Άρδην τ. 92

Tο ελληνικό Θέατρο Σκιών παρελθόν, παρόν και μέλλον

Συνεχίζοντας τη σειρά αφιερωμάτων στον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, που εγκαινιάστηκε με το αφιέρωμα των τευχών 86-87 στο ρεμπέτικο τραγούδι, επιχειρούμε εδώ μια πρώτη παρουσίαση του ελληνικού θεάτρου σκιών. Το θέατρο σκιών, το «μόνο ελληνικό θέατρο σήμερα» κατά τον Τσαρούχη, αποτελεί, μαζί με το ρεμπέτικο βασικό στοιχείο του αστικού λαϊκού πολιτισμού, καθώς άνθησε κυρίως στα αστικά κέντρα του ελληνικού κράτους, Πάτρα-Αθήνα-Πειραιά, πόλεις που έβγαλαν και τις αντίστοιχες τρεις «σχολές» του ελληνικού θεάτρου σκιών.
Αν ο λαϊκός πολιτισμός αντιμετώπισε στη νεώτερη εποχή περιφρόνηση και υποτίμηση από τις κυρίαρχες ελίτ, το θέατρο σκιών έτυχε ακόμη χειρότερης μεταχείρισης. Μέχρι και τον Μεσοπόλεμο θεωρήθηκε περιθωριακό θέαμα, ενώ οι καλλιτέχνες του θεάτρου σκιών αντιμετώπιζαν τόσο την κρατική εχθρότητα όσο και την περιφρόνηση της κοινωνίας (πολλοί αναγκάζονταν να χρησιμοποιήσουν ψευδώνυμο, ώστε να μην ντροπιάζουν τις οικογένειές τους).
Αν και υπήρξαν πολλοί πνευματικοί άνθρωποι που στήριξαν και ανέδειξαν το θέατρο σκιών, αυτό αντιμετωπίζεται ως και σήμερα συχνά με βαθιά περιφρόνηση, όπως δείχνει και το άρθρου του Γιάννη Μαρίνου που αναδημοσιεύουμε.
Στο αφιέρωμα αυτό δίνουμε τον λόγο σε μία σειρά καραγκιοζοπαικτών που επέλεξαν να διατηρήσουν την παράδοση του θεάτρου σκιών στα «άγονα» χρόνια του μεταπολιτευτικού εκσυγχρονισμού. Τον Γιάννη Βουλτσίδη, ο οποίος, μαζί με την Γεωργία Γιαννοπούλου επιχειρούν από την ακριτική Θράκη να ανοίξουν νέους ορίζοντες στο θέατρο σκιών, ανανεώνοντας την σκηνική εμφάνιση και την δραματουργία του,  τον καραγκιοζοπαίκτη αλλά και ιστοριοδίφη Ψυχραιμία, κατά κόσμον Κώστα Καμαριάρη καθώς και τους Στάθη Λαγκάδα, Νικόλα Αλεφραγκή και Τάσο Γεωργίου που ανήκουν στη νεώτερη γενιά καραγκιοζοπαικτών.
Το αφιέρωμα πλαισιώνουν αποσπάσματα κειμένων του Μενέλαου Λουντέμη και του Νίκου Εγγονόπουλου, μια παρουσίαση του -εν πολλοίς αγνοημένου στην Ελλάδα- θεάτρου σκιών της Κύπρου, αναλύσεις του Μιχάλη Μερακλή και του Γιάννη Κιουρτσάκη, και, τέλος, δύο κείμενα του Απόστολου Γιαγιάννου και του Νικόλα Δημητριάδη.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*