Αρχική » Ιδεολογική μεροληψία στη δημοσιογραφία

Ιδεολογική μεροληψία στη δημοσιογραφία

από Αντώνης Σπυρόπουλος

του Αντώνη Σπυρόπουλου

Μετά από την “εκρηκτική” -με πολλές προσωπικές αιχμές και υπονοούμενα στο πρόσωπο και την πορεία του Γ. Καραμπελιά- απάντηση του Σταύρου Λυγερού στο Γιώργο Καραμπελιά (άρθρο στο Liberal), ξαναδιάβασα ενδελεχώς το αρχικό άρθρο του Λυγερού στο διαδικτυακό του ιστότοπο και η αλήθεια είναι πως επιβεβαιώνονται στο ακέραιο, μέχρι κεραίας, οι αιτιάσεις του Γ. Καραμπελιά σχετικά με την φιλορωσική μεροληψία του Λυγερού στο άρθρο του.

Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή.

Η επίκληση του γεωπολιτικού ρεαλισμού αποτελεί συχνά ένα εξαιρετικά χρήσιμο προπέτασμα στον δημόσιο λόγο, καθώς επιτρέπει σε έναν αναλυτή να παρουσιάζει τις εκτιμήσεις του ως προϊόν ψυχρής, επιστημονικής παρατήρησης των συσχετισμών ισχύος, μακριά από συναισθηματικές φορτίσεις ή ηθικές αγκυλώσεις. Ωστόσο, μια ουσιαστική και σε βάθος ανάγνωση του αρχικού άρθρου του Σταύρου Λυγερού αποδεικνύει ότι η προσέγγισή του υπερβαίνει τα όρια της ουδέτερης στρατιωτικής ανάλυσης και διολισθαίνει καθαρά σε μια πολιτικά μεροληπτική, φιλορωσική τοποθέτηση. Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στην αντικειμενική περιγραφή των γεγονότων και στην ιδεολογική ταύτιση με τον ένα από τους εμπόλεμους δεν βρίσκεται στις προθέσεις που διακηρύσσει ο συγγραφέας, αλλά στη δομή του συλλογισμού του, στις γλωσσικές επιλογές που μεταχειρίζεται και στο ποιες ενέργειες θεωρεί αυτονόητες ή στρατιωτικά επιβεβλημένες.

Το πρώτο και πλέον κομβικό σημείο όπου καταρρέει η ουδετερότητα του κειμένου είναι η συστηματική αντιστροφή της σχέσης αιτίου και αιτιατού όσον αφορά την κλιμάκωση της σύρραξης. Ο Λυγερός εστιάζει την κριτική του στα πλήγματα που καταφέρει η Ουκρανία εντός της ρωσικής επικράτειας, παρουσιάζοντάς τα ως τον πρωτογενή παράγοντα που διαταράσσει μια υποτιθέμενη «ισορροπία» και εξωθεί τα πράγματα στα άκρα. Με αυτή τη λογική, οι αμυντικές ενέργειες μιας χώρας που υφίσταται εισβολή και ολοκληρωτικό πόλεμο στο δικό της έδαφος βαφτίζονται ως η κύρια πηγή κινδύνου για μια γενικευμένη σύρραξη. Παράλληλα, η ρωσική πολεμική μηχανή παρουσιάζεται ως μια σχεδόν παθητική δύναμη που απλώς εξαναγκάζεται να αντιδράσει στις δυτικές και ουκρανικές «προκλήσεις», απαλλάσσοντας έτσι την ηγεσία του Κρεμλίνου από την πολιτική ευθύνη των δικών της επιθετικών πρωτοβουλιών.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η υποδόρια χρήση κανονιστικής γλώσσας, η οποία μετατρέπει τον αναλυτή από παρατηρητή σε άτυπο στρατηγικό σύμβουλο της μίας πλευράς. Όταν στο κείμενο διατυπώνεται η θέση ότι η Ρωσία πιέζεται πλέον να πράξει αυτό που «από στρατιωτική άποψη όφειλε να είχε κάνει σχεδόν εξαρχής», η παρατήρηση παύει να είναι περιγραφική και μετατρέπεται σε αξιολογική κρίση. Η χρήση της λέξης «όφειλε» υποδηλώνει την παραδοχή μιας ορθολογικής στρατιωτικής τακτικής την οποία ο Πούτιν λανθασμένα καθυστέρησε να εφαρμόσει. Στο ίδιο μήκος κύματος, η απόδοση «μεγάλης αυτοσυγκράτησης» στον Ρώσο πρόεδρο, η οποία μάλιστα «τόσο έχει κοστίσει στη χώρα του», υιοθετεί πλήρως τη ρωσική οπτική γωνία. Το να λογίζεται η μη ολοκληρωτική ισοπέδωση μιας γειτονικής χώρας ως «κόστος» για τον εισβολέα σημαίνει ότι ο αναλυτής έχει ήδη αποδεχθεί ως θεμιτό και αυτονόητο τον αρχικό αντικειμενικό σκοπό της εισβολής.

Πέραν όμως από την τακτική του πολέμου, το άρθρο στηρίζεται πάνω στο ιδεολογικό και ιστορικό αφήγημα που κατασκευάζει η Μόσχα για να νομιμοποιήσει τις πράξεις της. Οι πολιτικές εξελίξεις του 2014 στην Ουκρανία συμπυκνώνονται στη φράση «υποστηριχθέν από τις ΗΠΑ πραξικόπημα», παραλείποντας εντελώς την εσωτερική κοινωνική δυναμική και τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στην τότε φιλορωσική κυβέρνηση. Η προσάρτηση της Κριμαίας περιγράφεται ως «αναίμακτη», μια διατύπωση που υποβαθμίζει την κατάφωρη παραβίαση των διεθνών συνθηκών, ενώ η κυρίαρχη βούληση της Ουκρανίας να προσεγγίσει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς παρουσιάζεται αποκλειστικά ως επιθετική επέκταση της Δύσης στον ζωτικό χώρο της Ρωσίας.

Όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν μια εικόνα που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του γεωπολιτικού ρεαλισμού. Ο αυθεντικός ρεαλισμός οφείλει να καταγράφει τους συσχετισμούς δυνάμεων και τις επιδιώξεις των κρατών χωρίς να τις δικαιώνει ή να τις ωραιοποιεί. Όταν όμως μια ανάλυση παρουσιάζει την πιθανή χρήση πυρηνικών ή την κλιμάκωση των επιθέσεων από τη Ρωσία ως μια σχεδόν νομοτελειακή, αναγκαστική και στρατιωτικά επιβεβλημένη απάντηση στη δυτική στάση, παύει να λειτουργεί ως ουδέτερη παρατήρηση. Μετατρέπεται σε ένα πλαίσιο που εκ των προτέρων δικαιολογεί και νομιμοποιεί την επόμενη φάση της ρωσικής επιθετικότητας, παίρνοντας σαφή και αναμφισβήτητη θέση υπέρ των επιλογών της Μόσχας.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ