Άρδην τ. 87

Από το σχέδιο Ανάν στο Μαρί

Ομιλία από την εκδήλωση της 12ης Οκτωβρίου 2011

του Γιώργου Λιλλήκα από το περ. Άρδην (τ.87)

Για να γίνουν κατανοητές οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην περιοχή μας, οι διαστάσεις και προεκτάσεις τους, θα πρέπει κανείς να κατανοήσει τους στόχους και τη στρατηγική της Τουρκίας. Η συμπεριφορά και η πολιτική κουλτούρα της Τουρκίας είναι προϊόν ενός σύνθετου μωσαϊκού. Λίγο ο ψυχρός πόλεμος και η γεωγραφική της θέση, λίγο οι αφέλειες και οι πολιτικές ψευδαισθήσεις της Δύσης, λίγο το μέγεθος της αγοράς της, συνέβαλαν στο να καταστεί διαχρονικά η Τουρκία το κακομαθημένο παιδί των Αμερικανο-Βρετανών και εξ αντανακλάσεως και αρκετών άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτή η στήριξη αποτέλεσε την ομπρέλα προστασίας, ένα είδος ασυλίας, της Τουρκίας, για τα εγκλήματα που διέπραττε είτε απέναντι σε άλλους λαούς, είτε ακόμη κι απέναντι στους ίδιους τους πολίτες της. Για κανένα έγκλημά της δεν πλήρωσε το όποιο τίμημα.
Η προκλητική ανοχή της διεθνούς κοινότητας συνέβαλε στο να καλλιεργηθεί στις γειτονικές χώρες της Τουρκίας η βάσιμη αντίληψη ότι η χώρα αυτή βρίσκεται υπό ισχυρή προστασία. Ταυτόχρονα, αυτή η διεθνής πρακτική επέδρασε αρνητικά και πάνω στον πολιτικό πολιτισμό της Τουρκίας, συμβάλλοντας στο να αναπτυχθεί σταδιακά η κουλτούρα ενός άνομου περιφερειακού χωροφύλακα, μια επιθετική-επεκτατική πολιτική έναντι των γειτόνων της, η οποία κορυφώθηκε με το όραμα Νταβούτογλου για μια νέα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τουρκική ηγεσία, κεμαλική παλαιότερα, ισλαμική σήμερα, έμαθε να λειτουργεί εκτός των πλαισίων του διεθνούς δικαίου και να επιβάλλει, διά της στρατιωτικής ισχύος και βίας, τη βούλησή της.
Η Τουρκία φρόντιζε, ακόμη και απέναντι στην Ουάσιγκτον, να μην θεωρηθεί και να μην εκληφθεί ποτέ ως δεδομένη σύμμαχος. Για κάθε ανταπόκριση στις συμμαχικές της υποχρεώσεις, ακόμη και για τις πιο αυτονόητες (θυμηθείτε την εκλογή Ρασμούσεν στη θέση του Γ.Γ. του ΝΑΤΟ), φρόντιζε να ζητήσει και να εξασφαλίσει ανταλλάγματα.
Το ανατολίτικο παζάρι αποτελεί, ακόμη και σήμερα, το κοράνι των συμμαχικών και των εξωτερικών της σχέσεων γενικότερα. Γι’ αυτό δεν πρέπει να εκπλήττει το γεγονός ότι, ενώ η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, (που στηρίζεται ανεπιφύλακτα από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στην Ευρώπη), αποτελεί αίτημα της ίδιας της Τουρκίας, εντούτοις, στη διαπραγματευτική εναρμονιστική διαδικασία, επιχειρείται να εμφανιστεί ως παραχώρηση της Τουρκίας προς την Ένωση, έτσι ώστε να ενταχθεί με τους δικούς της όρους και εξασφαλίζοντας προκαταβολικά σοβαρά ανταλλάγματα.
Η άνοδος του Ταγίπ Ερτογάν και του Ισλαμικού Κόμματος στην ηγεσία της Τουρκίας δημιούργησε νέες ψευδαισθήσεις στις ΗΠΑ και στην Ε.Ε. Πέραν από τον μύθο του εκδημοκρατισμού και της προοπτικής εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας, αναπτύχθηκε και ο μύθος του μοντέλου ενός «ισλαμικού κοσμικού δημοκρατικού» κράτους, που θα μπορούσε να εξαχθεί στις υπόλοιπες Ισλαμικές χώρες της περιοχής.
Αυτοί οι μύθοι εξέτρεφαν στην Άγκυρα την αλαζονεία του παντοδύναμου κράτους, που μπορεί και δικαιούται να επιβάλει τους όρους του. Οι μύθοι που συνόδευαν τον ισλαμιστή Ερτογάν αντικατέστησαν τους μύθους που καλλιεργούντο στις ΗΠΑ για τις στρατιωτικές κυβερνήσεις του κεμαλικού κατεστημένου. Επί της ουσίας, όμως, οι ΗΠΑ πάντα ανέχοντο ή στήριζαν τις τουρκικές απαιτήσεις έναντι των γειτόνων της, υπό το πρόσχημα της στήριξης του συστήματος που κινδύνευε από τον επερχόμενο εσωτερικό «εχθρό»: έπρεπε «να στηριχθούν οι στρατιωτικές κυβερνήσεις, για να μην ανατραπεί το κεμαλικό κοσμικό κράτος από τους ισλαμιστές», ήταν παλαιότερα το επιχείρημα. Για την στήριξη του Ερτογάν, το επιχείρημα άλλαξε: «πρέπει να βοηθηθεί, γιατί υπάρχει κίνδυνος να επανέλθει το κεμαλικό στρατιωτικό κατεστημένο». Έτσι, κατά το δοκούν, ο «καλός» μετατρεπόταν σε «κακό» και αντίστροφα, αρκεί η Τουρκία να έχει τη στήριξη που απαιτούσε.
Οι ελληνο-αμερικανο-κυπριακές σχέσεις δεν οικοδομούνται σε μια ευθεία διμερή διακρατική βάση, αλλά διαμορφώνονται πάντοτε διαθλαστικά, μέσα από το πόρισμα των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων.
Η επιλογή της Τουρκίας από τις ΗΠΑ, ως ο στρατηγικός σύμμαχός τους στην περιοχή, είχε σοβαρές συνέπειες επί του Κυπριακού, αλλά και στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις. Η όλη προσέγγιση των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας συνίστατο στο να αιτιολογούν τις τουρκικές απαιτήσεις, να πιέζουν την ασθενέστερη πλευρά για κινήσεις (ή καλύτερα υποχωρήσεις) καλής θέλησης, με την προσδοκία της θετικής ανταπόκρισης της Τουρκίας, που ποτέ δεν επιβεβαιωνόταν.
Όμως, κάθε φορά που ένα αίτημα της Τουρκίας ικανοποιείτο, αντί να οδηγούμαστε σε μια αντίστοιχη κίνηση από πλευράς της, ή σε κορεσμό της όρεξής της, διαπιστώναμε την ανάπτυξη μιας ανικανοποίητης βουλιμίας στις ηγεμονικές βλέψεις της. Στην αλαζονική και επιθετική της συμπεριφορά έναντι του Ελληνισμού, (στην Κύπρο, στην Ανατολική Θράκη και το Αιγαίο), δυστυχώς συνέβαλε και η φοβική πολιτική συμπεριφορά των πολιτικών ηγεσιών της Κύπρου και της Ελλάδας.
Με την πολιτική του «καλού παιδιού», των συνεχών μονομερών υποχωρήσεων, πιστεύαμε ότι θα κατευνάζαμε το θηρίο, ενώ στην πραγματικότητα το εξαγριώναμε. Του δίναμε κίνητρα για να γίνει ακόμη πιο επιθετικό.
Μέσα από αυτό το πρίσμα πρέπει κάποιος, κατά την άποψή μου, να δει τη γένεση και προώθηση του Σχεδίου Ανάν. Το σχέδιο αυτό ήταν προϊόν, από τη μια, της προσπάθειας των Ηνωμένων Πολιτειών να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με την Άγκυρα, που διαταράχτηκαν λόγω της εισβολής στο Ιράκ και, από την άλλη, των δικών μας διαχρονικών λαθών και υποχωρήσεων.
Όπως ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Ντάνιελ Φριντ παραδέχθηκε, λίγα χρόνια αργότερα, οι ΗΠΑ, λόγω Ιράκ, θέλησαν να «δωρίσουν» την Κύπρο στην Άγκυρα, ως ένα προτεκτοράτο της, και το έπραξαν με το Σχέδιο Ανάν.
Η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, στο δημοψήφισμα της 24ης Απρίλη του 2004, από τον Κυπριακό Ελληνισμό, απέτρεψε την επίτευξη του πρωταρχικού στόχου που αυτό ήθελε να εξυπηρετήσει, έδωσε όμως «πιστοποιητικό καλής διαγωγής» στην Τουρκία, την αποενοχοποίησε, ανοίγοντάς της την προοπτική ένταξής της στην Ε.Ε., χωρίς η λύση του Κυπριακού να αποτελεί προϋπόθεση.
Μέσα σ’ αυτές τις ευνοϊκές, για την Τουρκία, διεθνείς συνθήκες, ο Ταγίπ Ερντογάν, οποίος προβαλλόταν από τη Δύση ως ο «εκσυγχρονιστής», «μετριοπαθής» και «δημοκρατικός» ηγέτης, έκανε το μεγάλο άλμα υιοθετώντας και προβάλλοντας, χωρίς ενδοιασμούς, το ηγεμονικό όραμα του Νεοθωμανισμού που σχεδίασε ο καθηγητής Νταβούτογλου. Πολλοί ήταν αυτοί που πίστεψαν (ακόμα και ανάμεσά μας) πως μια ισλαμική Τουρκία θα ήταν καλύτερη από την κεμαλική, παραγνωρίζοντας ότι αυτό που προσδιορίζει τον επιθετικό χαρακτήρα της τουρκικής ηγεσίας είναι ο τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός.
Δύο είναι οι βασικοί στρατηγικοί στόχοι που η Τουρκία του Ερτογάν έθεσε: Πρώτο να καταστεί η περιφερειακή υπερδύναμη και η ηγέτιδα χώρα του ισλαμικού (κατά συνέπεια και του αραβικού) κόσμου. Δεύτερο, η μετατροπή της χώρας σε διαμετακομιστικό ενεργειακό κόμβο, από τον οποίο θα εξαρτάτο στο μέλλον η προμήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε φυσικό αέριο.
Για την επίτευξη του πρώτου στόχου η Άγκυρα, πέραν από την ανάληψη σειράς πρωτοβουλιών (ανεπιτυχών ως επί το πλείστον), προέβαλε την έξυπνη και πειστική θεωρία των «μηδενικών προβλημάτων». Μια θεωρία που οι δυτικές χώρες αντιλαμβάνοντο ως έκφραση της πολιτικής βούλησης και ετοιμότητας της Άγκυρας να αναζητήσει συναινετικές λύσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τους γείτονές της. Αυτό, βέβαια, που η Άγκυρα εννοούσε, και τώρα έμπρακτα διακηρύττει, ήταν η επίλυση των προβλημάτων αυτών με την επιβολή των τουρκικών όρων. Η επιβολή αυτού του νεοθωμανικού ηγεμονισμού προϋποθέτει: πρώτον, την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα της δώσει ένα ισχυρό πολιτικό πλεονέκτημα στον μουσουλμανικό κόσμο.
Δεύτερο, τη ρήξη της Τουρκίας με το Ισραήλ, για να καθιερωθεί ως ο προστάτης των Αράβων διά της υπεράσπισης των Παλαιστινίων. Η ρήξη αυτή, για λόγους εντυπωσιασμού, αλλά και συμβολισμού, έγινε με όρους στρατιωτικής ισχύος, αλλά και πολεμική ρητορική. Τρίτον, την αποδοχή αυτού του ηγεμονικού ρόλου από τις ισλαμικές και αραβικές χώρες, οι οποίες βλέπουν με καχυποψία, αλλά και με αρνητική ιστορική μνήμη, τους τουρκικούς σχεδιασμούς.
Στον ενεργειακό τομέα, η Τουρκία αξιοποίησε την ανησυχία της Ουάσιγκτον για την εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η κατασκευή του αγωγού Ναμπούκο, για τη μεταφορά φυσικού αερίου προς την Ευρώπη από άλλες πηγές, πλην της Ρωσίας, είναι καθοριστικής σημασίας για την επίτευξη του στόχου μετατροπής της Τουρκίας σε ενεργειακό κόμβο.
Οι ρωσικές παρεμβάσεις στις ισλαμικές γειτονικές της χώρες που παράγουν φυσικό αέριο και η ανεύρεση σημαντικών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο (Ισραήλ, Κύπρος, Αίγυπτος), και η προοπτική εξαγωγής του στην ευρωπαϊκή αγορά σε υγροποιημένη μορφή, ακυρώνει τον αγωγό Ναμπούκο και μαζί το ενεργειακό όραμα της Τουρκίας.
Η σύγκρουση της Άγκυρας με το Ισραήλ προκαλεί έντονη ανησυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες τη θεωρούν υπαίτιο. Οι απρόβλεπτες αραβικές εξεγέρσεις και οι αστάθμητες αλλαγές στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και πιθανότατα σύντομα και στη Συρία, έχουν ανατρέψει τους τουρκικούς σχεδιασμούς. Η Τουρκία ξαφνικά μεταπήδησε, από τη θεωρία των «μηδενικών προβλημάτων», στην πρακτική των «πολλαπλών προβλημάτων και των πολεμικών απειλών». Η Αίγυπτος δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει στην Άγκυρα την πρωτοκαθεδρία που κατέχει στον αραβικό κόσμο, ενώ οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, όπως και η Χεσμπολάχ, δεν την αναγνωρίζουν ως ηγέτη του ισλαμικού κόσμου.
Η στρατηγική που η Τουρκία ακολούθησε, αντί να τη μετατρέψει σε ηγέτη της περιοχής, οδήγησε σε αναδόμηση του συσχετισμού δυνάμεων εις βάρος της, με την ίδια να παραμένει συγκρουσιακά μόνη και τον Ελληνισμό να έχει προοπτικές και ευκαιρίες που πριν από δύο χρόνια, φάνταζαν αδιανόητες.
Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή ενταξιακή πορεία της Τουρκίας βρίσκεται σε τέλμα με αβέβαιο τέλος. Η τουρκική ηγεσία γνωρίζει πως, ακόμη και η ειδική προνομιακή σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, περνά από την Αθήνα και τη Λευκωσία.
Η υλοποίηση αυτών των ηγεμονικών στόχων σήμερα προβάλλει ως αδύνατη. Μπροστά στην κατάρρευση του νεοθωμανικού οράματος, η Τουρκία του ισλαμιστή Ερντογάν δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο. Το «προοδευτικό και δημοκρατικό ισλαμικό μοντέλο» δεν διαφέρει ουσιαστικά από το κεμαλικό, το οποίο είχε κρύψει πίσω από μια μαύρη μαντίλα. Η επιβολή επί των στρατιωτικών όχι μόνο δεν οδήγησε στον εκδημοκρατισμό της χώρας, αλλά, από την 98η θέση που η Τουρκία κατείχε στον πίνακα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σήμερα μετακινήθηκε στην 136η θέση.
Ο αριθμός των διανοουμένων και των δημοσιογράφων που φυλακίζονται, γιατί απλώς επικρίνουν την πολιτική Ερντογάν, μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα μετατροπής της Τουρκίας σε «πρότυπο ισλαμικής δημοκρατίας», αλλά πολλοί είναι αυτοί που διερωτούνται αν το κοσμικό κράτος θα συνεχίσει να υφίσταται, αν ισχυροποιηθεί, ακόμη περισσότερο, το Ισλαμικό Κόμμα του Ερντογάν.
Η πρωτοφανής, σε έκταση και ένταση, αντίδραση της Τουρκίας και η μαζική κινητοποίηση του στόλου και της αεροπορίας της στην Ανατολική Μεσόγειο, με την έναρξη της πρώτης γεώτρησης από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτελεί την πλέον εμφανή έκφραση των αδιεξόδων του Νεοθωμανισμού. Χωρίς να έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε οφέλη από τον αραβικό κόσμο, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη κοινών οικονομικών συμφερόντων μεταξύ Κύπρου–Ισραήλ και Ελλάδας, πάνω στα οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια ισχυρή πολιτική συμμαχία, με δυνατότητες επέκτασής της στον κρίσιμο τομέα της ασφάλειας.
Η παρουσία του ρωσικού στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο ανατρέπει τον συσχετισμό δυνάμεων που η Τουρκία επιχείρησε να επιβάλει στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα εκπέμπει και ένα καθαρό μήνυμα ως προς τα ενεργειακά συμφέροντα της Ρωσίας και της Τουρκίας, τα οποία δεν συμπίπτουν.
Ταυτόχρονα, ο παραδοσιακός σύμμαχος της Τουρκίας, η Ουάσιγκτον, επιχειρεί να εξισορροπήσει αντιφατικά συμφέροντα. Από την μία επιθυμεί να δει τον αγωγό Ναμπούκο να υλοποιείται για την απεξάρτηση της Ευρώπης από τους ρωσικούς αγωγούς, από την άλλη, όμως, βλέπει ότι ο στόχος της απεξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να επιτευχθεί με τροφοδοσία της σε φυσικό αέριο από την Κύπρο και το Ισραήλ. Συνάμα είναι υποχρεωμένη να υπερασπιστεί την αμερικανική εταιρεία που πραγματοποιεί την εξόρυξη σε οικόπεδο της κυπριακής ΑΟΖ, ενώ στην περίπτωση περαιτέρω όξυνσης των σχέσεων Τουρκίας – Ισραήλ, δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία για το ποια από τις δύο χώρες θα υποστηρίξει.
Οι δυνατότητες της Τουρκίας απομυθοποιήθηκαν, έχουν δείξει τα όριά τους. Απέτυχε η Τουρκία το 2004 να ανατρέψει την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τώρα αποτυγχάνει να παρεμποδίσει την εκμετάλλευση των κυπριακών ενεργειακών πόρων.
Είναι φανερό ότι μια νέα γεωπολιτική και γεωστρατηγική πραγματικότητα, νέες ισορροπίες δυνάμεων, δημιουργούνται στην περιοχή. Ο ηγεμονικός ρόλος της Τουρκίας απομακρύνεται ή και ακυρώνεται. Οι στρατηγικοί της στόχοι ανατρέπονται. Αντίθετα, οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για ενίσχυση και αναβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Εκείνο που απομένει να γίνει, είναι, η Κύπρος και ο Ελληνισμός ευρύτερα, να σχεδιάσουν μιαν πολυεπίπεδη διεκδικητική πολιτική συμμαχιών, για να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τα νέα δεδομένα. Να αξιοποιήσουν το εργαλείο του χρόνου δημιουργικά και δυναμικά, για να διαπραγματευτούν και να λύσουν τα εθνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, λόγω του τουρκικού Νεοθωμανισμού, από θέση ισχύος.
Πολύ φοβάμαι, όμως, πως αντί τούτου τα παραδοσιακά φοβικά σύνδρομα από τη μία, οι ψευδαισθήσεις για τις προθέσεις της Τουρκίας και της Βρετανίας και η ανάγκη δημιουργίας εντυπώσεων στην κοινή γνώμη, από την άλλη, θα επικρατήσουν, με κίνδυνο να έχουμε στο τέλος ένα δεύτερο φιάσκο S300. Στον τομέα του φυσικού αερίου χρειάστηκε να γίνει η τραγωδία στο Μαρί, για να προχωρήσει η κυβέρνηση, με καθυστέρηση τριών χρόνων, στην υλοποίηση μιας στρατηγικής που σχεδιάστηκε το 2005 και τέθηκε σε εφαρμογή από το 2006.
Ελπίζω οι μικροκομματικές σκοπιμότητες να μην ενταφιάσουν τις προοπτικές και τις δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά μας. Δεν είναι πάντα απαραίτητο να αποδεικνύουμε την ελληνικότητά μας διά των τραγικών λαθών μας.

* Ο Γιώργος Λιλλήκας χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας επι προεδρίας Τάσσου Ππαδόπουλου

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*