Με αφορμή τα πρόσφατα περιστατικά βίας σε βάρος πανεπιστημιακών
του Τάσου Χατζηαναστασίου
Άλλος ένας ακαδημαϊκός δάσκαλος, ο αντιπρύτανης του ΑΠΘ, καθηγητής Ιστορίας Ιάκωβος Μιχαηλίδης, έπεσε προχτές θύμα τραμπουκισμού από ομάδα φοιτητών και … μελών ΔΕΠ οι οποίοι αντιδρούσαν σε απόφαση των πρυτανικών αρχών. Αναφέρομαι ειδικά σ’ αυτόν γιατί αφενός είναι παλιός συμφοιτητής και φίλος, αφετέρου γιατί διακρίνεται για τον δημοκρατικότατο, ευχάριστο, ήπιο και φιλικό χαρακτήρα του, είναι γενικότερα αγαπητός και αποδεκτός και δεν έχει εμπλακεί σε συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις με κανέναν. Όχι τίποτα άλλο, αλλά επειδή ακούγεται κάθε φορά από τους απολογητές των τραμπούκων σε ανάλογα περιστατικά ότι η συμπεριφορά του θύματος ήταν… προκλητική, «αυταρχική» και «αντιδημοκρατική», ότι κοντολογίς «τα ήθελε»· πάνω κάτω σαν κι αυτά που επικαλούνται όσοι δικαιολογούν τις πράξεις βιασμού.
Γράφονται λοιπόν και πάλι τα γνωστά για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου και του σεβασμού των αποφάσεων των πανεπιστημιακών αρχών, την αναγκαιότητα λήψης μέτρων αλλά και για την αποτυχία της κυβέρνησης να επιβάλει την τάξη και να υπερασπιστεί την ασφάλεια στους πανεπιστημιακούς χώρους. Έως το επόμενο περιστατικό. Σωστές λίγο πολύ, οι παραπάνω επισημάνσεις, αλλά αν δεν διατυπώνονται με περισσή υποκρισία είτε από τους αρμόδιους που παραμένουν απαθείς θεατές είτε από τους ηθικούς αυτουργούς των περιστατικών βίας, αποτελούν στην καλύτερη περίπτωση ευσεβείς πόθους αφελών που, εάν μάλιστα ανήκουν στους πανεπιστημιακούς, απλώς ελπίζουν να μην είναι τα επόμενα θύματα των τραμπούκων.
Γιατί η συμπεριφορά αυτή προέρχεται ακριβώς από την απόρριψη και της τάξης και του σεβασμού στις αποφάσεις των αρχών και των ίδιων των εκπροσώπων της είτε είναι συμπαθή ως πρόσωπα είτε αντιπαθή από συγκεκριμένα άτομα και μειοψηφικές ομάδες. Απόρριψη όμως που εκδηλώνεται όχι ως δημοκρατική αμφισβήτηση, αλλά ως τραμπουκισμός. Στην ουσία αναπαράγεται μία επαναλαμβανόμενη πρακτική βίας που στηρίζεται στο «επαναστατικό δίκαιο» που «αγιάζει τα μέσα»: έχουμε δίκιο, πολεμάμε το άδικο κι αυτό δικαιολογεί ακόμη και την παραβίαση στοιχειωδών κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς. Ο αντίπαλος έχει απωλέσει, βάσει αυτής της αντίληψης, το ανθρώπινο δικαίωμα του σεβασμού της σωματικής του ακεραιότητας και της ηθικής του αξιοπρέπειας και απολύτως δικαιολογημένα εκ-βιάζεται να υποχωρήσει. Γι’ αυτό και αρκεί συχνά η απόδοση στο θύμα του χαρακτηρισμού του φασίστα, που τον θέτει αυτομάτως εκτός της κατηγορίας «άνθρωπος» ως όντος με δικαιώματα. Με βάση βέβαια τη σύγχρονη αντίληψη για τα δικαιώματα των ζώων, ούτε στα ζώα συγκαταλέγεται ο … ακαδημαϊκός εχθρός, αλλά σε ακόμη κατώτερη κατηγορία όντων. Εξάλλου, η «ηθική», δηλαδή η ευγένεια και η καλοσύνη αποτελούν «αστικές» αξίες. Το ότι η επιβολή μιας μειοψηφικής άποψης με τη χρήση βίας αποτελεί την ουσία του φασισμού δεν εξετάζεται γιατί αυτό προϋποθέτει στοιχειώδη (αυτο)κριτική σκέψη. Η αυταρέσκεια της δήθεν κατοχής της μοναδικής και απόλυτης αλήθειας συνιστά μια μορφή πνευματικής ανεπάρκειας. Γι’ αυτό και οι κατά καιρούς καταγγελίες διάφορων γκρουπούσκουλων – ενώ τα ίδια υιοθετούν τέτοιες συμπεριφορές όταν πρόκειται για «εχθρούς» – για τη βία που δέχονται τα δικά τους μέλη από ροπαλοφόρους άλλων «συλλογικοτήτων» , προκαλούν θυμηδία.
Πρόκειται όμως και για μία αντίληψη κυριαρχίας ιδιωτικών συμφερόντων σ’ έναν δημόσιο φορέα Παιδείας. Μία αντίληψη που απορρίπτει στην ουσία το κοινό καλό ως κριτήριο λειτουργίας της εκπαίδευσης, επιβάλλοντας στην ουσία τη διάλυση του δημόσιου πανεπιστήμιου: απορρίπτει τη διακίνηση ιδεών με τις οποίες διαφωνεί, απορρίπτει τη σύνδεση της παραγόμενης γνώσης με την παραγωγή, άρα και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, απορρίπτει την έρευνα για τις ανάγκες της χώρας καθώς χαρακτηρίζονται … καπιταλιστικές, εθνικιστικές, μιλιταριστικές (για να μην αποκτήσει ποτέ η Ελλάδα π.χ. δική της πολεμική βιομηχανία). Ιδανική Ελλάδα ίσως θα ήταν μία Ελλάδα μονίμως εξαρτημένη αμυντικά ή μια Ελλάδα ανυπεράσπιστη στις ορέξεις του νεοθωμανισμού. Δηλαδή, δεν είναι ότι επιχειρείται η επιβολή του «δίκιου» με τη χρήση βίας· είναι ότι τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει καν «δίκιο» παρά το απόλυτο ηθικό και κοινωνικό άδικο.
Ανεξάρτητα, όμως, από το τι θα πράξει η ίδια η κυβέρνηση για την εξασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, ευταξίας και ηρεμίας στους πανεπιστημιακούς χώρους όπως τις αντιλαμβάνεται η ίδια (για την ώρα έχει αποδειχθεί ανίκανη ή απρόθυμη να το πράξει), το ζήτημα είναι ότι αυτή η αντίληψη και η αντίστοιχη πρακτική της συνέπεια (η άσκηση «επαναστατικής» βίας από μειοψηφικές ομάδες) έχει δοκιμαστεί και αποτύχει. Εξάλλου, το «μπάχαλο» στο δημόσιο πανεπιστήμιο φαίνεται να εξυπηρετεί είτε γιατί έτσι αμφισβητείται ευκολότερα από τους νεοφιλελεύθερους αντιπάλους του είτε γιατί δικαιολογεί τη λήψη, πέραν των αναγκαίων και αυτονόητων, και αντιδημοκρατικών μέτρων.
Σε συνέχεια του προηγούμενου συλλογισμού, η ίδια η αντίληψη της δήθεν «φωτεινής πρωτοπορίας του προλεταριάτου» που αναλαμβάνει αυθαίρετα στο όνομα των καταπιεσμένων να επιβάλει τη μοναδική και «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια, έχει αποτύχει. Η τρομοκρατία ως αντίληψη και πρακτική στα δυτικού τύπου κοινοβουλευτικά συστήματα έχει δοκιμαστεί από πολύ αξιότερους, πολύ μαζικότερους φορείς και κινήματα και από πολύ πιο συγκροτημένους ιδεολογικά και με πολύ περισσότερα κότσια τραγικούς (όπως αποδείχτηκε) ανθρώπους και έχει αποτύχει. Δεν αρκεί να τραμπουκίσεις, να σπάσεις στο ξύλο, ακόμη και να σκοτώσεις τους εκπροσώπους μιας ιδέας/ενός συστήματος για να το ανατρέψεις. Αυτό είναι ιστορικά λυμένο: δε γίνεται.
Δεν αρκούν οι προθέσεις, όσο καλές κι αν είναι, όσο κι αν το σύστημα είναι όντως άδικο, όσο κι αν κάποιες αποφάσεις «των αρχών» μας εξοργίζουν. Είναι άλλο η δημοκρατική διεκδίκηση, η αυθεντική συλλογική διαμαρτυρία, η αμφισβήτηση, η σάτιρα ακόμη και σκληρή για τα πολλά κακώς κείμενα, η με λίγα λόγια συνεπής, κοινωνικά υπεύθυνη και με επιχειρήματα και με τη χρήση κάθε πρόσφορου και νόμιμου μέσου αντίσταση στην αυθαιρεσία της εξουσίας και άλλο ο τραμπουκισμός, η βία, οι απειλές και ο εξευτελισμός μεγαλύτερης ηλικίας ανθρώπων και μάλιστα δασκάλων. Στο τέλος βέβαια, αυτοί είναι που τελικά δικαιώνονται ηθικά και πολιτικά ενώ θα έπρεπε να δικαιώνονται και νομικά και όσοι τους επιτίθενται να υφίστανται τις προβλεπόμενες κυρώσεις, όπως ισχύει για κάθε περιστατικό βίας και κακοποίησης. Όλα όσα συνιστούν φασιστικού τύπου συμπεριφορά πρέπει να αντιμετωπιστούν ως τέτοια από το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας και την κοινωνία γενικότερα. Είναι ζήτημα Παιδείας και δημοκρατίας. Έως τότε, και όσο αυτά τα φαινόμενα εξακολουθούν να συμβαίνουν, και το πανεπιστήμιο και η κοινωνία θα βιώνουν έναν εκφασισμό βαθύ και γι’ αυτό πολύ επικίνδυνο όπου νόμος δεν είναι ούτε το δίκιο του εργάτη, ούτε του αγρότη, ούτε του φοιτητή, αλλά του ισχυρότερου.
