του Γιώργου Καραμπελιά από το liberal.gr
Στη συζήτηση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων, θα αντιπαρατεθoύν μια κλασική-παραδοσιακή αντίληψη της πολιτικής διαδικασίας και το «επιτελικό κράτος», δηλαδή ο ιδιότυπος «βοναπαρτισμός» του Κυριάκου Μητσοτάκη και των περί αυτόν.
Ο Μαρξ, στην «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», προσφέρει έναν εύστοχο και έγκυρο ορισμό του βοναπαρτισμού, ως ενός ιδιαιτέρου μεταβατικού καθεστώτος ανάμεσα σε μία περίοδο που έχει ήδη εξαντληθεί και μία νέα που μόλις αναδύεται. Στη δε Ελλάδα, βιώνουμε, ή έχουμε ήδη βιώσει, το τέλος του καθεστώτος της μεταπολίτευσης, χωρίς ακόμα να έχει αναδυθεί μια μετα-μεταπολιτευτική κανονικότητα.
Στη μεταπολίτευση κατέρρευσε το μετεμφυλιακό κράτος, ένα κράτος οικονομικής συσσώρευσης, εκσυγχρονισμού των υποδομών, αλλά και οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής καταστολής με ασφυκτική την παρουσία των Αμερικανών. Και αναδύθηκε ένα καθεστώς εδραίωσης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, διάχυσης της κατανάλωσης, παρασιτικού εκσυγχρονισμού, αλλά και δημιουργίας κοινωνικών υποδομών και προσφυγής-προσχώρησης στην Ευρώπη ως απάντηση στον αναδυόμενο νεοοθωμανικό επεκτατισμό.
Αυτό το καθεστώς ήρθε στο φως σε συνθήκες καθολικής κρίσης και εθνικού ακρωτηριασμού στην Κύπρο, σε συνθήκες ενός οιονεί βοναπαρτισμού, εκείνον του Κωνσταντίνου Καραμανλή ο οποίος θα χρησιμοποιήσει σπαράγματα των προϋπαρχουσών πολιτικών δυνάμεων για να δημιουργήσει, κάτω από μία προσωποπαγή εξουσία επτά ετών, ένα νέο πολιτικό μόρφωμα, τη Νέα Δημοκρατία· ένα κόμμα που σταδιακώς θα προσαρμοστεί στις νέες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, εγκαταλείποντας τα όποια εμφυλιοπολεμικά καταγωγικά σταγονίδιά του. Παράλληλα, θα δημιουργήσει ένα νέο πολιτικοκοινωνικό οικοσύστημα, κατ’ εξοχήν με την ανάδυση του ΠΑΣΟΚ ως του δεύτερου πόλου της μεταπολιτευτικής κανονικότητας και την ανάδειξη της Αριστεράς ως το ιδεολογικό think tank μιας αριστερόστροφης ιστορικής περιόδου.
Η μεταπολιτευτική κοινωνική και πολιτική ρύθμιση θα καταρρεύσει με πάταγο μέσα από την ανάδειξη όλων της των αντιφάσεων: κατ’ εξοχήν της ψαλίδας ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση προϊόντων και ιδεών· την οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρωτίστως ως μίας διευρυμένης αγοράς η οποία δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις νέες συνθήκες που απαιτούσαν διαφορετικό επίπεδο συνοχής και συναντίληψης στο εσωτερικό της. Με την κρίση του 2008-2009, το παλαιό μοντέλο της ευρωπαϊκής ρύθμισης απεδείχθη αναποτελεσματικό οδηγώντας σε κρίση πολλές χώρες της Ένωσης, ιδιαίτερα τις πιο αδύναμες, και στην κατάρρευση την πιο ευάλωτη και παρασιτική έναντι της ευρωπαϊκής οικονομίας, την Ελλάδα.
Είναι προφανές ότι χρειαζόταν ένα νέο μοντέλο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ρύθμισης, μια νέα διαμόρφωση των σχέσεων με την Ευρώπη και μια νέα πολιτική για την αντιμετώπιση του γιγαντούμενου νεοοθωμανικού γκολέμ. Εξαιτίας της ταχύτητας της εξέλιξης της κρίσης, της γενικευμένης παρακμής της ελληνικής κοινωνίας και της φυγής εκατοντάδων χιλιάδων μορφωμένων νέων, τα πολιτικά και κοινωνικά μορφώματα της μεταπολιτευτικής περιόδου ήταν αδύνατο να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις αυτής της νέας εποχής. Μιας εποχής, στην οποία θα εισέλθουμε με κυριολεκτικά υπερηχητικές ταχύτητες τις οποίες θα ορίζουν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, από τη μια, και οι πλατείες με τον Βαρουφάκη, από την άλλη.
Δύο βοναπαρτιστικού τύπου απόπειρες θα αναδειχθούν ως απόπειρες μετάβασης σε μια νέα εποχή. Η πρώτη υπήρξε εκείνη του Αλέξη Τσίπρα, μιας τυπικής βοναπαρτιστικής/δονκιχωτικής φιγούρας, ο οποίος, πατώντας πάνω στο κύμα των αγανακτισμένων, θα θελήσει να υπερβεί τη μεταπολιτευτική συνθήκη!
Μόνο που αυτή την υπέρβαση την έβλεπε ως απλή υπέρβαση των πολιτικών κομμάτων της μεταπολίτευσης και όχι ιδεολογικά-οραματικά. Αντίθετα, θα προτάξει την επιστροφή και εμβάθυνση των πλέον ξεπερασμένων ιδεολογικών σταθερών της μεταπολίτευσης, της δημοκοπίας, του φθηνού λαϊκισμού.
Και, σε ό,τι αφορά στις εξωτερικές σχέσεις, μία παρασιτική σχέση με την Ευρώπη· μία υποτελή αντίληψη του εθνικού συμφέροντος, συνέχεια της ύστερης μεταπολίτευσης, όπως θα καταδειχθεί στο ζήτημα των Σκοπίων· τέλος, την αδυναμία να συλλάβει τη νέα μετα-παγκοσμιοποιητική περίοδο στην οποία εισερχόταν οι ανθρωπότητα, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν: την κρίση της πολυπολιτισμικότητας και του γουοκισμού. Επρόκειτο για έναν βοναπορτισμό εκτός τόπου και χρόνου: ο Τσίπρας θα αναδειχθεί σε έναν Βοναπάρτη της «ελεεινής μορφής».
Και όμως, το αίτημα για υπέρβαση της μεταπολίτευσης ήταν άμεσο και πιεστικό. Και μια και ο αριστερός «Βοναπάρτης» απέτυχε παταγωδώς, και δεν ήταν δυνατόν παρά να αποτύχει μια και η χώρα, για να βγει από την κρίση, είχε ανάγκη από μία οικονομική πολιτική στον αντίποδα του μεταπολιτευτικού υπερδανεισμού, είχε έρθει η ώρα για έναν «φιλελεύθερο» Βοναπάρτη.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, χρησιμοποιώντας ως όχημα τη Νέα Δημοκρατία, θα οικοδομήσει ένα κατά το μάλλον ή ήττον προσωποπαγές ή, καλύτερα, προσωποκεντρικό καθεστώς για τη μετάβαση στη νέα εποχή. Μια εποχή όπου τα παλιά μικρομεσαία και μικροϊδιοκτητικά στρώματα θα αντικατασταθούν εν μέρει από τα νέα τεχνοκρατικά μισθωτά ή επαγγελματικά στρώματα· όπου η παραγωγική διάσταση της οικονομίας θα υποκαταστήσει την παρασιτική/καταναλωτική· στην οποία η εθνική ταυτότητα όχι μόνο θα αναβαθμιστεί αλλά θα συμπλέκεται με τη δημιουργία ενός ευρύτερου ομοσπονδιακού κράτους –μιας όντως ενωμένης Ευρώπης– και το εθνικό συμφέρον θα τείνει ιδεωδώς να συμπέσει με το ευρωπαϊκό.
Και για τη μετάβαση αυτή, ελλείψει ενός συγκροτημένου πολιτικού προσωπικού και ενός οράματος που να την φωτίζει και να την καθοδηγεί, καθίσταται αναγκαίος ένας ισχυρός συγκεντρωτισμός που θα αποκληθεί «επιτελικό κράτος». Πόσο μάλλον που ο ίδιος ο Μητσοτάκης και το στενό περιβάλλον του, καθώς και τα think tanks που τον περιστοιχίζουν, είναι ιδεολογικά διαμορφωμένοι με πολλές από τις παγκοσμιοποιητικές και πολυπολιτισμικές αυταπάτες της ύστερης μεταπολίτευσης, δεν διαθέτουν πλήρη συνείδηση των διακυβευμάτων και δρουν συχνά υπό την πίεση της συγκυρίας.
Έτσι, δεν θα φτάσουν στην ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας προγραμματικά, αλλά μετά από την πικρή εμπειρία της τουρκικής επιθετικότητας· δεν θα κατανοήσουν τη σημασία της στήριξης σε μια εκσυγχρονισμένη παράδοση, παρά μόνο μετά από το φιάσκο των ομόφυλων ζευγαριών κ.ο.κ. Δηλαδή, πρόκειται για έναν ατελή και σχετικά σθενή «βοναπαρτισμό», αλλά πάντως πραγματικό.
Συναφώς, ο συγκεντρωτισμός καθίσταται τόσο περισσότερο αναγκαίος όσο ελλείπει μια ενιαία οραματική και στρατηγική αντίληψη και όλα πρέπει να αντιμετωπίζονται ad hoc, με το επιτελικό κράτος να προσομοιάζει ενίοτε με σταθμό πρώτων βοηθειών προκειμένου να επιλύονται τα προβλήματα που ανακύπτουν.
Πάντως, αυτή η βολονταριστική και «από τα πάνω» προσπάθεια να υλοποιηθεί αυτή η αναγκαία μετάβαση, υπογραμμίζει τη μεγάλη καθυστέρηση του πολιτικού προσωπικού και των ελίτ, αλλά εν πολλοίς και της ελληνικής κοινωνίας στο σύνολό της. Γι’ αυτό εξάλλου και διαιωνίζεται η «βοναπαρτιστική στιγμή» η οποία μοιάζει πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί, ελλείψει ενός νέου «μεταμεταπολιτευτικού» πολιτικού τοπίου, και ο Κυριάκος Μητσοτάκης… ετοιμάζεται για νέα τετραετία.

* Την Πέμπτη 7 Μαΐου 2026 στις 19:30 ο Γιώργος Καραμπελιάς θα συνομιλήσει με τους:
Τάκη Θεοδωρόπουλο, συγγραφέα
Ανδρονίκη Χρυσάφη, πανεπιστημιακό
Σπύρο Κουτρούλη, συγγραφέα με θέμα συζήτησης: «Περικλής Γιαννόπουλος: Ο αισθητής του ελληνισμού».
Η συζήτηση θα γίνει με αφορμή τα δύο τεύχη του νέου Ερμή του Λόγιου με αφιέρωμα στον Περικλή Γιαννόπουλο.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στον ΙΑΝΟ της Αθήνας, Σταδίου 24 και θα προβάλλεται ζωντανά στο κανάλι YouTube του ΙΑΝΟΥ.
