Αρχική » 28η Οκτωβρίου 1940: Οι πρώτοι άμαχοι νεκροί ήταν στα Γραμμοχώρια

28η Οκτωβρίου 1940: Οι πρώτοι άμαχοι νεκροί ήταν στα Γραμμοχώρια

από Σωτήρης Κύρμπας

Άποψη της Σλίμνιτσας του Γράμμου στα 1945. Πάνω αριστερά μόλις διακρίνεται το Δημοτικό Σχολείο και στο κέντρο μία κατεστραμμένη από τις ιταλικές οβίδες κατοικία, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940. Εκεί σκοτώθηκε η Κυράτσα Φιλ. Γερασίμου που μαζί με τον Παύλο Βλάχο από το διπλανό χωριό Μονόπυλο είναι οι πρώτοι άμαχοι θύματα του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Μια άγνωστη πτυχή του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41

του Σωτήρη Κύρμπα*

Είναι γνωστό πως το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940 (γύρω στις 9:20 π.μ.) ιταλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το Τατόι, τον Πειραιά και την Πάτρα. Ακόμη και αν θεωρηθεί πως οι δύο πρώτοι βομβαρδισμοί ήταν στρατηγικοί που έπληξαν στρατιωτικές υποδομές (αεροδρόμιο και λιμάνι), ο τρίτος στόχευε αποκλειστικά άμαχο πληθυσμό προκειμένου να κάμψει το ηθικό του ελληνικού λαού από τις πρώτες ώρες του πολέμου.

Αποτέλεσμα ήταν στην Πάτρα, όπου το ανίδεο για τον κίνδυνο πλήθος είχε συγκεντρωθεί σε πλατείες και οδούς της πόλης, υπήρξαν 50 νεκροί και 200 τραυματίες, όλοι άμαχοι. Πιθανότατα θύματα υπήρξαν και στον Πειραιά, αλλά δεν διαθέτουμε συγκεκριμένα στοιχεία ή αριθμό θυμάτων.

Εκείνο που είναι άγνωστο είναι πως μία με μιάμιση ώρα προηγουμένως (περί τις 8:00 το πρωί) είχαν ξεκινήσει κανονιοβολισμοί του ιταλικού πυροβολικού με στόχους χωριά της παραμεθορίου περιοχής της Καστοριάς και πως σε δύο από τα Γραμμοχώρια, τη Σλίμνιτσα και το Μονόπυλο (πρώην Πελκάτι), σκοτώθηκαν οι δύο πρώτοι άμαχοι Έλληνες στον πόλεμο του ’40.

Εγερτήριο με οβίδες

Τις πρωινές ώρες της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα με έντονη βροχόπτωση και κρύο στα ορεινά του Γράμμου, οι κάτοικοι των Γραμμοχωρίων πετάχτηκαν έντρομοι από τα σπίτια τους λόγω των εκκωφαντικών κρότων από τις οβίδες που έσκαγαν μέσα στα χωριά τους, ενώ η γη έτρεμε κάτω από τα πόδια τους.

Οι κανονιοβολισμοί ακούγονταν από τη μεριά της Αλβανίας, συγκεκριμένα από το χωριό Βίντοβο, όπου οι Ιταλοί είχαν στήσει την πυροβολαρχία τους, 2-3 χλμ. βορείως της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Στη Σλίμνιτσα μια οβίδα έπεσε κοντά στο σχολείο του χωριού προκαλώντας τον θάνατο της Κυράτσας Γερασίμου, συζύγου Φιλίππου.

Νεκρός ανασύρθηκε και ο Παύλος Βλάχος από το διπλανό χωριό Μονόπυλο (πρώην Πελκάτι), που επίσης βομβαρδίζονταν την ίδια ώρα.(1)

Ένα άλλο βλήμα έσκασε στο παρεκκλήσι του Αγίου Αχιλλείου της Καλής Βρύσης γκρεμίζοντάς το, και μια οβίδα έπεσε κοντά στο σχολείο του Γιαννοχωρίου, ευτυχώς χωρίς να υπάρξουν ανθρώπινες απώλειες στα δύο τελευταία χωριά.

Εκείνες τις ώρες, μέσα στον πανικό, κανείς στα χωριά δεν γνώριζε τι ακριβώς συνέβαινε, και βέβαια κανείς δεν είχε πληροφορηθεί για την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, που είχε ξεκινήσει τα χαράματα της ίδιας ημέρας. Όσοι, λίγοι, διέθεταν ραδιόφωνα πληροφορήθηκαν για την επίθεση κατόπιν.

Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες του Αποσπάσματος που συγκροτήθηκε εκ των ΙΙ/50 και Ι/66 Ταγμάτων προς προώθηση και ενίσχυση των πληγέντων χωριών και γραμμών της ελληνοαλβανικής μεθορίου στις 30 Οκτωβρίου 1940 στο Άργος Ορεστικό. Στα δεξιά διακρίνεται άρμα μάχης. Οι δυνάμεις αυτές θα συμμετάσχουν στην ελληνική αντεπίθεση με τελική κατάληξη την απελευθέρωση της Κορυτσάς στις 22 Νοεμβρίου 1940. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας χειρόγραφη σημείωση: “Άργος Ορεστικόν. Για να με θυμάσθε. Γ. Μαδαμόπουλος”.

Και ενώ τα βλήματα του ιταλικού πυροβολικού συνέχιζαν να πέφτουν, το 25ο Συνοριακό Φυλάκιο δυνάμεως 12 ανδρών υπό τον λοχία Τσεπαπαδάκη(2) άντεξε και παρέμεινε αμυνόμενο στη θέση του, αποκρούοντας πενταπλάσιο αριθμό Ιταλών.

Οι άνδρες του 26ου Συνοριακού Φυλακίου, απολύτως αιφνιδιασμένοι, οπισθοχώρησαν στη Σλίμνιτσα, όπως επίσης αυτοί των 27ου και 28ου Συνοριακών Φυλακίων που κατέφυγαν στο Μονόπυλο. Το ίδιο και οι στρατιώτες του 29ου Συνοριακού Φυλακίου από το παρακείμενο ύψωμα της Χελώνας -μερικοί δεν είχαν προλάβει να φορέσουν τις αρβύλες τους- που κατέφυγαν στο Γιαννοχώρι, πληροφορώντας τους κατοίκους ότι δέχτηκαν αιφνίδια επίθεση από δύο διμοιρίες του ιταλικού στρατού.

Οι οπλίτες των τριών Φυλακίων ανασυντάχθηκαν σε Σλίμνιτσα, Μονόπυλο και Γιαννοχώρι όπου παρά τους συνεχιζόμενους βομβαρδισμούς δεν υπήρξε εισβολή ιταλικών μονάδων καθώς ο αντικειμενικός τους σκοπός δεν ήταν αυτός. Είχε φθάσει και η διαταγή της Διεύθυνσης Στρατού, που κοινοποιήθηκε στον Σταθμό Χωροφυλακής Καλής Βρύσης, για εκκένωση όλων των χωριών του Γράμμου από τους κατοίκους, πλην των ενόπλων ‒ στρατιωτών και χωροφυλάκων.

Οι Ιταλοί έκαναν τα πάντα για να αιφνιδιάσουν την Ελλάδα τα χαράματα εκείνης της ημέρας, όπως επίσης για να παραπλανήσουν τον ελληνικό στρατό όσον αφορά το κύριο στόχο τους που ήταν στην Ήπειρο. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο αδόκητος βομβαρδισμός κατοικημένων χωριών με αμάχους ήταν ενέργεια εγκληματική και απάνθρωπη, ακόμη και σε συνθήκες πολέμου.

Ο (παρελκυστικός) ιταλικός βομβαρδισμός στο μέτωπο της Δυτικής Μακεδονίας ήταν σφοδρότατος και εκτεινόταν έως τους Κομνηνάδες ενώ την ίδια ώρα το ιταλικό πυροβολικό σφυροκοπούσε την κορυφή της Αλεβίτσας.

Καθώς εφεδρείες δεν είχαν φτάσει ακόμη, τα σύνορα επιτηρούσαν τρεις διμοιρίες: Μία στη Διποταμιά, μία στο ύψωμα Χελώνα κοντά στο Γιαννοχώρι και μία στο Μονόπυλο. Επιπλέον είχε στηθεί στοιχείο Όλμων στην κορυφή της Αλεβίτσας, υπό τον δεκανέα Σωτήρη Άγο από το Γιαννοχώρι. Τον λόχο προκαλύψεως με έδρα το Νεστόριο διοικούσε ο λοχαγός Χρήστος Στασινόπουλος, ενώ τη διμοιρία της Χελώνας ο έφεδρος λοχίας Σπύρος Παπαδημητρίου.(3)

Από τον Γράμμο στην Κορυτσά!

Τη δεύτερη ημέρα του πολέμου, ένας λόχος πεζικού από το Νεστόριο εγκαταστάθηκε στα υψώματα Οτορίτσε. Εκεί συνελήφθη και ο πρώτος Ιταλός αιχμάλωτος αεροπόρος από τη διμοιρία του Μονόπυλου, όταν το αεροπλάνο του κατερρίφθη και ο ίδιος έπεσε με αλεξίπτωτο σε ελληνικό έδαφος. Τα ιταλικά αεροπλάνα (πάνω από 400 πολεμικά πρώτης γραμμής που διέθετε η Ιταλική Πολεμική Αεροπορία στο αεροδρόμιο της Κορυτσάς από όπου απογειώνονταν) βομβάρδιζαν καθημερινά τα χωριά καθώς και την πόλη της Καστοριάς.

Οι ηλικιωμένοι Γραμμοχωρίτες και τα γυναικόπαιδα ‒οι νέοι είχαν όλοι επιστρατευτεί‒ που είχαν αδειάσει τα χωριά τους καταφεύγοντας στα δάση του Γράμμου, παρακολουθούσαν τους βομβαρδισμούς και τις αεροπορικές επιδρομές από τη μεγάλη σπηλιά “Νικουλέικα Αλώνια” και το ύψωμα “Ψωριάρικα”.

Την τρίτη ημέρα (30 Οκτωβρίου) ισχυρές ενισχύσεις κατέφθασαν στη μεθόριο. Τα ελληνικά στρατεύματα, για να αποφύγουν τον εντοπισμό τους από την ιταλική αεροπορία, ακολούθησαν τη χαράδρα του Αλιάκμονα (κατά τη διαδρομή και εντός του ποταμού) μετά το Νεστόριο, κινούμενα στις κατάλληλες θέσεις για την προετοιμασία της αντεπίθεσης. Μέχρι τις 31 Οκτωβρίου έφτασαν και τα τμήματα της 9ης Μεραρχίας στην περιοχή της Καστοριάς και την ίδια ημέρα ανακαταλήφθηκε το 29ο Συνοριακό Φυλάκιο και τα υψώματα Κόπρενα, Στενά και Βίτο. Ακολούθησαν και τα υπόλοιπα Συνοριακά Φυλάκια (26ο, 27ο και 28ο) της περιοχής.

Μετά από σκληρές μάχες οι Ιταλοί υποχώρησαν εγκαταλείποντας πυροβόλα, πυρομαχικά και αποθήκες τροφίμων στο ελληνικό έδαφος, που μέχρι τις 6 Νοεμβρίου είχε ανακαταληφθεί πλήρως, ενώ την ίδια ημέρα ο Ελληνικός Στρατός εισέρχονταν σε αλβανικό έδαφος καταλαμβάνοντας το Βίντοβο, αχρηστεύοντας την εκεί ιταλική πυροβολαρχία.

Μόλις τότε τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι Γραμμοχωρίτες γύρισαν ανακουφισμένοι στα σπίτια τους και ανέλαβαν το έργο συγκέντρωσης μάλλινων ρούχων και ειδών πρώτης ανάγκης των μάχιμων στρατιωτών μας και, ως άριστοι γνώστες της περιοχής, της μεταφοράς πυρομαχικών στην πρώτη γραμμή.

Στο μεταξύ, μέχρι τις 7 Νοεμβρίου είχε αποκρουστεί πλήρως και η ιταλική επίθεση στο Καλπάκι και μία εβδομάδα αργότερα (στις 14 Νοεμβρίου) ξεκινούσε η μεγάλη αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων που, όσον αφορά το Μέτωπο της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, θα απελευθέρωνε στις 22 Νοεμβρίου την Κορυτσά!

*Σημείωση: Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από το υπό έκδοση βιβλίου “Στον Γράμμο! Τα πολύπαθα Γραμμοχώρια της Καστοριάς. Τουρκοκρατία-Μακεδονικός Αγώνας-Κατοχή-Εμφύλιος” που κυκλοφορεί τις επομένες μέρες από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Σωτήρης Β. Κύρμπας

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-1941. Η ιταλική εισβολή (28 Οκτωβρίου μέχρι 13 Νοεμβρίου 1940), Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1986. (σελ. 17, 36, 209, 211).

Ιωάν. Α. Βερνάρδος, Δαβάκης-Πίνδος. Πλήρης περιγραφή της επικής μάχης της Πίνδου μετά συντόμου εξιστορήσεως ολοκλήρου του Πολέμου 1940-1941 (2η έκδ.), Π. Δημητράκου, Αθήνα 1945. (σελ. 104-105).

Αναστάσιος Κυρ. Σιούκας, Σύντομος ιστορία Γιαννοχωρίου-Μονοπύλου-Σλιμνίτσης-Καλής Βρύσης και Λειβαδοτόπου. Ήθη, έθιμα, εορταί και πανηγύρεις, Θεσσαλονίκη 1970. (σελ. 42-43).

Αχιλλέας Ι. Παπαϊωάννου, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων (ΧΙV-ΧΧ). Ιστορική έρευνα και μελέτη, 1994. (σελ. 52).

Σημειώσεις:

(1) Το όνομα της Κυράτσας Φιλ. Γερασίμου αναγράφεται στο Μνημείο Πεσόντων της Σλίμνιτσας που διατηρείται αλώβητο μέχρι σήμερα. Αντίθετα στο διπλανό Μονόπυλο δεν υπάρχει Μνημείο, ούτε καν οικισμός, καθώς το χωριό ισοπεδώθηκε στον εμφύλιο πόλεμο και επομένως ο Παύλος Βλάχος δεν αναφέρεται σε κάποιο Μνημείο.

(2) Ίσως πρόκειται για τον Ανδρέα Γ. Τσεπαπαδάκη από το Κολυμβάρι Κισσάμου Χανίων που στη διάρκεια της κατοχής κατόπιν (25χρονος πλέον), ήταν στις 14 Ιουνίου 1942 ανάμεσα στους 62 πολίτες που εκτελέστηκαν στο Γάζι από τα ναζιστικά στρατεύματα ως αντίποινα για το σαμποτάζ στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου Κρήτης.

(3) Ο Χρήστος Στασινόπουλος, διοικητής τάγματος του ΕΛΑΣ στην Εθνική Αντίσταση, έπεσε σε μάχη με τους Γερμανούς στη Χαλκίδα. Ο Σωτήρης Άγος κατά τον εμφύλιο πόλεμο είχε ενταχθεί στον ΔΣΕ ως διοικητής λόχου Όλμων και επιτελής τάγματος. Ο Σπύρος Παπαδημητρίου, ταξίαρχος του ΔΣΕ στον εμφύλιο, σκοτώθηκε το 1949 στον Γράμμο.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ