Αρχική » Η αυλαία της αγανάκτησης;

Η αυλαία της αγανάκτησης;

από Γιώργος Ρακκάς

Του Γιώργου Ρακκά

Παρακολουθώντας τα βίντεο και τις φωτογραφίες από την εκδήλωση ανακήρυξης του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού στην Θεσσαλονίκη, μένει με την εντύπωση ενός εγχειρήματος που επιμένει στην αγανάκτηση των μνημονιακών χρόνων, και στα χνάρια του ΣΥΡΙΖΑ, των Αν. Ελ., της Νίκης, αργότερα, γυρεύει να την μετουσιώσει σε πολιτική δύναμη.

Το 2026 όμως δεν είναι 2011. Και εκείνο που τότε φάνταζε αστάθμητος παράγοντας, και στο μυαλό πολλών μπορούσε να λειτουργήσει ως στοιχείο που θα φέρει ανανέωση κι αλλαγή στο πολιτικό σύστημα, σήμερα είναι φαινόμενο εντελώς προβλέψιμο, κι απολύτως ενταγμένο ‘στο κάδρο’ του πολιτικού παιχνιδιού.

Το πλατύ κύμα της αγανάκτησης αναδύθηκε με το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης προήλθε  από την κατάρρευση ενός θνησιγενούς και παρασιτικού κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου, που είχε όμως σαν συνέπεια να μειωθεί κατά 35% το εισόδημα των Ελλήνων. Και επειδή αυτή η κατάρρευση επιδεινώθηκε σε μεγάλο βαθμό από ένα ανίκανο και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα (από τον Καραμανλή έως τον ΓΑΠ)  και από την απίστευτη αναλγησία αλλά και ανικανότητα ενός μέρους της ευρωπαϊκής και της δυτικής ηγεσίας (λέγε με Σόϊμπλε και Τόμσεν) θα ξεσπάσει ένα πάνδημο κύμα Γενικευμένης Αμφισβήτησης.  

Ο κόσμος αυτός συνέβαλε στην κατεδάφιση του πολιτικού συστήματος, όπως το ξέραμε από το 1980 κι έπειτα. Έφερε ωστόσο μέσα του το ίδιο αδιέξοδο στο οποίο αντιδρούσε, γιατί δεν είχε να προτείνει μια αυθεντική εναλλακτική πρόταση. Γι’ αυτό το νέο που δημιουργήθηκε υπό την επίδρασή του αποδείχθηκε πιο παλιό, απ’ «το παλιό»: ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, Χρυσή Αυγή. Ο καθένας με τον τρόπο του υποσχόταν επιστροφή στις παλιές καλές ημέρες των παχιών αγελάδων. Αρκεί να επιστρέφαμε στις ρίζες, πολιτικά, του “παλαιού ΠΑΣΟΚ του Ορθόδοξου”, της λαϊκής δεξιάς ή ακόμα και της εμφυλιακής άκρας δεξιάς. 

Προφανώς τα αποτελέσματα υπήρξαν εκ διαμέτρου αντίθετα των προσδοκώμενων. Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιφύλασσε όχι μόνον ένα τρίτο, εξαιρετικά επαχθές μνημόνιο. Αλλά μια ιδιότυπη κατάσταση για την χώρα, μεταναστευτικής και τουριστικής ημι-αποικίας, περήφανης καθώς αν μη τι άλλο είπε “ΟΧΙ” κατά 61% στο δημοψήφισμα του 2015. 

Έτσι, η περίοδος 2015-2019 αποτέλεσε ορόσημο για την αγανάκτηση. Κατέδειξε την αποτυχία της να συμβάλει στην πολιτική ανανέωση της χώρας, απέδειξε με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της ότι δεν οδηγεί πουθενά, και ταυτοχρόνως αποδείχθηκε ευεπίφορη στην πολιτική σπέκουλα και την εργαλειοποίηση. «Αουτσάιντερ» κάθε λογής σπεύδουν να καβαλήσουν το κύμα της, οι δε πρεσβείες και περισσότερο απ’ όλες η ρωσική αναπτύσσει μια ιδιαίτερη, πανευρωπαϊκή πολιτική μεταβολής της σε υβριδικό γεωπολιτικό όπλο.  

Το εγχείρημα Καρυστιανού αποτελεί την τελευταία απόπειρα να επανέλθουν οι δυνάμεις της αγανάκτησης στο προσκήνιο. Ωστόσο, αυτές παρ’ όλο που ισχυρίζονται ότι κρατούν την ρομφαία της κάθαρσης, και της απολύτρωσης του ελληνικού λαού από τα δεινά του εμφανίζονται πλέον κουρασμένες, ενώ το μήνυμα που θέλουν να περάσουν έχει πια φθαρεί.

Ορατό όσο οπουδήποτε αλλού είναι αυτό στην θέση του υπό σύσταση σχήματος για τον προσανατολισμό της Ελλάδας στον κόσμο. Η άποψη για την αδέσμευτη Ελλάδα και την πολυκεντρική της εξωτερική πολιτική, που όλα απαρεγκλίτως τα παρόμοια κόμματα πρόταξαν από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 κι έπειτα, γειώνεται στην επιλογή του Θανάση Αυγερινού, ανθρώπου που στην Ελλάδα έχει ταυτιστεί όσο κανείς με το καθεστώς Πούτιν, τον πόλεμο που έχει κηρύξει στην Ουκρανία, την αντιευρωπαϊκή ρητορική της Ρωσίας, και τον Ευρασιανισμό της.

Όσο για το εσωτερικό; Φαίνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί κάθε απόπειρα πολιτικοποίησης. Ο λόγος επικεντρώνεται αποκλειστικά γύρω από την «τιμωρία» και την «κάθαρση», που προκρίνονται σαν στοιχείο εκτόνωσης της κοινωνικής οργής. Πέραν τούτου ουδέν.

Έχει, όμως, ανάγκη η Ελλάδα από τέτοιου είδους πολιτική πια. Ή το κρίσιμο για την επιβίωση και την ευημερία της ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται αλλού; Πόσο μπορεί να συμβάλει αυτός ο λόγος, για παράδειγμα, στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, στην παραγωγή, την αποκέντρωση της χώρας, τον εξοπλισμό της, στην αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής, στην κατάρτιση της ευρύτερης στρατηγικής της χώρας που θα εξασφαλίσει την θέση της στον αυριανό κόσμο;

Καθόλου. Κατά έναν τρόπο που δεν θα έπρεπε να μας φαίνεται παράδοξος πια η αριστερόστροφη και η δεξιόστροφη πολιτική της αγανάκτησης που χαρακτήρισε την προηγούμενη δεκαετία ενισχύει και δεν ανατρέπει το πολιτικό αδιέξοδο, την πίεση επάνω στην κοινωνία, ακόμα και την παθητικοποίησή τους. Γιατί είναι παράγοντας χάους και αποσταθεροποίησης, όχι οικοδόμησης. Ώσπου να καταλήξουμε σε μια αντίστοιχη κατάσταση, γκροτέσκα όσο και τραγική, με τους Άγγλους ψηφοφόρους που κακοπαθαίνουν από το Brexit,  αλλά τιμωρούν γι’ αυτό τα 2 παραδοσιακά κόμματα της Αγγλίας –Εργατικό και Συντηρητικούς– την ίδια στιγμή που επιβραβεύουν τον Νάιτζελ Φάρατζ ο οποίος ευθύνεται περισσότερο απ’ όλους για την επιλογή της εξόδου το 2016.

Αυτό το πολιτικό χαρακίρι, το οποίο αν μη τι άλλο είναι περήφανο γιατί εκδηλώνεται ταυτοχρόνως σαν τιμωρία του πολιτικού κατεστημένου, πρέπει να προβληματίσει.

Είναι ίδιον μιας ρευστοποίησης, ταυτοχρόνως συνειδησιακής και κοινωνικής, η οποία σαρώνει μεγάλο κομμάτι των σύγχρονων κοινωνιών. Στην Ελλάδα ένα 30% – 35% της ελληνικής κοινωνίας έχει εισέλθει στην περιδίνηση αυτής της χοάνης. Ένας κόσμος που επί μακρόν αισθάνεται αποκλεισμένος από το πολιτικό σύστημα, ενώ έχοντας μείνει έξω όλον αυτόν τον καιρό αφήνεται, και παγιώνονται νέου τύπου ‘σκληρές ανισότητες’ –όχι μόνο εισοδηματικού αλλά και μορφωτικού, και γνωσιακού χαρακτήρα. Υπάρχει τεράστιο έλλειμμα  στην πρόσληψη της πραγματικότητας πια, με τις θεωρίες συνομωσίας να θερίζουν, και αυτό ακριβώς σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τα συμφέροντα.

Δεν αφορά την Μαρία Καρυστιανού μόνον το φαινόμενο. Υπάρχει μια διάχυτη λουμπενοποίηση, εκδηλώνεται κατ’ εξοχήν σαν κατάρρευση της πολιτικής συνείδησης, αποδρομή της κοινής λογικής, παραίτησης από τα εργαλεία εκείνα που θα επέτρεπαν στην οικοδόμηση μιας πολιτικής με αρχή, μέση και τέλος.

Αντανακλάται αυτή η πραγματικότητα στην ρευστοποίηση της αντιπολίτευσης· στο γεγονός ότι σταδιακά η θεματολογία και η ρητορική της γίνεται ενιαία, σε σημείο που πολλές φορές να μην μπορείς να ξεχωρίσεις τον Νίκο Ανδρουλάκη από την Μαρία Καρυστιανού ή την Ζωή Κωνσταντοπούλου.

Εδώ αξίζει να γίνει μνεία της στρατηγικής, η οποία φαίνεται να είναι κοινή σε εγχώριους και εξωχώριους παράγοντες. Στηρίζεται όχι ένα κόμμα, ή πρόσωπο με σκοπό να αποτελέσει το αντίπαλον δέος· αλλά ταυτοχρόνως όλα, μήπως αφαιρώντας το κάθε ένα από το δικό του κομμάτι επέλθει η πολυπόθητη ακυβερνησία. Που είναι ο μείζον στόχος των εγχώριων ολιγαρχών και του ξένου παράγοντα για την Ελλάδα. Μια αδύναμη κυβέρνηση είναι πιο πιθανόν να παθητικοποιηθεί στην εξωτερική πολιτική, είτε έναντι της Ρωσίας, είτε έναντι της Τουρκίας, ενώ στο εσωτερικό καθίσταται εντελώς ευεπίφορη στους εκβιασμούς.

Η ίδια απόπειρα πραγματοποιήθηκε και στην Κύπρο με επίδικο τις βουλευτικές εκλογές, και εκεί η εκστρατεία αποσταθεροποίησης έχει ως αιχμή της την “Άμεση Δημοκρατία” του Φειδία και της στρατιάς του των παρατράγουδων ινφλουένσερ, μαζί με τα υπόλοιπα κόμματα που εμφανιζόταν «από τα κάτω» και απαιτούσαν κάθαρση. Ποια ήταν η αντίδραση των ψηφοφόρων; Κατά τα 2/3 στράφηκαν εκ νέου στα παραδοσιακά κόμματα, κυρίως γιατί δεν άντεξαν τον παραλογισμό του δήθεν «νέου».

Φυσικά και στην Ελλάδα απαιτείται μια μεγάλη πολιτική αλλαγή. Αυτή ωστόσο δεν θα έρθει «μ’ έναν νόμο και ένα άρθρο» ούτε από πολιτικούς ψευδοπροφήτες που υπόσχονται να μεταμορφώσουν με το άγγιγμα ενός ραβδιού τον βάτραχο σε πρίγκηπα. Και δυστυχώς οι Έλληνες δεν είναι έτοιμοι για μια μεγάλη οραματική αλλαγή. Γι’ αυτό ζούμε μια περίοδο όπου οι αλλαγές συντελούνται σταδιακά, κάποτε ανεπαίσθητα, ως άθροισμα μικρότερων αλλαγών, κάθε μια από τις οποίες, αντιπροσωπεύει μια κοσμογονία για την σημερινή ελληνική κοινωνία.

Το πρόβλημα της Ελλάδας, όμως, δεν είναι μόνον ή κυρίως πολιτικό. Είναι βαθύτερα, πνευματικό και πολιτισμικό.

Χρειάζεται, λόγου χάρη Ιδρύματα Εξωτερικής Πολιτικής που να μην λένε «λάθος καταλάβατε τα τελευταία 800 χρόνια, η Τουρκία δεν συνιστά για την Ελλάδα απειλή», αλλά να καταρτίζουν και να προτείνουν ρεαλιστικές πολιτικές για την αντιμετώπιση της τελευταίας.

Όπως χρειαζόμαστε και Τμήματα Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο, που να μην λένε στο ελληνικό έθνος ότι δεν υπάρχει, και ότι είναι ένας αντικατοπτρισμός οφειλόμενος στις συνθήκες του 19ου αιώνα, όχι εναλλακτικούς φροντιστές διαδικτύου που απέναντι στην εθνοαποδόμηση διακινούν ότι η γη είναι επίπεδη, τα εμβόλια σκοτώνουν, ή ότι η Ρωσία είναι «Τρίτη Ρώμη».

Πολύς λόγος θα γίνει τον επόμενο καιρό, ότι όποιος ασκεί κριτική στους νέους σχηματισμούς που συγκροτούνται για να αναμετρηθούν με την Νέα Δημοκρατία στις επόμενες εκλογές «είναι με την κυβέρνηση» ή «δίνει λευκή επιταγή στα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις παρακολουθήσεις», μια πιθανή εθνική μειοδοσία, ή μια λαοκτόνο οικονομική πολιτική.

Όμως δεν είναι έτσι. Στην προκειμένη περίπτωση το «μαζί μας ή εναντίον μας» μάλλον λειτουργεί υπέρ της κυβέρνησης, η οποία επιθυμεί να έχει απέναντί της τον Αλέξη Τσίπρα, και δεν την πειράζει να ακούγεται η Μαρία Καρυστιανού, γιατί η τελευταία περισσότερο διεκδικεί ψήφους από τον Κυριάκο Βελόπουλο ή την Ζωή Κωνσταντοπούλου παρά απευθύνεται στο ίδιο κοινό με την ίδια.

Όμως τα ζητούμενα εδώ είναι άλλα: το «ποια αντιπολίτευση;» σε αυτήν την κυβέρνηση, και ακόμα περισσότερο τα «ποια πολιτική;», «ποια πνευματική στάση;», «ποιες αξίες;» σε αυτήν την χώρα. Δεν νομίζω ότι το να κολλήσει κανείς την βελόνα της πολιτικής στο 2011 συνεισφέρει σε τίποτε. Ως προς αυτά, αλλά και γενικώς.     

Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ