Διεθνή

Τα όρια της ρωσοτουρκικής συννενόησης

Ποιός ο βαθμός εμπιστοσύνης που διατηρεί η Άγκυρα έναντι της Μόσχας;

του Σεμίχ Ιντίζ, ιστοσελίδα al.monitor, 14/03/2017

Η κλιμακούμενη κρίση της Τουρκίας με την Ευρώπη, έχει αναζωογονήσει την επιθυμία της να διευρύνει την συνεργασία της με την Ρωσία. Η Άγκυρα θέλει να στείλει ένα σαφές μήνυμα ότι διατηρεί ισχυρούς φίλους που μπορούν να μειώσουν την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Αυτό, επίσης, λειτουργεί προς το συμφέρον της Μόσχας, δεδομένων των προβλημάτων της με την Δύση και την ασίγαστη επιθυμία της να υπονομεύσει το ΝΑΤΟ.

Η επίσκεψη του Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Μόσχα, την προηγούμενη εβδομάδα, πραγματοποιήθηκε σε μια ευνοϊκή για την Άγκυρα συγκυρία. Ο Ερντογάν και ο Πούτιν, συνομίλησαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου Κορυφής για την Συνεργασία, που καθιερώθηκε μεταξύ των δυο χωρών το 2010, και συναντάται για έκτη φορά.

Μετά τις συνομιλίες τους, οι Ερντογάν και Πούτιν τόνισαν την κοινή επιθυμία τους να ξεπεράσουν το επίπεδο τις οικονομικής συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των δύο χωρών πριν την επιδείνωση των σχέσεών τους, μετά την κατάρρευση του ρωσικού τζετ από την Τουρκία τον Νοέμβριο του 2015, ενέργεια που βύθισε τις τουρκο-ρωσικές σχέσεις εν μια νυκτί.

Επρόκειτο για την τέταρτη συνάντηση μεταξύ των δυο ηγετών, από την στιγμή που ο Ερντογάν ζήτησε συγνώμη, το προηγούμενο καλοκαίρι, για την κατάρριψη του αεροπλάνου, γεγονός το οποίο έκτοτε οι δύο ηγέτες αποφάσισαν να αφήσουν πίσω τους.

Οι συμφωνίες που υπεγράφησαν κατά την διάρκεια της επίσκεψης Ερντογάν, αφορούν σε ένα τριετές πρόγραμμα οικονομικής, επιστημονικές, τεχνικής και πολιτιστικής συνεργασίας. Υπήρξαν επίσης διαπραγματεύσεις για την αναβάθμιση της συνεργασίας στο στρατηγικό πεδίο της ενέργειας, επιταχύνοντας το πρόγραμμα για την κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου στο Ακούγιου της Τουρκίας, το οποίο έχει αναλάβει η ρωσική επιχείρηση Rosatom.

Σε αυτό το πλαίσιο, συζητήθηκε και η αναβάθμιση της στρατιωτικής συνεργασίας, προκαλώντας φήμες για την αγορά των ρώσικων πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς S-400 από την Τουρκία. Δεδομένης της συμμετοχής της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, ωστόσο, πολλοί πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πιθανόν να συμβεί.

Αυτό, ωστόσο, δεν απέτρεψε τον Ερντογάν από το να δίνει τροφές στις φήμες για την αγορά. Επιστρέφοντας αεροπορπικός από την Μόσχα, είπε σε δημοσιογράφους από την χώρα του ότι η Τουρκία δεν χάνει την ανεξαρτησία της ως μέλος του ΝΑΤΟ, προσθέτοντας ότι εφόσον δεν μπορεί να εξασφαλίσει ανάλογα συστήματα από την Δύση, θα πρέπει να τα αναζητήσει αλλού.

«Είδαμε το τι συνέβη στην Συρία. Δυστυχώς, είδαμε όπλα που προέρχονται από τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ στα χέρια των τρομοκρατών… Και βέβαια θα λάβουμε τα μέτρα μας γι’ αυτήν την εξέλιξη», δήλωσε ο Ερντογάν, αναφερόμενος στην ανάγκη που έχει η Τουρκία να αποκτήσει ένα σύστημα πυραυλικής άμυνας.

Οι δηλώσεις του Ερντογάν, όμως, ήλθαν άθελά τους να υποδείξουν τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των δύο χωρών στο ζήτημα της Συρίας. Ο Μαξίμ Α. Σούκωφ του Al-Monitor υποστήριξε ότι «εάν παραδοθούν, τα συστήματα των S-400 δυνητικά μπορεί να περιορίσουν το περιθώριο κινήσεων της ίδιας της Μόσχας στην Συρία, καθώς και της αεροπορίας του Μπασάρ Αλ-Άσαντ –κάτι που η Ρωσία λαμβάνει υπόψη της στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της.

Οι αναφορές του Ερντογάν για τα όπλα του ΝΑΤΟ που καταλήγουν στα χέρια τρομοκρατών στην Συρία αφορούν την υποστήριξη που παρέχει η αμερικανοκίνητη συμμαχία εναντίον του Ισλαμικού Κράτους στις Λαϊκές Πολιτοφυλακές (YPG), τις οποίες η Τουρκία θεωρεί μια κουρδική τρομοκρατική οργάνωση που συνδέεται με το παράνομο PKK.

Ο Ερντογάν βρίσκεται ενώπιον ενός σημαντικού διλήμματος. Η Ρωσία δεν θεωρεί ότι το YPG ή η μητρική του οργάνωση, το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PYD), είναι τρομοκρατικές οργανώσεις, και επιτρέπει στο τελευταίο να διατηρεί μια αντιπροσωπεία στην Μόσχα.

Η άρνηση της Μόσχας, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, να αποκηρύξει το PKK ως τρομοκρατική οργάνωση καθιστά ακόμα πιο σύνθετο αυτό το δίλημμα. Ο Ερντογάν έθεσε το ζήτημα διπλωματικά κατά την διάρκεια της έναρξης των εργασιών του Συμβουλίου Συνεργασίας στην Μόσχα.

«Όσο για την δραστηριότητα συριακών ομάδων που συνδέονται με τους τρομοκράτες του PKK, όπως το PYD το YPG, πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να μπει ένα τέλος στην δράση που αναπτύσσουν στην Ρωσία», είπε.

Επίσης έθεσε ένα ακόμη ευαίσθητο γι’ αυτόν ζήτημα, και τόνισε την επιθυμία της Άγκυρας να δει την Ρωσία να απαφορεύει την δραστηριότητα οργανώσεων που συνδέονται με τον Φετουλάχ Γκιουλέν, του ισλαμιστή ιμάμη που κατηγορείται για την ενορχήστρωση του αποτυχημένου πραξικοπήματος, τον Ιούλιο του 2016.

Το γεγονός παραμένει, ωστόσο, ότι ενώ καταγγέλει δημοσίως τις ΗΠΑ και την Ευρώπη για την υποστήριξη που παρέχουν το PYD και του YPG, ο Ερντογάν παραμένει σιωπηλός για την υποστήριξη που παρέχει η Ρωσία στις ίδιες οργανώσεις. Παρά τις «Συνομιλίες της Αστάνα», όπου οι δύο χώρες, μαζί με το Ιράν, υποστηρίζουν της συνομιλίες που έχουν ως σκοπό να θέσουν ένα τέλος στην συριακή κρίση, η χώρα παραμένει ένα αγκάθι για τις ρωσο-τουρκικές σχέσεις.

Τούτο έγινε προφανές, όταν η Ρωσία ανέκοψε την περαιτέρω ανάπτυξη της τουρκικής επιχείρησης «Ασπίδα του Ευφράτη» στην Βόρειο Συρία, ειδικότερα όταν η τελευταία προσέγγισε την πόλη του Μανμπίζ (Ιεράπολη –Η Άγκυρα επιθυμούσε να εξαλείψει από εκεί τα στοιχεία του YPG).

Χρησιμοποιώντας την επιρροή που διατηρεί εντός του PYD, η Μόσχα έπεισε το YPG να μεταφέρει την δικαιοδοσία της περιοχής που βρίσκεται νοτίως της πόλης στις δυνάμεις του καθεστώτος. Ο Μουράτ Γετκίν, αρχισυντάκης της Χουριέτ είπε ότι η Μόσχα προέβη σε αυτήν την κίνηση «προκειμένου να μην αφήσει το κουρδικό χαρτί της Συρίας να πέσει στα χέρια των Αμερικάνων».

Η ρωσική κίνηση, επίσης, κατέδειξε το πως η Τουρκία είναι σε θέση να παραμείνει στην Συρία μόνον ακολουθώντας τις επιθυμίες της Μόσχας –για να μην αναφέρουμε και την Ουάσιγκτον– και προκειμένου να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπίσει την αποτρόπαια γι’ αυτήν προοπτική να τα βρει με τον Άσαντ.

Ρώσοι αξιωματούχοι στα εγκαίνια του γραφείου που άνοιξε το κουρδικό Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης στην Μόσχα

Έχοντας δαιμονοποιήσει τον Άσαντ επί χρόνια, οι υποστηρικτές του Ερντογάν σκέφτονται τώρα ότι η αποδοχή του μπορεί να είναι το λιγότερο κακό σε σχέση με το PYD και το YPG. O Ιμπραήμ Καραγκούλ, εκδότης της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Γενί Σαφάκ, για παράδειγμα, θεωρεί ότι είναι καλύτερο να υπάρχει στην συρία κυριαρχία του καθεστώτος, παρά κυριαρχία του PYD. «Μπορεί κάποιοι να θυμώσουν μαζί μου επειδή λέω κάτι τέτοιο, αλλά εάν είναι απαραίτητο θα πρέπει να κάτσουμε στο τραπέζι με την Δαμασκό», έγραψε ο Καραγκούλ στην στήλη του.

Ο Σούκωφ, ωστόσο, επαναλαμβάνει το επιχείρημα του Γιετκίν, και παραπέμπει σε ρώσικες πηγές που υποστηρίζουν ότι η εγκατάλειψη των Κούρδων δεν αποτελεί συμφέρουσα επιλογή για την Μόσχα: Σύμφωνα με τις πηγές του «εάν η Μόσχα εγκαταλείψει τώρα τους Κούρδους, θα ενισχύσει αυτόματα την θέση των Αμερικανών. Οι ΗΠΑ έχουν εξασφαλίσει μερίδα της βορειοδυτικής Συρίας εγκαθιστώντας την δική τους στρατιωτική υποδομή εκεί. Επίσης, θα επιτρέψει στην Τουρκία να αποκτήσει ευρύτερο έλεγχο σε συριακές περιοχές».

Η φιλοξενία ενός κουρδικού συνεδρίου τον προηγούμενο μήνα –με την συμμετοχή του PYD, καθώς και το προσχέδιο συντάγματος που εκπόνησαν οι Ρώσοι για την Συρία, και το οποίο προτείνει ένα κοσμικό μοντέλο και λαμβάνει υπόψη του το ενδεχόμενο μιας κουρδικής αυτονομίας, προκάλεσαν επίσης την δυσαρέσκεια της Άγκυρας.

Γνωρίζοντας ότι τόσο η Ρωσία, όσο και οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να υπάρξει κάποιας μορφής πολιτικής αντιπροσώπευσης για τους Κούρδους, η Άγκυρα πρετοιμάζεται για έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων για την Συρία, που θα πραγματοποιηθεί στην Γενεύη στις 23 Μαρτίου του 2016. Ένα από τα κυριότερα ζητήματα που θα συζητηθεί εκεί, σύμφωνα με τις φήμες που κυκλοφορούν, θα είναι και το νέο Συριακό Σύνταγμα.

Ο αρθρογράφος Νουρέη Μέρτ, επικεντρώνει σε μια ακόμη προβληματική πτυχή των σχέσεων μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας. «Ένα ακόμα ζήτημα που περιπλέκει την ρωσο-τουρκική συμμαχία, είναι η επιθυμία της Τουρκίας να αναβιώσει την συμμαχία των σουνιτών εναντίον του Ιράν, και να συνεισφέρει έτσι στα σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ, που επιδιώκει την επαναπροσέγγιση μεταξύ σουνιτών και Ισραήλ εναντίον της ‘ιρανικής απειλής’». Λέει ο Μερτ.

Ακόμα και η παρούσα κρίση της Άγκυρας με την Ολλανδία καταδεικνύει τα όρια τα οποία έχει η πολιτική συνεργασίας της Τουρκίας με την Ρωσία. Θεωρώντας ότι το διεθνές δίκαιο βρίσκεται με το μέρος της, η Άγκυρα ήλπιζε σε υποστήριξη της Μόσχας. Απογοητεύτηκε, ωστόσο, όταν ο εκπρόσωπος του Πούτιν κάλεσε και τις δυο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση.

Ο υπουργός της Τουρκίας για την Ε.Ε., Ομέρ Τσελίκ επιτέθηκε στον γ.γ. του ΝΑΤΟ Γενς Σόλτενμπεργκ, όταν ο τελευταίος απηύθυνε μια παρόμοια έκκληση: «Το να ζητάτε αποκλιμάκωση της έντασης δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει [οι Ολλανδοί] να εξηγήσουν τους λόγους για την πυροδότηση αυτής της έντασης, και να κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο για την αποκλιμάκωσή της», είπε ο Τσελίκ.

Προς στιγμήν, Μόσχα και Άγκυρα δεν είναι διατεθειμένες να αφήσουν τις διαφορές τους, παρ όλη το πόσο σοβαρές αυτές εν τέλει θα αποβούν, να χαλάσουν την θετική ατμόσφαιρα που προβάλουν για την αναθέρμανση των σχέσεών τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα αγκάθια στην σχέση τους δεν μπορούν να οδηγήσουν σε νέες πληγές, που μπορεί ακόμα και να μεγαλώσουν.

Μετάφραση: ardin-rixi.gr

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*