινωνιολογία τοῦ Σπένσερ, στὴ φιλοσοφία τῆς τέχνης τοῦ Ταίν, στὴν ἱστορία τῶν θρησκειῶν τοῦ Ρενάν. Ὁ λαὸς ἀποτελοῦσε γιὰ τὶς κοινωνικὲς ἐπιστῆμες ὅ,τι ἡ φύση γιὰ τὶς θετικές. Ἡ γλῶσσα του, ἡ τέχνη του, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμά του ἦσαν φαινόμενα ποὺ ἔπρεπε νὰ μελετηθοῦν γιὰ νὰ διαπιστωθεῖ ἡ φυλετικὴ ἰδιοσυγκρασία τοῦ λαοῦ καὶ νὰ συνειδητοποιηθεῖ στὴν ἐπιστήμη ἡ θεωρία τῆς φυλῆς μὲ μιὰ κατεύθυνση καὶ μιὰν ἀγωγὴ ἀνάλογη. Ὁ Ψυχάρης, μαθητὴς τοῦ Ἐμὶλ Λεγκρὰν, τὸν ἴδιο δρόμο ἀκολούθησε στὴ γλωσσολογία.

– Τὸ τρίτο γνώρισμα τῆς αἰσθητικῆς τοῦ Γιαννόπουλου εἶναι ἡ ΦΥΣΙΟΚΡΑΤΙΑ του. Συνδέεται κι’ αὐτὸς μὲ τὸ ἄλλο σκέλος τῆς φιλοσοφίας τοῦ γαλλικοῦ νατουραλισμοῦ, τὴ θεωρία τοῦ περιβάλλοντος. Ὁ πυρήνας τῆς αἰσθητικῆς τοῦ Γιαννόπουλου βρίσκεται στὸ φιλοσοφικὸ δοκίμιο τοῦ Ταὶν γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ τέχνη. Ἡ θεωρία τῆς ἑλληνικῆς γῆς, τὸ ὑπερούσιο τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἡ γλύκα τῆς ἑλληνικῆς φύσης, ἡ σαφήνεια τῆς γραμμῆς στὸ ὕπαιθρο, οἱ ἀσύλληπτες χρωματικὲς ἐναλλαγὲς τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς δύσης στὴν Ἀττική, ὅλα αὐτά εἶχαν γραφτεῖ μὲ μιά μοναδικὴ λογοτεχνικὴ γοητεία ἀπὸ τὸν Ἰππόλυτο Ταίν, γιὰ νὰ ἐξηγηθεῖ ἀπὸ τὸ φυσικὸ περιβάλλον τὸ καλλιτεχνικὸ ἔργο τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Θὰ προσπαθήσουμε νὰ καταδείξουμε αὐτὴ τὴ συγγένεια συγκρίνοντᾳς βασικὰ κομμάτια ἀπὸ τὸ ἔργο τῶν δυὸ αἰσθητικῶν. Θὰ καταφύγω στὴν προσιτὴ στοὺς πολλοὺς ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ Ἰπ. Ταὶν ἀπὸ τὸ Ἰ. Ζερβὸ «Ἡ φιλοσοφία τῆς Τέχνης ἐν Ἑλλάδι».

1. Βασικὴ ἀρχή: «Πᾶς λαὸς ἀείποτε λαμβάνει τὴν σφραγῖδα τῆς χώρας ἐν ἧ κατοικεῖ, ἀλλ’ ἡ σφραγὶς αὕτη εἶναι τοσούτῳ ζωηροτέρα, ὅσῳ, καθ’ ὅν χρόνον ἐγκαθίσταται οὗτος ἐν αὐτῆ, εἶναι μᾶλλον ἀπαίδευτος καὶ νηπιώδης. Τὸν ἀρχικὸν καὶ ἀπαίδευτον ἄνθρωπον διαμορφοῖ καὶ διαπλάσσει ἡ φύσις κατὰ τὸν ἴδιον αὐτῆς τύπον, μαλάσσουσα τὸν ἠθικὸν ἄργιλλον». Ἰ. Ταὶν (ἑλλ. μετάφρ., σελ. 5).

«Βάσις τῆς ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς εἶναι ἡ ἑλληνικὴ Γῆ. Κάθε Γῆ πλὰττει τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν ἑαυτῆς. Θέλει τὸν ἄνθρωπόν της, ὅπως τὸ φυτὸν καὶ τὸ ζῶον της, ἐκδηλωτήν της. Κάθε Γῆς ἄνθρωπος εἶναι μόνον τὸ ὄργανον τῆς ἐκδηλώσεως αὐτῆς». Π. Γιαννόπουλος (Νέα Γραμμ., σελ. 115).

2. Θεωρία τῆς ἑλληνικῆς γραμμῆς: «Ἡ τοῦ ἀέρος διαύγεια προσαυξάνει τὴν ζωηρότητα τῶν ἀντικειμένων· ἰδίως δὲ ὁ ἀήρ τῆς Ἀττικῆς ἔχει ἔκτακτον διαφάνειαν. Δὲν περιβάλλει τὰ ἀφεστῶτα ἀντικείμενα ἀτμόσφαιρα ὀμιχλώδης, οὐδ’ ἀποκρύπτει τὸ σχῆμα αὐτῶν ἀλλὰ φαίνονται ταῦτα ὡς τὰ ἔκτυπα τῶν ἀρχαίων ἀγγείων· ὑπολογίσατε τέλος τὴν θαυμασίαν λάμψιν τοῦ ἡλίου, ἥτις καθίστησι προφανεστάτην τὴν διαφορὰν τῶν φωτεινῶν μερῶν καὶ σκιῶν καὶ προστίθησι τὴν ἀντίθεσιν τῶν ὄγκων εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν γραμμῶν. Τοιαύτας ἡ φύσις ἐντυποῦσα εἰκόνας εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἕλληνος καθίστησι τὰς ἐννοίας αὐτοῦ εὐκρινεῖς καὶ ὠρισμένας». Ἰ. Ταὶν (ἑλλ. μετάφρ., σελ. 21).

«Ἡ δύναμις τοῦ φωτὸς, ὁ διαπερασμὸς αὐτοῦ, ἡ διαφάνεια τοῦ ἀέρος, ἡ διαυγεστάτη γραφὴ τῆς γραμμῆς εἶναι καταπληκτική. Εἰς οἰονδήποτε ὕψωμα καὶ ἄν ἀναβῆτε βλέπετε ἕνα κόσμον ὁλόκληρον. Ἔχετε διὰ τῆς ὁράσεως τὴν αἴσθησιν παντὸς ὅ,τι σᾶς περιβάλλει. Ὅλα ἀπὸ τῶν μεγάλων μέχρι τῶν μικροσκοπικῶν: Φαίνονται. Ἡ φυσικὴ αὐτή, διαυγεστάτη γραφὴ τῆς γραμμῆς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος ἀνάγκη πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν αἱ τέχναι ὅλαι». Π. Γιαννόπουλος (Ν. Γ., σελ. 120).

3. Ἡ θεωρία τοῦ ἑλληνικοῦ χρώματος: «Κατὰ μῆνα Ἰανουάριον ἔβλεπον τὸν Ἥλιον ἀνατέλλοντα ὄπισθεν νήσου· τὸ φῶς ηὔξανεν, ἐπλήρου τὸν αἰθέρα. Αἴφνης ἐπὶ σκοπέλου φλὸξ ἔλαμπεν· ὁ μέγας κρυστάλλινος οὐρανὸς ἀνέπτυσσε τὸν θόλον αὐτοῦ ἐπὶ τὸν ἄπειρον πόντον, τ’ ἀναρίθμητα μικρὰ κύματα τοῦ κυανοῦ ὕδατος, ἐφ’ ὧν ἔπαιζε ρύαξ χρυσοῦς· τὴν ἑσπέραν τὰ μακρὰν ὄρη ἐλάμβανον χροιὰν μαλάχης, πασχαλέας καὶ ρόδου. Κατὰ δὲ τὸ θέρος τὸ φῶς τοῦ ἡλίου διαχέει εἰς τὸν αἰθέρα καὶ ἐπὶ τῆς θαλάσσης τοιαύτην λάμψιν, ὥστε αἱ αἰσθήσεις καὶ ἡ φαντασία ἐκθαμβούμεναι εἰς ὀνειροπόλους βυθίζονται ἐκστάσεις ὅλα τὰ κύματα σπινθηροβολοῦσι· τὸ ὕδωρ λαμβάνει τοὺς κυματοειδεῖς χρωματισμοὺς πολυτίμων λίθων, καλάϊδος, ἀμεθύστων, σαπφείρων, κυάμων, μαρμαίροντας ὑπὸ τὴν καθολικὴν καὶ ἄσπιλον λευκότητα τοῦ οὐρανοῦ. Ἐν τοιαύτῃ φωτὸς πλημμύρα πρέπει τὶς νὰ φαντασθεῖ τὰς ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος ὡς προχοΐδας καὶ μαρμαρίνας λεκάνας ἐριμμένας τῆδε κἀκεῖσε εἰς τὸν κυανοῦν αἰθέρα. Οὐδόλως ἄρα παράδοξον ἄν ὁ Ἕλλην ζωηρὰν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην πραγματικῆς καὶ αἰσθητῆς εὐτυχίας». Ἰ. Ταὶν (ἑλλ. μετάφρ., σελ. 30).

«Καθήσετε εἰς τὸ Παλαιὸν Φάληρον τὴν ὥραν τῆς δύσεως· θὰ ἰδῆτε μὲ τὰ μάτια σας χιλιάκις τὴν θάλασσαν, ἕνα κυανώτατον, ἀνοικτότατον, ὑελωδέστατον καὶ μεταλλικώτατον χρῶμα, δενόμενον μὲ χρυσοκίτρινα χώματα, χώματα καὶ νερὰ μὲ λάμψιν ἀμφότερα καὶ θερμὸν φῶς δακτυλιολίθων καὶ τὰ χώματα ἀνερχόμενα εἰς μαλακωτάτας κορυφογραμμὰς διερχομένας κάτωθεν καὶ ἔμπροσθεν σαπφειρίνου Ὑμηττοῦ, τὸν ὁποῖον στέφει ἀραιότατος φωτεινοπράσινος οὐράνιος ἀήρ». Π. Γιαννόπουλος (Ν. Γράμματα, σελ. 140).

Θὰ μποροῦσα νὰ συνεχίσω τὴν παραβολή τῶν κειμένων ἄν ὁ χῶρος τῶν Νεοελλ. Γραμμάτων δὲν ἦταν περιωρισμένος. Ὁ Γιαννόπουλος –καμμιὰ ἀμφιβολία δὲν χωράει– στάθηκε μαθητὴς τοῦ Ταὶν καὶ τῆς σχολῆς τοῦ γαλλικοῦ νατουραλισμοῦ.

Ὑπάρχει ὡς τόσο κάποια διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Ταὶν καὶ τοῦ Γιαννόπουλου. Ὁ πρῶτος τὴν ἑλληνικὴ φύση τὴν εἶδε σὰν ἕνα αἰτιολογικὸ παράγοντα γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τέχνη, ὁ δεύτερος τὴν ἔνιωσε καὶ δεοντολογικὰ γιὰ ν’ ἀναπλάσει τὴ νεοελληνικὴ τέχνη. Γιὰ τὸν Ταὶν ἡ ἑλληνικὴ φύση ὑπῆρξε τὸ γιατὶ στὴν ἔρευνά του. Γιὰ τὸ Γιαννόπουλο ὑπῆρξε καὶ τὸ δέον στὴν αἰσθητική του θρησκεία. Ἄν σήμερα ἡ θεωρία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ξεπεράστηκε στὴν ἱστορία τῶν αἰσθητικῶν θεωριῶν, στὴν ἐποχή της ξεπλήρωσε ἱκανοποιητικὰ τὸ ρόλο της. Ἀποτέλεσμα τῆς ἀνάπτυξης τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν ἡ μεθοδολογία της, ὑψώθηκε σὲ ἀρχὴ ἀφετηριακὴ τῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης καὶ στὸ Γιαννόπουλο σὲ παρορμητικὸ σύνθημα γιὰ τὴν καλλιτεχνικὴ ἀναθεώρηση τῆς ἐποχῆς του. Ἡ αἰσθητικὴ τοῦ Γιαννόπουλου δὲν εἶχε βέβαια τὸν ὑπεριστορικό, ἀπόλυτο καὶ φυλετικὸ χαρακτῆρα ποὺ θέλησε νὰ τῆς προσδώσει. Ὑπαγορεύτηκε ἀπὸ μιὰν ἀνάγκη ὁλότελα σχετικὴ καὶ ξεπεράστηκε μαζύ της στὴν ἱστορικὴ ἐξέλιξη.

Δὲν μπόρεσε νὰ καταλάβει ὁ Γιαννόπουλος ὅτι μιλοῦσε μόνο γιὰ λογαριασμὸ μιᾶς ἱστορικῆς στιγμῆς καὶ ὄχι τῆς αἰωνιότητας, μόνο μιᾶς κοινωνικῆς ὁμάδας καὶ ὄχι της φυλῆς, μόνο μιᾶς συγκεκριμένης φάσης τῆς νεοελληνικῆς τέχνης καὶ ὄχι τῆς ἑλληνικῆς τέχνης γενικά. Ἡ ἱστορικὴ καταλληλότητα τοῦ φυσιοκρατισμοῦ στὴν τέχνη τῆς ἐποχῆς του ποὺ τὴν αἰσθανόταν ἀόριστα, τὸν ἔκανε νὰ πιστεύει ὅτι ἡ φυσιοκρατικὴ διάθεση εἴταν φυλετικὴ ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνα καὶ ὄχι κοινωνικὴ. Γι’ αὐτὸ ἀγανακτοῦσε κατὰ τῆς τέχνης ποὺ δὲν πειθαρχοῦσε στὰ μέτρα του κι ἀναγκαζόταν νὰ παραβλέψει τὶς οὐσιώδεις διαφορὲς τῆς βυζαντινῆς κι’ ἑλληνικῆς τέχνης, στὸν πόθο νὰ διακρίνει μιὰν γραμμὴ ἀνύπαρχτης ἑνότητας στοὺς αἰῶνες. Τὸ λάθος τοῦ Γιαννόπουλου βρίσκεται στὴ μέθοδό του. Ὁ Ταὶν εἶχε τονίσει ὅτι τὸ φυσικὸ περιβάλλον προσδιορίζει τὸν πολιτισμὸ μόνο πρωταρχικῶν κοινωνιῶν, ὅπου ὁ μηχανισμὸς τοῦ πολιτισμοῦ δὲν εἶναι πολύπλοκος κι’ ἀνεπτυγμένος. Ἐὰν ἡ φύση προσδιορίζει τὸ βιολογικὸ σχηματισμὸ τῶν ζώων, δὲν προσδιορίζει καὶ τὸν κοινωνικὸ ὀργανισμὸ ποὺ προσιδιάζει μόνο στὸν ἄνθρωπο. Στὴν περίπτωση αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ ἀναζητήσομε τὸ θεμελιακὸ στοιχεῖο ποὺ ξεχωρίζει τὴν ἀνθρώπινη ἀπὸ τὴ ζωϊκὴ κοινωνία καὶ ν’ ἀναζητήσουμε στὶς μεταβολές του τὴν ἐξήγηση τῶν καθαρὰ κοινωνικῶν φαινομένων, ὅπως εἶναι ἡ τέχνη! Καὶ τὸ θεμελιακὸ αὐτὸ στοιχεῖο εἶναι, ὅπως ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα διέκρινε κι’ ὅλας ὁ Πυθαγόρας, ἡ ΤΕΧΝΙΚΗ. Ὁ Γιαννόπουλος τὴ φυσιοκρατικὴ μέθοδο τοῦ Ταὶν τὴν πῆρε ὄχι γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὴν πολύπλοκη ἐποχή του, ἀλλὰ γιὰ νὰ τῆς ἐκμαιεύσει τὴν «ἀπόλυτη ἑλληνικὴ τέχνη», ποὺ τὴν πίστευε σὲ λανθάνουσα κατάσταση στὸ ὑποσυνείδητο τῆς φυλῆς. Οἱ ἐρχόμενες γενιὲς ἀκολούθησαν τὸ κήρυγμά του δίχως νὰ τὸ πληροφορηθοῦν… Εἶναι κι’ αὐτὸ μιὰ ἀπόδειξη τῆς ἱστορικῆς του ἀναγκαιότητας ποὺ τοῦ προκαλοῦσε τὴν αὐταπάτη τοῦ ἀπόλυτου. Τριάντα χρόνια ἡ ζωγραφική μας δὲν ἔκανε τίποτα ἄλλο παρὰ ὕπαιθρο, ὕπαιθρο, ὕπαιθρο, ὥσπου ξέσπασε ἡ ἀντίδραση τῆς σημερινῆς γενιᾶς στὴν τελευταία πανελλήνια ἔκθεση ποὺ ξαναγύρισε στὴν ἀντιατμοσφαιρικὴ, συμβατικὴ καὶ πρωτόγονη παράδοση. Ὁ Γιαννόπουλος σὰν φιλοσοφία, σὰν πράξη, σὰν ἱστορικὴ στιγμὴ πραγματώθηκε, δικαιώθηκε, ξεπεράστηκε στὴν ἐποχή μας.

Στὸ φυσιοκρατισμό του ἡ γενιά μας πρέπει νὰ δώσει ἐκεῖνο ποὺ τοὔλειψε. Τὸ κοινωνιολογικὸ πνεῦμα! Ἡ αἰτιοκρατία καὶ ἡ δεοντολογία του ἔτσι μόνο θὰ ὁλοκληρωθοῦν!

Φωτογραφία τοῦ Περ. Γιαννόπουλου, ἡ μοναδικὴ ποὺ ἔκανε σὲ φωτογράφο. Τὴ φωτογραφία αὐτή, λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό του, τὴν ἔσκισε ὁ ἴδιος σὲ φιλικό του σπίτι. Συγκολλήθηκε καὶ ξαναφωτογραφήθηκε. (περ. «Νεοελληνικὰ Γράμματα», τ. 77, 21-5-1938, σελ. 6)

V. Ο ΥΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

Οἱ πηγὲς τῆς αἰσθητικῆς τοῦ Γιαννόπουλου δὲν σταματοῦνε στὴ φυσιοκρατία τοῦ Ταὶν καὶ τῆς βιολογικῆς γαλλικῆς σχολῆς. Ἀνεβαίνουν στὴν ἐποχὴ τοῦ γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ καὶ ἀναβλύζουν κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τῆς αἰσθησιοκρατίας!

Ὁ Ἄριστος Καμπάνης στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολη» τῆς 2/15 Μαΐου 1910 μᾶς δίνει τὴν πολύτιμη πληροφορία ὅτι ὁ Γιαννόπουλος ἔτρεφε ἰδιάζουσα ἀγάπη στὰ ἔργα τοῦ Γάλλου γιατροῦ καὶ φιλοσόφου Καμπανές. Ἡ πληροφορία αὐτὴ βεβαιώνει τὴ σκέψη ποὺ μᾶς γέννησε ἡ μελέτη τοῦ ἔργου τοῦ Γιαννόπουλου γιὰ τὴν ματεριαλιστική του συνείδηση.

Τί εἴταν αὐτὸς ὁ Καμπανές; Μαθητὴς τοῦ Ντεκάρτ ποὺ ἔδωσε πρῶτος σύστημα ὑλισμοῦ «Rapport du physique et du moral de l’homme» κι’ ἄσκησε τεράστια ἐπίδραση στὰ χρόνια τῆς μεγάλης γαλλικῆς ἐπανάστασης. Τὰ λεξικὰ βέβαια, οἱ ἐγκυκλοπαίδειες καὶ τὰ ἐγχειρίδια φιλοσοφίας στὴν Ἑλλάδα τὸν ἀγνοοῦν ὁλότελα, ἀλλὰ ἡ σκέψη στὸν 18ο αἰῶνα τοὔδωσε μιὰ ξεχωριστὴ θέση, γιατὶ συνετέλεσε στὴ μετάβαση τῆς φιλοσοφίας ἀπὸ τὴ μεταφυσικὴ στὴ φυσικὴ μὲ τὸ ἔργο του. Ἡ αἰσθητικὴ τοῦ Γιαννόπουλου εἶναι ποτισμένη ἀπὸ τὸν ὑλισμὸ καὶ γι’ αὐτὸ τὴν ὀνόμασα στὴν ἐπικεφαλίδα τῆς μελέτης μου αἰσθησιοκρατική. «Ἡ πηγὴ πάσης αἰσθητικῆς συγκινήσεως –ἔλεγε στὸν Ἄριστο Καμπάνη– εὐρίσκεται εἰς τὰ γενετησιακά μας ὄργανα. Ἐὰν δὲν διαχυθῶμεν φυσιολογικῶς μὲ μίαν γυναῖκα, δὲν δυνάμεθα νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν ὡραιότητα κανενὸς πράγματος». Κι’ ἀλλοῦ γιὰ τὴ ζωή: «Ὅλα λέγουν ἡ ζωὴ εἶναι γλυκειά. Ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία. Ἡ ζωὴ εἶναι ἕνα ἐλαφρότατον ὄνειρον. Ἕνα ἐλαφρὸν μέθυ ὀλίγης ὥρας, ἕνα αἰθέριον τραγουδιστικὸν ζάλισμα καταλήγοντος εἰς κλάμματα. Ὀλίγη ὥρα κλαμμάτων λήγουσα εἰς γέλωτα. Γέλοια καὶ κλάμματα θωπευμένα μὲ φιλήματα».

Πηγὴ τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς σκέψης γιὰ τὸ Γιαννόπουλο εἶναι οἱ αἰσθήσεις. Τίποτα δὲν ἀξίζει ἔξω ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα ποὺ χαιρόμαστε μ’ αὐτές. Ἡ φύση ἡ ἑλληνικὴ εἶναι ἡ ὡραιότερη ἀπ’ ὅλες τὶς ὑλικὲς πραγματικότητες κι’ ὁ καλλιτέχνης, ὁ ποιητὴς, ὁ φιλόσοφος αὐτὴν καὶ μόνο ἀξίζει νὰ περιγράψει, νὰ τραγουδήσει, νὰ στοχαστεῖ. Ἡ θεία ἑλληνικὴ γῆ ποὺ ἔδωσε τοὺς Ἴωνες φιλοσόφους, τὸ Δημόκριτο, τὸν Ἐπίκουρο, τοὺς Σοφιστὲς, εὕρισκε στὸ πρόσωπο τοῦ Γιαννόπουλου ἕνα λάτρη κι’ ἕνα συνεχιστὴ τῆς ὑλιστικῆς της παράδοσης.

Πρὸς αὐτὴ τὴ γῆ ποὺ ἀγάπησε μὲ πάθος, πρὸς αὐτὴ τὴ Φύση ποὺ ἔνιωθε μαζύ της βαθύτατους δεσμοὺς, βιάστηκε νἀποδοθεῖ καὶ νὰ διαχυθεῖ σὲ μιὰ πράξη ἀληθινοῦ μεγαλείου. Ὁ μεγάλος ἡδονιστὴς ἀποφάσισε στὴν ὡριμότητα τῶν αἰσθήσεων καὶ τὴ θεωρία του, σὲ μιὰ δραματικὴ ἕνωση μὲ τὴ Φύση. Καβάλα στ’ ἄλογο, λουλούδια στολισμένος πήδησε ἀπὸ τὸ σύνορο τῆς ἀνθρώπινης μορφῆς στὸ ὄνειρο τῆς ἀπρόσωπης ὕλης μὲ τὴν ἐλαφρότητα ἀληθινοῦ παλληκαριοῦ. Ὁ νεαρὸς αὐτὸς Ἐπικούρειος συνέχιζε τὴν παράδοση τοῦ δασκάλου του ποὺ προκάλεσε τὸ θάνατό του θεληματικὰ, μπαίνοντας στὸ νερὸ μ’ ἕνα κύπελο ἀπὸ χυμὸ τοῦ Διόνυσου στὸ στόμα. Ὅταν οἱ μεταφυσικὲς θεωρίες δημιουργοῦν μιὰ κακομοιριὰ κι’ ἕνα τρόμο στοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸ θάνατο, ὁ ὑλισμὸς ξέρει νὰ καλλιεργεῖ στοὺς ὀπαδούς του ἕνα αἴσθημα ἑνότητας μὲ τὸ Ἄπειρο, ὥστε ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος νἆναι γι’ αὐτοὺς μορφὲς τῆς ἴδιας ἀκατάλυτης οὐσίας.

Ἄν ἡ αἰσθητικὴ τοῦ Γιαννόπουλου ἔχει κάποιο ζωντανὸ ἀκόμα πυρῆνα, ποὺ διασώζει τὴ φλόγα καὶ τὸ σφρῖγος του, πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς ἐποχῆς του, εἶναι αὐτὸς ὁ ΥΛΙΣΜΟΣ της. Στὰ χέρια τῆς γενιᾶς τῆς δικῆς μας πλάθεται γόνιμα, δημιουργικὰ ὁ ὑλισμὸς αὐτὸς καὶ μὲ τὸ πνεῦμα του ἱστορεῖται ἡ καλλιτεχνικὴ ζωὴ τῆς νεώτερης Ἑλλάδας.

*Άγγελος Προκοπίου (1909-1967) ήταν καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης, συγγραφέας και κριτικός τέχνης. Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, τεύχος 77, Σάββατο 21 Μαΐου 1938.

Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ