Αρχική » Καλλίπολη 1914: Πώς οι Άγγλοι απέρριψαν τις προτάσεις του Βενιζέλου

Καλλίπολη 1914: Πώς οι Άγγλοι απέρριψαν τις προτάσεις του Βενιζέλου

από Άρδην - Ρήξη

του Ντέιβιντ Λόιντ Τζωρτζ* δημοσιεύτηκε στο νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 24

Κάθε τραγωδία είναι μια σύμπτωση λαθών και ατυχιών. Δεν υπήρξε ποτέ πιο ολοκληρωμένη αποτύπωση αυτού του αποφθέγματος από την ιστορία της ελληνικής αποτυχίας στον Μεγάλο Πόλεμο.

Όταν η Τουρκία αποφάσισε να συνταχθεί με τις Κεντρικές Δυνάμεις, η ευκαιρία που ανοίχθηκε για την Ελλάδα, ώστε να εντάξει στο κράτος της τα εκατομμύρια των Ελλήνων που διαβιούσαν φοβισμένα και ανήσυχα υπό τη σκιά του τουρκικού δεσποτισμού, ήταν τέτοια που δεν είχε ξαναδοθεί μετά την πτώση της ελληνικής Αυτοκρατορίας. Οι καταπιεστές της είχαν διαπράξει μια μοιραία γκάφα. Προκάλεσαν ισχυρές αυτοκρατορίες που βρίσκονταν  αναμφισβήτητα σε καλύτερη στρατιωτική και ναυτική κατάσταση, ώστε να επιτεθούν στην τουρκική Αυτοκρατορία, από εκείνη στην οποία βρισκόταν οι δικοί της Σύμμαχοι.

Υπήρξε μια μεγάλη και, όπως αποδείχτηκε, ανεπανόρθωτη συμφορά για την Ελλάδα το γεγονός ότι, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, είχε έναν βασιλιά του οποίου οι προσωπικές συμπάθειες κατευθύνονταν προς τις Κεντρικές Δυνάμεις. Θα ήθελε να είχε δοκιμάσει την τύχη του με τη Γερμανία. Είχε παντρευτεί την αδερφή του Κάιζερ, επομένως, η γυναίκα του ήταν Γερμανίδα και τα παιδιά του κατά το ήμισυ Γερμανοί. Θα ήταν υπερβολικό να περιμένουμε από την ανθρώπινη φύση –η οποία δεν είναι καθόλου λιγότερο ανθρώπινη επειδή είναι βασιλική– ότι ο Κωνσταντίνος και όλη του η οικογένεια δεν αισθάνονταν σταθερά περήφανοι για τη σχέση τους με τον ισχυρότερο ηγεμόνα της Ευρώπης. Επιπλέον, ο Κάιζερ ήταν ένας καλός οικογενειάρχης, και μειλίχιος και ευγενικός στις προσωπικές του σχέσεις· συνεπώς, η ματαιοδοξία του Κωνσταντίνου δεν περιοριζόταν καθόλου, έχοντας στέρεες βάσεις. Να προσθέσουμε, επίσης, το ότι σίγουρα επηρεαζόταν από το γεγονός ότι είχε λάβει τη στρατιωτική του εκπαίδευση σε εκείνη τη μεγάλη αυτοκρατορική στρατιά που ήταν τότε αδιαμφισβήτητα η καλύτερη στον κόσμο.

Μάλιστα, μετά τον Βαλκανικό Πόλεμο, του απονεμήθηκε ο τίτλος του στρατάρχη του γερμανικού στρατού. Έτσι, η οικογενειακή σχέση και η στρατιωτική αλαζονεία συνωμότησαν για να τον κάνουν φιλογερμανό. Όπως το θέτει ο ίδιος σε προσωπικό του τηλεγράφημα προς τον Αυτοκράτορα, στις 25 Ιουλίου 1914:

Ο Αυτοκράτορας γνωρίζει πως οι προσωπικές μου συμπάθειες και οι πολιτικές μου αντιλήψεις με οδηγούν στο πλευρό του… Εν τούτοις μετά από ώριμη σκέψη διαπιστώνω πως είναι αδύνατον να αποβώ χρήσιμος σε αυτόν εάν κηρύξω αμέσως γενική επιστράτευση. Η Μεσόγειος βρίσκεται στο έλεος των ηνωμένων στόλων της Αγγλίας και της Γαλλίας. Θα καταστρέψουν τον στόλο μας και το εμπορικό μας ναυτικό, θα καταλάβουν τα νησιά μας και προπαντός θα εμποδίσουν τη συγκέντρωση του στρατού Μου που μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον δια θαλάσσης… Χωρίς να φανούμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρήσιμοι σε αυτόν θα σαρωθούμε από τον χάρτη. Συνεπώς πιστεύω ότι η ουδετερότητα επιβάλλεται σε μας και θα είναι χρήσιμη και σε αυτόν.

Ο Βασιλιάς, ωστόσο, τον διαβεβαίωσε ότι «δεν θα αγγίξει κανέναν από τους φίλους του μεταξύ των γειτόνων μας». Αυτό υπονοούσε, φυσικά, τη Βουλγαρία και την Τουρκία.

Από την άλλη πλευρά, ο αντίπαλος του Βασιλιά, ο πρωθυπουργός Βενιζέλος, ήταν από πολιτική πεποίθηση και πολιτική συμπάθεια απόλυτα υπέρ των φιλελεύθερων δημοκρατιών της Δύσης. Ήταν ο μεγαλύτερος πολιτικός άνδρας που είχε αναδείξει η Ελλάδα από την εποχή του Περικλή. Η επιρροή του στην Ελλάδα τότε ήταν σαρωτική. Τα κατορθώματά του κατά την κρητική εξέγερση εναντίον των Τούρκων, τα λαμπρά του ρητορικά χαρίσματα, τα επιτεύγματά του ως μεταρρυθμιστή και η μαγνητική του προσωπικότητα, του έδιναν μεγαλύτερη δύναμη πάνω στον ελληνικό λαό από οποιονδήποτε άλλο πολιτικό, ή ακόμη και από τον ίδιο τον μονάρχη. Ο Βασιλιάς ήταν προσωπικά δημοφιλής. Οι ελληνικές νίκες και κατακτήσεις στους Βαλκανικούς Πολέμους αποδόθηκαν στην ηγεσία του. Ήταν ο  αρχηγός του Στρατού που έδιωξε από τη Νότια Μακεδονία τα απομεινάρια των τουρκικών δυνάμεων που δεν είχαν συντρίψει οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι. Αλλά ο Βενιζέλος ήταν ο ιθύνων νους του συνασπισμού που κατανίκησε τους Τούρκους, και η επιρροή του πάνω στον ελληνικό λαό πήγαινε βαθύτερα από εκείνη του μονάρχη του.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο Βενιζέλος ήταν πεπεισμένος ότι τα συμφέροντα της χώρας του απαιτούσαν από την Ελλάδα να ενώσει τις τύχες της με εκείνες της Αντάντ. Μόλις η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι, όποιες κι αν ήταν οι αντιξοότητες της σύγκρουσης, η νίκη θα στεφάνωνε τελικά το στρατόπεδο της Συνεννόησης. Όταν ο Βασιλιάς τον ειρωνευόταν για τις ήττες που είχε υποστεί η Βρετανία στα Δαρδανέλια και στη Γαλλία, η απάντησή του ήταν: «Αυτό συμβαίνει συνήθως σε κάθε πόλεμο που παίρνουν μέρος οι Άγγλοι· αλλά αυτοί κερδίζουν πάντοτε την τελευταία μάχη». Πέραν,  επομένως, από την κρίση του ως δημοκρατικού ηγέτη για τον χαρακτήρα της σύγκρουσης, ήταν πεπεισμένος ότι τα συμφέροντα της Ελλάδας θα εξυπηρετούνταν με την είσοδό της στον αγώνα στο πλευρό της Βρετανίας. Άσκησε, λοιπόν, όλη του την επιρροή και το κύρος για να πείσει τον Βασιλιά να εγκαταλείψει κάθε έννοια ουδετερότητας και να ρίξει όλη τη δύναμη της Ελλάδας στη συμμαχία με την Αντάντ. Δυστυχώς για τους Συμμάχους, υπήρχαν πολιτικοί άνδρες που διαχειρίζονταν τις τύχες τους  που είχαν μια μοιραία τάση να καθυστερούν τις αποφάσεις μέχρι να είναι πολύ αργά για δράση.

Ένα δεκαπενθήμερο μετά την είσοδο της Βρετανίας στον πόλεμο, το ακόλουθο μήνυμα εστάλη από τον πρέσβη μας στην Αθήνα στον (υπουργό Εξωτερικών) Sir Edward Grey:

Αθήνα, 19 Αυγούστου 1914,

Ο κ. Βενιζέλος ήρθε να με δει χθες το βράδυ και, με την πλήρη έγκριση του Βασιλιά και του Υπουργικού Συμβουλίου, έθεσε επίσημα στη διάθεση των Δυνάμεων της Αντάντ όλους τους ναυτικούς και στρατιωτικούς πόρους της Ελλάδας από τη στιγμή που θα τους χρειαστούμε.

Η Εξοχότητά του είπε ότι είχε μόλις κάνει μια παρόμοια δήλωση στον Γάλλο και τον Ρώσο συνάδελφό μου, καθώς αυτές οι χώρες ήταν σύμμαχοί μας, αλλά η προσφορά του αφορούσε ιδιαιτέρως την Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος, με τα συμφέροντα της οποίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα τα συμφέροντα της Ελλάδας. Γνώριζε ότι οι πόροι της Ελλάδας ήταν μικροί, αλλά μπορούσε να διαθέσει 250.000 στρατιώτες, ενώ το ναυτικό και τα λιμάνια της ίσως είχαν κάποια χρησιμότητα, και πρότεινε ότι, σε περίπτωση ανάγκης, θα μπορούσαν να σταλούν 50.000 Έλληνες στρατιώτες στην Αίγυπτο για τη διατήρηση της τάξης. Η προσφορά θα παρέμενε ανοιχτή και, μέχρι να γίνει αποδεκτή, θα έπρεπε, φυσικά, να παραμείνει επτασφράγιστο μυστικό.

Τον ευχαρίστησα θερμά για αυτή την απτή απόδειξη της ελληνικής συμπάθειας και είπα ότι ήμουν σίγουρος ότι η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος θα εκτιμούσε βαθύτατα αυτήν τη γενναιόδωρη προσφορά του, αλλά ότι έκρινα πως θα προτιμούσατε, αν τα άλλα βαλκανικά κράτη παρέμεναν ουδέτερα, να έκανε το ίδιο και η Ελλάδα.

Έχοντας λάβει σήμερα το πρωί το τηλεγράφημά σας Νο. 133, αφού συμβουλεύτηκα τον Γάλλο και Ρώσο συνάδελφό μου, κοινοποίησα την ουσία του στον κ. Βενιζέλο, εξηγώντας ότι, αν και εστάλη πριν γίνει η προσφορά του, ήταν τρόπον τινά μια απάντηση.

Σας ευχαρίστησε για το μήνυμα, αλλά επεσήμανε ότι δεν περιείχε αναφορά στην πιθανότητα βουλγαρικής επέμβασης κατά της Σερβίας, ενδεχόμενο κατά το οποίο η Ελλάδα δεσμευόταν από τη σχετική συνθήκη να την βοηθήσει και σκόπευε να το πράξει.

Ανταπάντησα ότι μπορεί να είναι πιο δύσκολο για εμάς να βοηθήσουμε κατά της Βουλγαρίας παρά κατά της Τουρκίας. Ο Εξοχότατος το κατάλαβε, αλλά είπε ότι η ηθική υποστήριξη από την αναγνώριση της Ελλάδας ως συμμάχου θα ήταν υπέρτατο πλεονέκτημα για τη χώρα. Ενόψει τώρα της άνευ όρων προσφοράς που είχε γίνει από την Ελλάδα, δεν θα γινόταν να του δοθεί η διαβεβαίωση που ζητεί για τη Βουλγαρία; Εάν δεν γίνει αυτό, θα μπορούσε να θεωρηθεί απόρριψη και να επιφέρει αντιδράσεις.

Σας προτρέπω σθεναρά να με εξουσιοδοτήσετε να μεταφέρω προσωπικό ευχαριστήριο μήνυμα από τον Βασιλιά της Αγγλίας στον Βασιλιά της Ελλάδας, και στον κ. Βενιζέλο, εκτός από το δικό σας, προς την ελληνική Κυβέρνηση. Ο Ρώσος συνάδελφός μου πιέζει για παρόμοια μηνύματα από τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας.

Αυτή η κίνηση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν εντελώς απροσδόκητη και μπορώ να το αποδώσω μόνο στον παρορμητισμό του κ. Βενιζέλου και στην ευγλωττία του η οποία  συμπαρασύρει τους συναδέλφους του και τον Βασιλιά.

Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών έστειλε μια κουτσουρεμένη περίληψη αυτής της σημαντικής επικοινωνίας στη γαλλική και τη ρωσική κυβέρνηση. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο παρέλειψε να αναφέρει στους Συμμάχους μας τη ζωτική προσφορά των 250.000 ανδρών και την πρόταση για τους 50.000 για την Αίγυπτο. Τους ενημέρωσε ότι σκόπευε να στείλει την ακόλουθη απάντηση, η οποία ήταν κατά βάση μια απόρριψη της πολύτιμης βοήθειας που προσέφερε η Ελλάδα:

Εάν η Τουρκία εξέλθει από την ουδετερότητα και βγει στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστρίας, θα πρέπει αμέσως να καλωσορίσουμε και να στηρίξουμε την Ελλάδα σαν σύμμαχο, και θα πρέπει να θεωρηθεί πολύτιμη η χρήση των ελληνικών λιμανιών και η συνεργασία του ελληνικού ναυτικού.

Ως προς τη Βουλγαρία, σημείο στο οποίο ο κ. Βενιζέλος έδειξε μεγάλη ευαισθησία, πολύ πιο επιθυμητό, κατά τη γνώμη μας, θα ήταν μια συνομοσπονδία των βαλκανικών κρατών, συμπεριλαμβανομένης της Ρουμανίας, όπως προτάθηκε από τον κ. Βενιζέλο τις προάλλες. Θέλουμε να ενισχύσουμε κάτι τέτοιο με κάθε μέσο που διαθέτουμε και ο κ. Βενιζέλος θα καταλάβει ότι η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος αγωνιά να μην εμπλακεί σε καμιά ενδοβαλκανική σύγκρουση.

Δεν διαθέτουμε πληροφορίες που θα μας έκαναν να πιστεύουμε ότι το ενδεχόμενο μιας βουλγαρικής επέμβασης κατά της Σερβίας είναι πιθανό, αλλά αν η Βουλγαρία επρόκειτο να συμμαχήσει με τη Γερμανία και την Αυστρία για να επιτεθούν στη Σερβία, και η Ελλάδα αναγκαζόταν από τη συνθήκη να συνδράμει τη Σερβία, η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος θα ήταν έτοιμη να δώσει στην Ελλάδα όλη της την υποστήριξη.

Θα πρέπει να ρωτήσετε την άποψη του υπ. Εξωτερικών Υποθέσεων και τι απάντηση σκοπεύει να στείλει η γαλλική (ρωσική) Κυβέρνηση στον κ. Βενιζέλο;

Η προσφορά ενός τετάρτου του εκατομμυρίου ελληνικών στρατευμάτων αγνοήθηκε περιφρονητικά.

Εκείνη την εποχή δεν μπορούσαμε να διαθέσουμε περισσότερους από 100.000 άνδρες για να βοηθήσουμε τη Γαλλία να διασώσει την πρωτεύουσά της από μια επικείμενη επίθεση από τον τρομερότερο στρατό που έχει παρουσιάσει ποτέ χώρα στο πεδίο της μάχης. Οι εκπαιδευμένες εφεδρείες μας μόλις που επαρκούσαν για να αναπληρώσουμε τις απώλειες και δεν είχαμε τίποτε άλλο να χρησιμοποιήσουμε εκτός από μια μικρή εθελοντική δύναμη που δεν ήταν δυνατό να εκπαιδευτεί επαρκώς, να ανατεθεί σε αξιωματικούς ή να εξοπλιστεί για το μέτωπο της μάχης σε μερικούς μήνες. Οι Έλληνες όχι μόνο ήταν εκπαιδευμένοι, αλλά ένα σημαντικό ποσοστό των αξιωματικών και των ανδρών τους είχε δώσει νικηφόρες μάχες ενάντια σε έναν στρατό[1]  που παραδοσιακά φημιζόταν ότι αποτελούνταν από στρατιώτες υψηλής μαχητικής ικανότητας.

Αν η χωρίς όρους προσφορά της Ελλάδας να συνταχθεί με τους Συμμάχους είχε γίνει αμέσως αποδεκτή και είχε ανακοινωθεί, είναι περισσότερο από αμφίβολο αν η Τουρκία θα είχε διακινδυνεύσει να δεχθεί μια επίθεση από τη Βρετανία στη Μεσοποταμία και την Παλαιστίνη, από τη Ρωσία στην Αρμενία και, ταυτόχρονα, από έναν ελληνικό στρατό στα δυτικά της σύνορα. Εκείνη την εποχή, ούτε η Αυστρία ούτε η Γερμανία μπορούσαν να παράσχουν στους Τούρκους κάποια βοήθεια σε άνδρες ή υλικό. Δεν υπήρχαν τα μέσα για τη μεταφορά ουσιαστικής βοήθειας προς τους Τούρκους ούτε από θαλάσσης ούτε από ξηράς μέχρι τη στιγμή που η Σερβία συνετρίβη και η Βουλγαρία συμμάχησε με τις Κεντρικές Δυνάμεις ώστε να ανοίξει η επικοινωνία μεταξύ του Δούναβη και της Κωνσταντινούπολης.

Η Βουλγαρία θα δίσταζε να συνταχθεί με τους αντιπάλους μας αν ο Βασιλιάς γνώριζε ότι οι Έλληνες θα έρχονταν σε βοήθεια των Σέρβων. Ωστόσο, λίγο πριν από την επίθεση στη Σερβία, ο Κωνσταντίνος είχε διαβεβαιώσει τους Γερμανούς ότι ο ελληνικός στρατός δεν θα επενέβαινε. Αν η ελληνική προσφορά τον Αύγουστο του 1914 είχε γίνει αποδεκτή και αν η Τουρκία είχε, παρά ταύτα, κηρύξει τον πόλεμο στους Συμμάχους, ένας ελληνικός στρατός θα μπορούσε εύκολα να είχε καταλάβει τη χερσόνησο της Καλλίπολης, η καταστροφή των Δαρδανελίων θα είχε αποφευχθεί και η Κωνσταντινούπολη θα βρισκόταν στο έλεος του βρετανικού στόλου. Η εκ των πραγμάτων άρνηση αυτής της προσφοράς μιας αποτελεσματικής ελληνικής συμμαχίας ήταν, επομένως, μια εξαιρετικά εσφαλμένη κρίση. Αποδείχθηκε ότι ήταν ένα καταστροφικό λάθος, όχι μόνο για τη Βρετανία και την Ελλάδα, αλλά και για τον κόσμο, γιατί παρέτεινε αυτόν τον καταστροφικό πόλεμο επί δύο χρόνια.

Η προσφορά ελληνικής βοήθειας στην Αντάντ δεν ανανεώθηκε για σχεδόν τρία χρόνια, και μόνο όταν η συμπεριφορά του βασιλιά Κωνσταντίνου είχε γίνει τόσο εχθρική που χρειάστηκε να εκδιωχθεί από τον θρόνο του από τον Συμμαχικό Στρατό. Όταν ο Βενιζέλος έκανε την προσφορά του, στις 19 Αυγούστου 1914, να θέσει στη διάθεση των δυνάμεων της Αντάντ όλους τους ναυτικούς και στρατιωτικούς πόρους της Ελλάδας, είχε καταφέρει να πείσει τον Βασιλιά ότι η Αντάντ –από τη στιγμή και πέρα που  η Βρετανία συμμετείχε σε αυτήν τη Συμμαχία– ήταν βέβαιο ότι θα κερδίσει στο τέλος. Άλλωστε, το μεγάλο Ναυτικό της Βρετανίας είχε στο έλεός του τα ελληνικά λιμάνια και νησιά. Αυτή η προοπτική είχε υπερακοντίσει την προτίμηση του Κωνσταντίνου για τη Γερμανία. Αλλά όταν ο γερμανικός στρατός έτρεψε σε φυγή τον γαλλικό και τον βρετανικό στρατό ως το Παρίσι και συνέτριψε μια μεγάλη ρωσική δύναμη στο Tannenberg∙ όταν και η Τουρκία προσχώρησε στις Κεντρικές Δυνάμεις, ο Βασιλιάς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Πρωθυπουργός του είχε μάλλον προτρέξει με την προσδοκία του για μια νίκη της Αντάντ. Καθώς η εκστρατεία αναπτυσσόταν και ο τεράστιος ρωσικός στρατός απωθούνταν από τα γερμανικά σύνορα, οι Τούρκοι συγκρατούσαν τον βρετανικό στρατό στη Μεσοποταμία, τη Διώρυγα του Σουέζ και την Καλλίπολη και οι προσπάθειες των Συμμάχων να διασπάσουν τις γερμανικές γραμμές στη Γαλλία αποκρούστηκαν με μια άνευ προηγουμένου σφαγή, η συμπάθεια του βασιλιά Κωνσταντίνου προς τη Γερμανία έγινε λιγότερο συγκαλυμμένη και πιο δραστική. Ανέτρεψε πλήρως τα φιλοσυμμαχικά σχέδια του Βενιζέλου.

Η ιστορία της Ελλάδας για τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι ένας απελπισμένος αγώνας μεταξύ του Βενιζέλου, ο οποίος ακόμη αδημονούσε να βοηθήσει τους Συμμάχους, και του Βασιλιά, του οποίου οι φιλογερμανικές τάσεις γίνονταν όλο και πιο έντονες καθώς οι γερμανικές νίκες στη Γαλλία και τη Ρωσία πολλαπλασιάστηκαν και οι βρετανικές επιθέσεις στη Μεσοποταμία και στα Δαρδανέλια αποκρούστηκαν από τον τουρκικό στρατό. Όταν έγινε σαφές, το 1915, ότι η Αυστρία και η Γερμανία ετοίμαζαν μια σοβαρή επίθεση κατά της Σερβίας και ότι ο βασιλιάς Φερδινάνδος μηχανορραφούσε με τις Κεντρικές Δυνάμεις για να συμμετάσχει στην επίθεση, ο Sir Edward Gray πλησίασε την ελληνική κυβέρνηση με σκοπό να την παρακινήσει να τιμήσει τις δεσμεύσεις της προς τη Σερβία να την βοηθήσει αν της επιτεθούν. Προκειμένου να εκμαιεύσει αυτήν τη δέσμευση, τηλεγράφησε στις 23 Ιανουαρίου ότι:

Αν η Ελλάδα συνταχθεί με τη Σερβία και συμμετάσχει στον πόλεμο, γνωρίζω ότι και η Γαλλία και η Ρωσία θα δεχτούν πρόθυμα σημαντικότατα εδαφικά ανταλλάγματα για την Ελλάδα στις ακτές της Μικράς Ασίας, και αν ο κ. Βενιζέλος επιθυμεί μια ρητή υπόσχεση, πιστεύω ότι δεν θα υπάρξει δυσκολία για να την πάρει. Αν, λοιπόν, ο κ. Βενιζέλος επιθυμεί μια τελική συνεννόηση με αυτούς τους όρους, θα πρέπει αμέσως να το γνωστοποιήσει στη Γαλλία, τη Ρωσία και την Κυβέρνηση της Α.Μ., και είμαι βέβαιος ότι τυχόν προτάσεις που έχει να κάνει θα εξεταστούν ευνοϊκότατα. Το θέμα είναι επείγον… Θα πρέπει να παροτρύνετε τον κ. Βενιζέλο για όλα αυτά ανεπίσημα. Ενημερώστε τους Γάλλους και Ρώσους συναδέλφους σας και να είστε επίσης έτοιμοι να συνεργαστείτε μαζί τους για όποιες προσφορές τους δοθεί εντολή να κάνουν προς την Ελλάδα. Δεν πρέπει, ωστόσο, να προσφέρετε στην Ελλάδα τη Ρόδο ή οποιοδήποτε νησί υπό ιταλική κατοχή.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έγινε κάποια προσφορά στην Ελλάδα για οποιοδήποτε έδαφος στη Μικρά Ασία. Είναι σημαντικό ότι δεν ήρθε ως απάντηση σε κάποιο αίτημα του κ. Βενιζέλου, αλλά ως πρόταση από τον Σερ Έντουαρντ Γκρέι με τη σύμφωνη γνώμη Γαλλίας και Ρωσίας. Ο Βενιζέλος συμβούλεψε τον βασιλιά του να αποδεχθεί την προσφορά, αλλά ο Βασιλιάς ουσιαστικά έβαλε τέλος σε κάθε διαπραγμάτευση με την αποπομπή του κ. Βενιζέλου από το αξίωμά του και τη σύσταση μιας κυβέρνησης οπαδών του. Επικεφαλής αυτής της κυβέρνησης τοποθέτησε τον κ. Γούναρη, ο οποίος σε όλη του τη σταδιοδρομία υπήρξε αυλικός και εχθρός του κ. Βενιζέλου.


[1] Εννοεί τον βουλγαρικό (σ.τ.ε.).

***

Ο Λόιντ Τζωρτζ (David Lloyd George, 1863-1945) γεννήθηκε το 1863 στην περιοχή του Μάντσεστερ, από Ουαλούς γονείς που μιλούσαν ουαλικά. Ο πατέρας του, δάσκαλος, πέθανε το 1864 και ο Ντέιβιντ μεγάλωσε με τη μητέρα του και τον τσαγκάρη αδελφό της. Σπούδασε δικηγόρος και δραστηριοποιήθηκε στην τοπική πολιτική, όπου υποστήριζε την ισότητα ανάμεσα σε εργάτες και ενοικιαστές αγρότες, καθώς και τη μεταρρύθμιση της ιδιοκτησίας της γης. Το 1890, ως στέλεχος του Φιλελεύθερου Κόμματος, εξελέγη οριακά στο Κοινοβούλιο, στο οποίο και παρέμεινε για 55 χρόνια. Μπήκε στο υπουργικό συμβούλιο το 1905 και το 1908 διορίστηκε Καγκελάριος του Θησαυροφυλακίου (υπουργός Οικονομικών) στην θέση του Άσκουιθ, που ανεδείχθη πρωθυπουργός. Για να χρηματοδοτήσει τις εκτεταμένες προνοιακές μεταρρυθμίσεις που πρότεινε επέβαλε φόρους στην ιδιοκτησία γης και στα υψηλά εισοδήματα με τον λεγόμενο «Λαϊκό Προϋπολογισμό» (1909), τον οποίο η Βουλή των Λόρδων, όπου κυριαρχούσαν οι Συντηρητικοί, απέρριψε αρχικώς. Ο νόμος ψηφίστηκε στο Κοινοβούλιο μόνο μετά από δύο εκλογές, το 1911, και αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία του σύγχρονου κράτους πρόνοιας.
Ως υπουργός Οικονομικών εν καιρώ πολέμου, ενίσχυσε τα οικονομικά της χώρας και σύναψε συμφωνίες με τα συνδικάτα για τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας. Το 1915, ο Χέμπερτ Άσκουιθ σχημάτισε έναν πολεμικό συνασπισμό, υπό την ηγεσία των Φιλελευθέρων, με τους Συντηρητικούς και τους Εργατικούς, στον οποίο ο Λόιντ Τζωρτζ ανέλαβε υπουργός Πυρομαχικών. Μεταξύ άλλων μέτρων, ίδρυσε τέσσερα μεγάλα εργοστάσια πυρομαχικών και το μεγαλύτερο από αυτά απεκλήθη «Georgetown» προς τιμή του. Το 1916, διορίστηκε υπουργός Πολέμου, και τον Δεκέμβριο του 1916 ανέλαβε την πρωθυπουργία, υποστηριζόμενος από τους Συντηρητικούς και ορισμένους Φιλελεύθερους. Για να καταπολεμήσει τις ελλείψεις τροφίμων εφάρμοσε το σύστημα συνοδείας των πλοίων, καθιέρωσε το δελτίο και τόνωσε τη γεωργία. Μετά το τέλος του πολέμου παρέμεινε πρωθυπουργός σε συνεργασία με τους Συντηρητικούς.
Ο Λόιντ Τζωρτζ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, το 1919. Ερωτηθείς πώς τα πήγε στη διάσκεψη ειρήνης, απάντησε: «Νομίζω ότι έκανα όπως θα μπορούσε να κάνει κανείς, καθισμένος ανάμεσα στον Ιησού Χριστό [Ουίλσον] και τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη [Κλεμανσό]». Την ίδια στιγμή, η κατάσταση στην Ιρλανδία επιδεινώθηκε, οδηγώντας στον Ιρλανδικό Πόλεμο Ανεξαρτησίας, μέχρις ότου ο Λόιντ Τζωρτζ διαπραγματεύτηκε την ανεξαρτησία του ιρλανδικού ελεύθερου κράτους, το 1921. Το 1922 παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία και δεν ανέλαβε ποτέ ξανά κάποιο αξίωμα. Παρέμεινε στη Βουλή έως τον θάνατό του, το 1945, και ηγήθηκε των Φιλελευθέρων από το 1926 έως το 1931. Το 1940 αρνήθηκε να υπηρετήσει στο Πολεμικό Υπουργικό Συμβούλιο του Ουίνστων Τσόρτσιλ.


Οι σχέσεις του με την Ελλάδα και τον Βενιζέλο


Η σταδιακή αλλαγή της στάσης της Αγγλίας σε θετικότερες για την Ελλάδα θέσεις, με τη συμβολή του Τσώρτσιλ και του Λόιντ Τζωρτζ, θα αρχίσει μετά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο και τον δυναμισμό που επέδειξε ο ελληνικός στρατός. Ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Λονδίνο, Τζον Σταυρίδης, περιγράφει την έκπληξη που δοκίμασε όταν, στις 29 Οκτωβρίου/10 Νοεμβρίου 1912, σε γεύμα στο Αγγλικό ΥΠΕΞ, ο τότε υπουργός Οικονομικών Λόιντ Τζωρτζ πραγματοποίησε πρόποση υπέρ των βαλκανικών συμμάχων και κατ’ εξοχήν της Ελλάδας ώστε «να διώξουν τον Τούρκο από την Ευρώπη».
Ο Βενιζέλος, μετά από πρόσκληση του Λόιντ Τζωρτζ, θα μεταβεί αυτοπροσώπως στο Λονδίνο, στις 30 Νοεμβρίου/12 Δεκεμβρίου 1912, όπου παρέμεινε επί επτά εβδομάδες, μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου του 1913, και είχε επανειλημμένες συναντήσεις με τον Λόιντ Τζωρτζ, τον Τσώρτσιλ και τον υπουργό Εξωτερικών Γκρέυ. Οι Βρετανοί πολιτικοί ενθουσιάστηκαν μαζί του και μπήκαν οι βάσεις για τη μελλοντική στενή συνεργασία του Βενιζέλου με τον Λόιντ Τζωρτζ, ενώ συζητήθηκε εκτενώς και η παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Τότε σφυρηλατήθηκε η στενή σχέση του Βενιζέλου με τον, σταθερό μέχρι τέλους, σύμμαχό του Λόιντ Τζωρτζ, ο οποίος είπε εντυπωσιασμένος στον Σταυρίδη: «Είναι μεγάλος, πολύ μεγάλος άνθρωπος». Άλλωστε, και ο Βενιζέλος είχε χαρακτηρίσει κολοσσό τον Λόιντ Τζωρτζ στον Σταυρίδη. Από τότε και μέχρι το 1922, ο Λόιντ Τζωρτζ θα παραμένει, παρ’ όλες τις αντιξοότητες, στο πλευρό της Ελλάδας, Όπως τόνιζε προσφυώς:
Οι Έλληνες είναι ο λαός του μέλλοντος εις την μεσογειακήν Ανατολήν. Γόνιμοι και εξαιρετικά δραστήριοι αντιπροσωπεύουν τον χριστιανικό πολιτισμό έναντι της βαρβαρότητας των Τούρκων. Είναι τώρα πέντε έως εξ εκατομμύρια, εάν μπορέσουν να κατακτήσουν τις περιοχές που τους παραχωρήθηκαν θα γίνουν ένα έθνος είκοσι εκατομμυρίων σε πενήντα χρόνια. Άριστοι ναύτες, θα καταστούν δύναμις ναυτική. Θα γίνουν οι πρώτοι φύλακες της μεγάλης οδού, η οποία εξασφαλίζει την ενότητα της συμπολιτείας…, μια μέρα το ποντίκι μπορεί να ροκανίσει τα δεσμά που δένουν το λιοντάρι.
Ανάμεσα στα δεκάδες βιβλία του, βλέπε και τα: The People’s Budget, 1909· The Lords, The Land and the People, 1909· The People’s Insurance, 1912· War Memoirs, 6 τόμοι, 1933-1936· The Truth About the Peace Treaties, 2 τόμοι, 1938.

*Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από τη μελέτη του Λόιντ Τζωρτζ ή οποία αφορά τις συνθήκες ειρήνης μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (David Lloyd George, The Truth About the Peace Treaties, β΄ τόμος, Victor Gollancz Ltd, 1938, σσ. 1202-1211.)

**Μετάφραση: Μαριάννα Δεσύπρη

Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ