Του Γιώργου Μιχαηλίδη*
Η εικόνα της πόλης αλλάζει (ή θα αλλάξει) προς το καλύτερο: σε όλο το πολεοδομικό συγκρότημα υλοποιούνται (ή ξεκινούν) έργα ανάπλασης ή περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, άλλα απολύτως και πανθομολογουμένως αναγκαία και άλλα «εμβληματικά» μεν αμφισβητούμενης σκοπιμότητας ή μεγέθους δε. Διακόσια εκατομμύρια διαθέτει η Περιφέρεια από το Επιχειρησιακό της Πρόγραμμα, άλλα προστίθενται από Ταμείο Ανάπτυξης, «Αντώνης Τρίτσης» και Πράσινο Ταμείο. Ευτυχείς οι Δήμαρχοι που θα προλάβουν να τα ολοκληρώσουν, ευτυχείς και όσοι δημότες δουν σημαντική έως μικρή έστω βελτίωση στην καθημερινότητα τους. Ικανοποιημένοι και οι επισκέπτες και ίσως τελικά και οι συνδεόμενες με τον τουρισμό επιχειρήσεις. Παράλληλα, έργα συγκοινωνιακής, κοινωνικής ή πολιτιστικής υποδομής προχωρούν μετά από πολυετή καθυστέρηση, με την ελπίδα να καλύψουν χρόνιες ανάγκες ή να λειτουργήσουν ελκτικά για την πόλη. Kαι φυσικά, ξεκινά πάλι η αντιδικία «προοδευτικoί» vs «μπαγιάτηδες» η οποία έως ένα βαθμό είναι θεμιτή, καθώς ο «οργασμός» παρεμβάσεων προκαλεί δύο καίρια ερωτήματα.
Το πρώτο είναι αν θα προλάβουν να ολοκληρωθούν και πώς. Τα χρηματοδοτικά προγράμματα λήγουν από εφέτος μέχρι το 2029, η συνέχιση τους δεν είναι σίγουρη βάσει όσων ετοιμάζονται στις Βρυξέλλες για το 2028-2034 ενώ η εθνική χρηματοδότηση θα είναι πολύ περιορισμένη και η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα διαχείρισης που απαιτούνται είναι πολύ υψηλότερες από αυτές που έχουμε διαχρονικά επιδείξει.
Το δεύτερο ερώτημα είναι σημαντικότερο. Η εκτεταμένη προσπάθεια ανάπλασης της πόλης μπορεί να αντιστρέψει την οικονομική παρακμή της; Ένα μακρόχρονο έλλειμμα ανάπτυξης ξεπερνιέται με «ανακουφιστικές» ή «καλλωπιστικές» παρεμβάσεις και τον πολλαπλασιασμό ιδιωτικών real estate mega-projects; Μπορεί η πόλη να αναμένει μόνο από αυτά διάχυση ανάπτυξης, όταν οι «παχιές αγελάδες» πέρασαν και η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται το πολύ 2% τα επόμενα χρόνια; Μπορεί το αναπτυξιακό χάσμα με τις ευρωπαϊκές πόλεις και με την Αθήνα να κλείσει με τουρισμό, εστίαση και Airbnb;
Ας κρατάμε πάντα κάποια δεδομένα:
• Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη Θεσσαλονίκη είναι περίπου το μισό του μέσου ευρωπαϊκού, 60% της Αττικής, 40% της βόρειας Αθήνας, και είναι μικρότερο από της Αργολίδας, Αρκαδίας, Βοιωτίας, Δωδεκανήσων, Ζακύνθου, Κέρκυρας, Κεφαλλονιάς, Κυκλάδων, Λάρισας, Λασιθίου, Φλώρινας, Χανίων. Η ανεργία στην Περιφέρεια είναι σχεδόν διπλάσια της Αττικής και η δεύτερη υψηλότερη στη χώρα με το 1/4 των ανέργων της χώρας να ζουν εδώ.
• Η Θεσσαλονίκη είναι τελευταία στην παραγωγικότητα εργασίας ανάμεσα σε 26 ευρωπαϊκές πόλεις ισοδύναμου πληθυσμού.
• Οι επιχειρήσεις με έδρα την Αθήνα κάνουν 9 φορές τον τζίρο των τοπικών μας επιχειρήσεων. Οι 5 μεγαλύτερες (μη τραπεζικές) εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις της χώρας κάνουν 1,5 φορά τον τζίρο των επιχειρήσεων μας και 2,5 φορές όλο το ΑΕΠ της. Οι δέκα μεγαλύτερες κάνουν 2 φορές τον τζίρο και 3,5 φορές το ΑΕΠ της.
• Σήμερα, περίπου ένας στους 6 Θεσσαλονικείς εργάζεται στην εστίαση-καταλύματα (το 2011 ένας στους 13) ενώ στη μεταποίηση εργάζεται πια μόνο ένας στους 10. Αλλά η Περιφέρεια είναι η τελευταία στη χώρα σε μέση δαπάνη ανά τουριστική διανυκτέρευση και η προτελευταία σε μέση δαπάνη ανά επίσκεψη.
Επομένως, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι: όχι, δεν αρκούν οι αναπλάσεις, όσο ωραίες και αν είναι, όσο λειτουργικές και αν αποδειχθούν. Ορισμένες μπορεί και να δυσκολέψουν την καθημερινότητα, με προβλήματα στις μετακινήσεις, αύξηση ενοικίων και τιμών ακινήτων, παρακμή τοπικού λιανεμπορίου, αλλαγή χρήσεων προς εστίαση-διασκέδαση, αποχώρηση πληθυσμού από τις κεντρικές περιοχές. Άρα;
Άρα χρειαζόμαστε «στρατηγική» ανάπτυξης – και είναι πολλοί αυτοί που το διακηρύσσουν τον τελευταίο καιρό. Χρειαζόμαστε όντως μια συνολική, τεκμηριωμένη, αναπτυξιακή προσέγγιση, αυτό όμως δεν σημαίνει ένα «όμορφο» στρατηγικό σχέδιο, ένα άθροισμα «πάγιων αναγκών» των Δήμων ή ωραίων ιδεών από ειδήμονες. Δεν σημαίνει απλώς «να φτιάξουμε μητροπολιτική διοίκηση» ή «να ξαναφτιάξουμε το Ρυθμιστικό».
Στρατηγική ανάπτυξης σημαίνει να εντοπίζουμε με ακρίβεια τις ανάγκες μας, να μελετάμε πολύ καλά τις όποιες προτάσεις μας προτού τις εξαγγείλουμε μετά βαΐων και κλάδων, να αξιολογούμε την όποια πρόταση με κριτήριο ΚΑΙ (ή πρωτίστως) το αναπτυξιακό της αποτέλεσμα, να επιδιώκουμε οικονομική δραστηριότητα και επενδύσεις σε κλάδους ικανούς να φέρουν μόνιμες θέσεις εργασίας και αξιοπρεπές εισόδημα .
Και σ΄ αυτόν τον τομέα μέχρι σήμερα πάσχουμε, μάλλον ασυγχώρητα. Π.χ.:
• Μετά από 14 χρόνια διαμάχη θα αποκτήσουμε ένα «διεθνές» εκθεσιακό κέντρο μικρότερο του Metropolitan Expo στα Σπάτα, μισό του Fuar Izmir, ένα τρίτο του Tüyap Istanbul ή του Zagreb Fair. Τί αναπτυξιακή επίπτωση θα έχει;
• Ιδρύσαμε πριν 20 χρόνια μια Zώνη Καινοτομίας που δεν έχει παραγάγει κανένα έργο και ξεκινήσαμε πριν 9 χρόνια ένα «ιδιωτικό» ThessIntec όπου «αναμένoυμε το καλοκαίρι του 2025 τα πρώτα κτίρια» αλλά σήμερα επιστρέφουμε εκατομμύρια στο Ταμείο Ανάκαμψης που θα μπορούσαν να επενδυθούν παραγωγικά αλλού.
• Προβλέπαμε (συμβατικά) υποχρεωτικές επενδύσεις 180 εκ. ΜΕΧΡΙ το 2024 από τον ΟΛΘ και αυτές ξεκινούν φέτος, για ένα αναπτυξιακό έργο που δρομολογήθηκε 40 χρόνια πριν.
• Ο σχεδιασμός του εναίου παραλιακού μετώπου έγινε το 2021 και έξη χρόνια μετά δεν έχει ακόμη εγκριθεί, το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης εγκρίθηκε 13 χρόνια μετά την έναρξη του, η περιαστική Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου σχεδιάστηκε πριν 25 χρόνια αλλά δεν έγινε ΠΔ, το νομοσχέδιο για το Ρυθμιστικό Σχέδιο οριστικοποιήθηκε πριν 12 χρόνια αλλά δεν έγινε νόμος, κάθε Δήμος φτιάχνει και από ένα Σχέδιο Βιώσιμης Κινητικότητας αλλά ένα ενιαίο για όλη την πόλη δεν υπάρχει.
• Με αφορμή το στεγαστικό πρόβλημα ξαναζητάμε επεκτάσεις σχεδίου πόλης και κίνητρα για την οικοδομή: για έναν πληθυσμό που μειώνεται από το 2001 και με ένα κτιριακό απόθεμα (ναι, παλιό) που μπορεί (με τα συνήθη standards) να στεγάσει πληθυσμό μεγαλύτερο από αυτόν που έχουμε.
Λάθος κάνουμε (ή κάναμε); Το «κακό» είναι ακριβώς αυτό: συνήθως δεν ξέρουμε.
Το ζητούμενο (χωρίς ατεκμηρίωτες διαμάχες) είναι να κάνουμε επιλογές γνωρίζοντας ότι οι πόροι μας είναι και θα είναι περιορισμένοι, ότι διάσπαρτες παρεμβάσεις και έργα, δημόσια ή ιδιωτικά, δεν εξασφαλίζουν συνολικά την ανάπτυξη της πόλης, ότι κάθε παρέμβαση έχει όχι μόνο κερδισμένους αλλά και χαμένους, ότι οι σημερινές μας αποφάσεις έχουν αυριανές και μεθαυριανές επιπτώσεις σε ανθρώπους που ζουν και δουλεύουν και όχι σε κατόψεις και master plans. Να τις κάνουμε βάσιμα υπολογίζοντας ποιες θα είναι οι περιβαλλοντικές, κυκλοφοριακές, οικονομικές, κοινωνικές επιπτώσεις 1-5-10 χιλιόμετρα μακριά, σε 5-10-20 χρόνια και γιατί επομένως προτιμούμε αυτό και όχι το άλλο έργο και πόσο αποδοτικό θα είναι κι αν καλώς ρίχνουμε τα λεφτά εκεί και όχι αλλού.
Πρέπει, τέλος, από την αναπτυξιακή σκοπιά, να διαλέγουμε σε ποιες δραστηριότητες δίνουμε ενίσχυση και ποιες αποθαρρύνουμε, ποια καινούρια τοπικά εργαλεία πολιτικής μπορούμε να εφεύρουμε και ποια εξειδίκευση της όποιας εθνικής πολιτικής πρέπει να ζητήσουμε για εμάς, εδώ. Πώς θα συνδυάσουμε και την ανάπλαση της πόλης και την ανάπτυξη της.
*Σύμβουλος ανάπτυξης.
Δημοσιεύθηκε στην Μακεδονία της Κυριακής, 12 Ιουλίου 2026.
