Αρχική » Μια ετερόκλητη συμμαχία: Ο Τραμπ, η τεχνολογική Δεξιά & οι Χριστιανοί Εθνικιστές

Μια ετερόκλητη συμμαχία: Ο Τραμπ, η τεχνολογική Δεξιά & οι Χριστιανοί Εθνικιστές

από Άρδην - Ρήξη

Του Julian Blum από το Άρδην τ. 137 που κυκλοφορεί στα περίπτερα

Εδώ και πάνω από μισό χρόνο, σχολιαστές απ’ όλο τον κόσμο προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν τη μοναδική φύση της δεύτερης θητείας του Τραμπ, σχολιάζοντας συστηματικά τις ακραίες διαφορές της σε σχέση με την πρώτη. Πλέον έχει σχεδόν καταστεί κοινοτοπία το ότι η συμμαχία του κινήματος MAGA με την Big Tech αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά και καθοριστικά πολιτικά χαρακτηριστικά αυτής της προεδρίας – και ίσως της εποχής μας. Είναι επίσης ένα φαινόμενο το οποίο οι πολιτικοί επιστήμονες, και ιδίως οι αναλυτές των ανελεύθερων πολιτικών κινημάτων, οφείλουν να προσπαθήσουν να κατανοήσουν με πιο συστηματικούς όρους. Σύνθετες έννοιες, όπως ο «τεχνοκαισαρισμός», έχουν πράγματι γίνει κοινός τόπος στον πολιτικό σχολιασμό, ιδίως στην Ευρώπη, καθώς επιχειρούν να περιγράψουν αυτή τη φαινομενικά μονολιθική συγχώνευση του εθνικιστικού συντηρητισμού με τον απροκάλυπτο επιταχυντισμό της Σίλικον Βάλεϊ.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα για τη μελέτη της ανάδυσης ενός νέου ανελεύθερου καθεστώτος στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι το κατά πόσον η συμμαχία των τεχνολογικών, χριστιανικών και εθνικιστικο-λαϊκιστικών ρευμάτων της Δεξιάς μπορεί να μακροημερεύσει. Έχοντας παρακολουθήσει στενά το αμερικανικό συντηρητικό οικοσύστημα κατά τη διάρκεια του τελευταίου εκλογικού κύκλου και τους μήνες που ακολούθησαν την ορκωμοσία του Τραμπ, συνέχισα να συνομιλώ με ορισμένους από τους βασικούς διανοούμενους της μεταφιλελεύθερης πτέρυγας της αμερικανικής Δεξιάς και να παρακολουθώ τις παρεμβάσεις τους, με ιδιαίτερη έμφαση στη διερεύνηση των ιδεολογικών και πολιτικών θεμελίων αυτής της ασυνήθιστης συμμαχίας.
Μετά από αρκετούς μήνες στην εξουσία, το συμπέρασμα είναι παράδοξο: ενώ η νέα «σκηνή» του τραμπισμού δεν έχει ποτέ εκφράσει τόσο έντονα τις ιδεολογικές της διαιρέσεις –με μέλη της χριστιανικής δεξιάς να εκφράζουν έναν σχεδόν υπαρξιακό τρόμο απέναντι στα τεχνοπολιτικά εγχειρήματα της Σίλικον Βάλεϊ–, η συμμαχία παραμένει εντυπωσιακά αρραγής, ακόμη και μετά τη θεαματική ρήξη Τραμπ-Μασκ, τον Ιούνιο. Το βέβαιο, ωστόσο, είναι πως η συμμαχία κάθε άλλο παρά μονολιθική είναι, όπως συχνά πιστεύουν ορισμένοι σχολιαστές εκτός ΗΠΑ. Συναφώς, οι αναλυτές θα πρέπει να μελετούν προσεκτικά ορισμένα από τα βασικότερα σημεία τριβής και να κατανοούν τη βαθιά ρευστότητα της αμερικανικής πολιτικής.


Δύο κόσμοι σε σύγκρουση
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία στις τρέχουσες συζητήσεις με ορισμένους από τους πιο επιδραστικούς στοχαστές του αμερικανικού συντηρητικού κινήματος είναι η ρητορική τους σφοδρότητα απέναντι στην πολιτική εμπλοκή της Σίλικον Βάλεϊ. Πουθενά αυτή η εχθρότητα δεν ήταν πιο εμφανής από ό,τι στο πρόσφατο συνέδριο του Εθνικού Συντηρητισμού, στην Ουάσινγκτον. Ακόμη περισσότερο και από την εξωτερική πολιτική –όπου η συνήθης σύγκρουση μεταξύ των οπαδών της «πρωτοκαθεδρίας» και της «αυτοσυγκράτησης» ήρθε και πάλι στο προσκήνιο–, οι ιλιγγιώδεις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη και οι φιλοδοξίες της Σίλικον Βάλεϊ φάνηκαν να αποτελούν το πλέον αμφιλεγόμενο ζήτημα. Όπως σημείωσε στην ομιλία της η Ρέιτσελ Μπόβαρντ, αντιπρόεδρος του Conservative Partnership Institute, η τεχνητή νοημοσύνη είναι το «πιο κρίσιμο ζήτημα» για το μέλλον του κινήματος. Καθόλου τυχαία, μια ακόμη ηχηρή τοποθέτηση εναντίον της ΤΝ ήταν του Στιβ Μπάνον, του οποίου το δριμύ κατηγορώ έκλεισε το συνέδριο. Τα ιδιαίτερα σκληρά του λόγια κατά της τεχνολογικής ελίτ –την οποία παρουσιάζει ως κατά βάση προδοτική στις συναλλαγές της με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα– κατέδειξαν ξεκάθαρα ότι η πολιτική του βεντέτα με τον Έλον Μασκ και τους «broligarchs» της Σίλικον Βάλεϊ υπερβαίνει κατά πολύ την προσωπική αντιπάθεια (καθώς εξακολουθεί να ζητά την απέλαση του Μασκ ως παράνομου μετανάστη).
Παρότι τα στρατηγικά κίνητρα πίσω από αυτές τις δηλώσεις είναι προφανή σε ένα υπερ-προσωποπαγές πολιτικό καθεστώς, όπου όλοι ανταγωνίζονται για την προσοχή του προέδρου, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι οι διαφορές εδράζονται σε βαθιές πολιτικές, ιδεολογικές, ακόμη και θεολογικές βάσεις.
Στην πραγματικότητα, σήμερα διακρίνονται δύο βασικές πηγές συντηρητικής αντίθεσης στον επιταχυντισμό της τεχνητής νοημοσύνης. Η πρώτη είναι περισσότερο πολιτική και οικονομική, αντανακλώντας τον φόβο των λαϊκιστών για μια κατάληψη της εξουσίας από μια βαθιά ελιτίστικη και προσανατολισμένη στο κέρδος τεχνολογική ολιγαρχία. Επισημαίνουν με αγωνία την πρωτοφανή ισχύ που έχουν συσσωρεύσει εντός της κυβέρνησης εταιρείες όπως η Palantir, η OpenAI ή η Meta, θεωρώντας το γεγονός αυτό ιδιαίτερα ανησυχητικό, μιας και υποπτεύονται ότι αυτό θα γείρει τη συμμαχία υπέρ της τεχνολογικής ατζέντας. Ο φιλόσοφος Πάτρικ Ντίνιν, μία από τις κεντρικές διανοητικές φιγούρες της μεταφιλελεύθερης Δεξιάς, που αυτοτοποθετείται στη «λαϊκιστική» της πτέρυγα, εκφράζει για παράδειγμα με μεγάλη σαφήνεια τους φόβους του για μια κατάληψη της εξουσίας από μια τεχνο-ουτοπική κάστα μετά από αρκετούς μήνες τραμπικής διακυβέρνησης, απηχώντας έτσι τις πολύ πιο ωμές επιθέσεις του Μπάνον.
Η δεύτερη πηγή είναι πιο πνευματική και ο χαρακτήρας της είναι πιο ριζοσπαστικός, συνιστά σχεδόν μια υπαρξιακή αντίθεση ανάμεσα στις χριστιανικές αξίες και τη μετανθρωπιστική ατζέντα που προωθούν ορισμένες προσωπικότητες της Σίλικον Βάλεϊ. Ο Ροντ Ντρέχερ, στενός φίλος του Τζ. Ντ. Βανς και κεντρική φυσιογνωμία της χριστιανικής Δεξιάς, προχωρά ακόμη περισσότερο από τον φίλο του Πάτρικ Ντίνιν, προσφέροντας κάτι που μοιάζει με μια θεολογική αποκήρυξη της Tech Right. Γι’ αυτόν τον αντιδραστικό μυστικιστή, μορφές όπως οι Τιλ, Αντρέισεν, Σακς και Καρπ δεν είναι τίποτε περισσότερο από αναγεννησιακοί αποκρυφιστές, φαουστικοί αλχημιστές αποφασισμένοι να αναβιώσουν το όνειρο της μετατροπής των ανθρώπων σε θεούς. «Η τεχνητή νοημοσύνη είναι δαιμονική», δήλωσε πρόσφατα σε συνέντευξή του, θεωρώντας την ως τον κύριο δίαυλο για τη συγχώνευση ανθρώπου-μηχανής – δηλαδή ως καθαρό μετανθρωπισμό. Ερωτηθείς αν συμφωνεί με την εξαιρετικά ασυνήθιστη βιβλική βάση υπεράσπισης της μετανθρωπιστικής ατζέντας από τον Πίτερ Τιλ, ο Ντρέχερ δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής: Ο «φίλος» του Τιλ κάνει βαθύτατο λάθος, ακόμη και αν ανήκουν στην ίδια πολιτική συμμαχία.


Υπαρξιακές διαφωνίες

Μία εις βάθος εξέταση των πιο επεξεργασμένων ιδεολογικών τοποθετήσεων και από τα δύο άκρα του φάσματος –των χριστιανών συντηρητικών και της Tech Right– αποκαλύπτει το μέγεθος του χάσματος που τους χωρίζει και υπενθυμίζει πόσο αφύσικη παραμένει αυτή η συμμαχία. Στα έργα του, ο Πάτρικ Ντίνιν οραματίζεται μια επιστροφή σε μια σταθερή, προνεωτερική κοινωνία καστών, όπου μια ενάρετη αριστοκρατία καθοδηγεί έναν λαό ριζωμένο στην παράδοση και την πίστη. Μαζί με άλλους μεταφιλελεύθερους στοχαστές, όπως ο Έιντριαν Βερμιούλ, ο Γκλάντεν Πάπιν και ο Ροντ Ντρέχερ –όλοι βαθιά εμποτισμένοι από την κλασική και μεσαιωνική ευρωπαϊκή σκέψη– εξυμνεί ρητά την επιστροφή των ορίων στο όνομα ενός χριστιανικού ιδεώδους του «κοινού καλού». Ο Ντρέχερ, επικαλούμενος τον Ελλύλ και τον φίλο του Πολ Κίνγκσνορθ (ο οποίος ετοιμάζεται να εκδώσει ένα μανιφέστο κατά «της Μηχανής»), είναι ακόμη πιο σαφής στη νοσταλγία του για την προβιομηχανική σταθερότητα.
Οι μεταφιλελεύθεροι αυτοί συντηρητικοί εκφράζουν επιπλέον την ελπίδα ότι το Βατικανό, υπό τη «λεόντειο» επιρροή της καθολικής κοινωνικής διδασκαλίας, θα θέσει ως προτεραιότητα την υπεράσπιση της ανθρώπινης ακεραιότητας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Η γνωστική ασυμφωνία φτάνει εδώ στο απόγειό της, καθώς οι στοχαστές αυτοί δεν φαίνεται να ελπίζουν σε τίποτε λιγότερο από μια σύγκρουση ανάμεσα σε μια εξωτερική θρησκευτική αυθεντία και στους ίδιους τους καπιταλιστές, με τους οποίους έχουν συνάψει μια ανθεκτική πολιτική συμμαχία.
Πράγματι, η πολιτική αποτίμηση της τεχνολογίας από τη σκοπιά της χριστιανικής Νέας Δεξιάς δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από ορισμένες ιδεολογικές διατυπώσεις που προέρχονται από τη Σίλικον Βάλεϊ. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στον εθνικιστικό, αλλά κατά τα άλλα μάλλον απολιτικό επιταχυντισμό που ενσαρκώνουν πρόσωπα όπως ο Μαρκ Αντρέισεν, ο Ντέιβιντ Σακς ή ο Άλεξ Καρπ (και στον οποίο προσχωρούν και οπορτουνιστές όπως ο Σαμ Άλτμαν και ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ) και στον πολύ πιο επεξεργασμένο τεχνομοναρχισμό των Κέρτις Γιάρβιν και Νικ Λαντ, όπως τον αναλύει ικανοποιητικά ο Αρνώ Μιράντα. Το νεοαντιδραστικό κίνημα, όπως το θέτει ο Λαντ, είναι μια ιδεολογία «απαλλαγμένη από τις ρουσωικές εξάρσεις υπέρ της λαϊκής έκφρασης» και, ως εκ τούτου, είναι βαθύτατα αντιλαϊκιστική και βαθύτατα αθεϊστική. Οι στοχαστές του Σκοτεινού Διαφωτισμού συμμερίζονται την περιφρόνηση της χριστιανικής Δεξιάς προς τον φιλελευθερισμό, όμως η εναλλακτική τους είναι απροκάλυπτα δαρβινική και χομπσιανή, οδηγώντας ευθέως στον τεχνο-αυταρχισμό ως «λογική» λύση. Αν η ιδεώδης πόλις του Ντίνιν θυμίζει μια αρμονική μεσαιωνική πόλη, ο Γιάρβιν ονειρεύεται το Ντουμπάι, τη Σιγκαπούρη ή ακόμη και το Πεκίνο – δηλαδή τη διακυβέρνηση από έναν υπερτεχνολογικό Λεβιάθαν. Αν και πιο ήπιος και λιγότερο πολιτικοποιημένος, ο νιτσεϊκός ενθουσιασμός του Μαρκ Αντρέισεν για την «τεχνο-καπιταλιστική μηχανή» και τον «τεχνολογικό υπεράνθρωπο» δεν μοιάζει λιγότερο ασύμβατος με το χριστιανοσυντηρητικό δόγμα.
Όπως παρατήρησε πρόσφατα ένας ρεπουμπλικανός επικριτής τους γι’ αυτή την αθεϊστική και ανήθικη Tech Right: «Φλέγονται από την επιθυμία να δουν την επιστροφή των “Ισχυρών Θεών”, αλλά δεν έχουν ιδέα ποιους θεούς να επικαλεστούν… Μια αόριστη επίκληση του εθνικού συμφέροντος ή της προόδου δεν αρκεί».
Με τη συγκεκριμένη εμπειρία της κοινής διακυβέρνησης και τον πολλαπλασιασμό των ιδεολογικών διατυπώσεων που προέρχονται από κάθε παράταξη, οι βαθιές διχοτομίες της συμμαχίας –πολιτικές, θεολογικές, ακόμη και ανθρωπολογικές– αρχίζουν πλέον να βγαίνουν στο φως.
Είναι πιο φανερό από ποτέ ότι αυτή η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει σχιζοφρενικά ανάμεσα σε αντίθετα ήθη: καινοτομία έναντι παράδοσης, ατομικισμός έναντι κοινότητας, επιστήμη έναντι πίστης, αέναη εξερεύνηση έναντι ριζώματος, αξιοκρατία έναντι αριστοκρατίας, κοινωνικός δαρβινισμός έναντι λαϊκισμού.


Η κοινή ατζέντα περί καταστροφής

Πρέπει βεβαίως να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μη χαράσσουμε υπερβολικά άκαμπτες εννοιολογικές διχοτομίες εκεί όπου η πραγματικότητα είναι πιο ρευστή. Όπως έχει επισημάνει η Μαρλέν Λαρυέλ αναφορικά με την ανελεύθερη πολιτική σκέψη, ζούμε στην εποχή των «ρευστών ιδεολογιών» – οπορτουνιστικών και πρόθυμων για αναθεωρήσεις μπροστά στις επιταγές της εξουσίας. Έτσι, ανάμεσα στους δύο πόλους που αντιπροσωπεύουν, λόγου χάρη, ο Πάτρικ Ντίνιν και ο Μαρκ Αντρέισεν, συναντά κανείς ένα φάσμα αντιδραστικών δεξιών «φυλών», που ταλαντεύονται μεταξύ εθνικισμού, ελευθεριανισμού και χριστιανισμού. Ο ίδιος ο Τραμπ είναι εντυπωσιακά απογυμνωμένος από οποιοδήποτε δογματικό πλαίσιο, γεγονός που επέτρεψε σε κάθε παράταξη να προβάλει επάνω του τις βαθύτερες επιθυμίες της. Και πολλοί από τους επίσημους ιδεολόγους φαίνονται ακόμη πρόθυμοι να βαδίζουν σε αυτό το εξαιρετικά λεπτό σχοινί.
Στο διανοητικό πεδίο, ο Κέβιν Ρόμπερτς, πρόεδρος του Heritage Foundation, ενσαρκώνει αυτή τη συνειδητή ακροβασία στο πρόσφατο βιβλίο του, Dawn’s Early Light. Σε αυτό, καταφέρνει ταυτόχρονα να καταγγείλει τις ολοκληρωτικές τάσεις της Σίλικον Βάλεϊ και να εξυμνήσει μορφές όπως ο Πάλμερ Λάκι, διευθύνων σύμβουλος της αμυντικής νεοφυούς εταιρείας Anduril, ως ενσάρκωση της αιώνιας αμερικανικής επιχειρηματικής ιδιοφυΐας.
Σε πιο στρατηγικό επίπεδο, ορισμένα καίρια σημεία σύγκλισης εξακολουθούν να συγκρατούν τη συμμαχία στην Ουάσινγκτον. Οι δύο πόλοι του αντιδραστικού συνεχούς –οι χριστιανοί ή εθνικο-λαϊκιστές συντηρητικοί, από τη μία, και η Tech Right από την άλλη– παραμένουν ενωμένοι γύρω από μια κοινή ατζέντα περί καταστροφής. Η εχθρότητά τους προς τα πανεπιστήμια αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της φύσης αυτής της συμμαχίας, που έχει σφυρηλατηθεί ενάντια σε ελίτ θεσμούς τους οποίους θεωρούν ότι έχουν καταληφθεί από το «woke». Τα κίνητρα, ωστόσο, διαφέρουν: για την Tech Right, η μάχη αφορά στην αποκατάσταση μιας γνήσιας αξιοκρατικής τάξης, απαραίτητης για μια δυναμική, καθοδηγούμενη από την καινοτομία, καπιταλιστική κοινωνία. Για τους εθνοσυντηρητικούς, ο αγώνας είναι πρωτίστως πολιτισμικός και πνευματικός. Στο πλαίσιο αυτής της εξέγερσης κατά της «woke ελίτ», όλες οι παρατάξεις μπορούν ακόμη να συσπειρωθούν γύρω από την αποδόμηση του «βαθέος κράτους» –του πρωτεϊκού εχθρού που άλλοτε αντιπροσωπεύουν οι ομοσπονδιακοί γραφειοκράτες, άλλοτε οι δημοσιογράφοι ή άλλοτε τα στελέχη ΜΚΟ ή, γενικότερα, η τάξη των ειδικών. Όσο αυτό το έργο κατεδάφισης ή υποδούλωσης των θεσμών της Ουάσιγκτον παραμένει ανολοκλήρωτο, μπορεί κανείς να στοιχηματίσει ότι η δυναμική της συμμαχίας θα διατηρηθεί.
Και το χρήμα λειτουργεί ως συνεκτικός παράγοντας που δύσκολα θα εκλείψει, είτε το επιθυμούν είτε όχι οι διανοούμενοι της χριστιανικής Δεξιάς. Οι εκλογές του 2024 επιβεβαίωσαν περισσότερο από ποτέ ότι το χρήμα είναι το αίμα που ρέει στις φλέβες του αμερικανικού πολιτικού σώματος. Για τους συντηρητικούς, η συμμαχία με το μεγάλο κεφάλαιο της Σίλικον Βάλεϊ –συμπεριλαμβανομένου του Μασκ– παραμένει βασικός μοχλός μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης εκλογικής στρατηγικής. Για τους βαρόνους της τεχνολογίας, η συνεργασία με το καθεστώς Τραμπ έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί κερδοφόρα – όπως καταδεικνύει το «Σχέδιο Δράσης για την Τεχνητή Νοημοσύνη», το οποίο διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Ντέιβιντ Σακς και τον τεχνολογικό σύμβουλο του προέδρου, Μάικλ Κράτσιο. Η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στις στρατηγικές στρατιωτικές προτεραιότητες των ΗΠΑ άνοιξε ιστορικές ευκαιρίες, για εταιρείες, όπως η Palantir, η Anduril και η ScaleAI, να εκτοπίσουν τους βιομηχανικούς γίγαντες του παλαιού στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος. Η νέα τάξη των «πατριωτών μηχανικών» –Άλεξ Καρπ, Πάλμερ Λάκι και Σιάμ Σάνκαρ– γνωρίζει ότι διαθέτει πλέον μια ιστορική ευκαιρία να αποσπάσει τα μεγαλύτερα δημόσια συμβόλαια στον κόσμο και να οικοδομήσει τον στρατό του μέλλοντος. Οι χρονικοί τους ορίζοντες εκτείνονται πολύ πέρα από τους εκλογικούς κύκλους, καθώς ήδη ζουν σε ένα μέλλον όπου ο Τραμπ θα έχει προ πολλού πεθάνει, αλλά θα τους έχει υπηρετήσει εξαιρετικά αποτελεσματικά.
Η αντιπαράθεση με την Κίνα, ως έναν βολικό πολιτισμικό εχθρό, αποτελεί ένα τρίτο συγκολλητικό στοιχείο που συγκρατεί τη συμμαχία. Όπως ακριβώς ο Ψυχρός Πόλεμος συγκράτησε κάποτε την «ερμαφρόδιτη» συμμαχία ελευθεριακών και ευαγγελικών χριστιανών, έτσι και ο ανταγωνισμός με το Πεκίνο παραμένει βασικός πολικός αστέρας για τη σημερινή κυβέρνηση – έστω κι αν δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε μια συνεκτική στρατηγική.
Για τους επιταχυντιστές της τεχνολογίας, η Κίνα προσφέρει το ιδανικό πρόσχημα για να ντύσουν την τεχνολογική τους φρενίτιδα με πατριωτικά χρώματα. Αυτή είναι, στην ουσία, η επιχειρηματολογία που συναντά κανείς στο βιβλίο του Άλεξ Καρπ, Η Τεχνολογική Πολιτεία. Στο άλλο άκρο του φάσματος, οι χριστιανοί συντηρητικοί επικαλούνται την Κίνα για να δικαιολογήσουν την τεχνολογική κλιμάκωση, ακόμη και με το έσχατο τίμημα – δηλαδή την απώλεια της ίδιας μας της ανθρωπικότητας. Ο Ροντ Ντρέχερ είναι ο πιο σαφής ως προς αυτή τη συνειδητή ανταλλαγή και θέτει το δίλημμα ωμά: «Η Κίνα δεν θέτει απολύτως κανέναν περιορισμό σε αυτά τα ζητήματα – αν δεν πράξουμε το ίδιο, θα καταλήξει να κυριαρχήσει. Είναι μια εξαιρετικά δύσκολη θέση, αλλά εκεί βρισκόμαστε». Αν μη τι άλλο, αυτή η φράση αποκαλύπτει μια αμερικανική Δεξιά που κατατρύχεται από διλήμματα και έχει απόλυτη συνείδηση των αντιφάσεων που διαβρώνουν τον πυρήνα της.


Ρωγμές που βαθαίνουν
Παρά ταύτα, οι συγκεκριμένες διαφωνίες πολλαπλασιάζονται και είναι πιθανό να ενταθούν ακόμη περισσότερο. Το δυσκολότερο αφορά τη συναίνεση γύρω από το είδος του κόσμου που θα πρέπει να οικοδομηθεί αφού ολοκληρωθεί το έργο της καταστροφής. Αυτό ισχύει ιδίως αν τα σενάρια των επιταχυντιστών υλοποιηθούν όπως τα φαντάζονται. Πώς, για παράδειγμα, μπορεί ένα πολιτικό κίνημα που έχει συγκροτηθεί γύρω από την υπεράσπιση των εργαζομένων που εκτοπίστηκαν από την αποβιομηχάνιση στη Ζώνη της Σκουριάς –το είδος του αγώνα στον οποίο ο Μπάνον έχει αφιερώσει τη ζωή του– να συνυπάρξει μακροπρόθεσμα με τους ύστατους προφήτες της «δημιουργικής καταστροφής»;
Η μετανάστευση προμηνύεται ως ένα ακόμη εκρηκτικό ζήτημα, εφόσον οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες επιθυμούν να διατηρήσουν το πλεονέκτημά τους στον ανταγωνισμό με την Κίνα. Αρκεί να σημειωθεί ότι πάνω από τους μισούς ερευνητές τεχνητής νοημοσύνης επιπέδου διδακτορικού, στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι γεννημένοι στο εξωτερικό, ενώ σχεδόν τα 2/3 των κορυφαίων εταιρειών ΤΝ έχουν ιδρυθεί από μετανάστες. Η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης να επιβάλει ετήσιο τέλος 100.000$ στις βίζες H-1B –τον συνηθέστερο τύπο θεώρησης για υψηλής ειδίκευσης μεταναστευτική εργασία στον τεχνολογικό τομέα– αποτελεί ένα εξαιρετικά πικρό χάπι για τον κλάδο. Και η ενεργειακή πολιτική θα μπορούσε επίσης να πυροδοτήσει συγκρούσεις: η δογματική στάση του Τραμπ κατά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν μπορεί παρά να απογοητεύει έναν κλάδο που απεγνωσμένα αναζητά νέες ενεργειακές λύσεις.
Αν το Σχέδιο Δράσης για την Τεχνητή Νοημοσύνη καταδεικνύει την επιρροή της τεχνολογικής πτέρυγας εντός του τραμπισμού, οφείλει κανείς να παραμένει σε εγρήγορση απέναντι σε πιο διακριτικές προειδοποιητικές ενδείξεις. Σε ένα επεισόδιο που πέρασε σχεδόν απαρατήρητο εκτός Ηνωμένων Πολιτειών, εμφανίστηκε πρόσκαιρα ένας συνασπισμός «σκεπτικιστικός απέναντι στην ΤΝ», όταν νομοθέτες ανακάλυψαν ότι το One Big Beautiful Bill είχε σιωπηρά ενσωματώσει ένα μορατόριουμ διακοπής των ρυθμίσεων τεχνητής νοημοσύνης σε πολιτειακό επίπεδο. Η Μαρτζόρι Τέιλορ Γκριν, χαρακτηριστική μορφή του MAGA, αντιτάχθηκε έντονα στο μέτρο, ενώνοντας τις δυνάμεις της με τον Μπάνον και προκαλώντας μια αλυσιδωτή αντίδραση που συσπείρωσε συναδέλφους της –συμπεριλαμβανομένων Δημοκρατικών– με αποτέλεσμα την αφαίρεση της διάταξης από το νομοσχέδιο. Ακόμη και το Heritage Foundation εξέφρασε την αντίθεσή του, επικαλούμενο θρησκευτικούς και ηθικούς λόγους και υποστηρίζοντας μια ομοσπονδιακή προσέγγιση στη ρύθμιση της ΤΝ. Την ίδια στιγμή, ο Τζος Χόουλι, που εξακολουθεί να τρέφει προεδρικές φιλοδοξίες ως ενσάρκωση του χριστιανο-εθνικιστικού λαϊκισμού, έχει ξεκινήσει τις δικές του έρευνες κατά της Meta, αντιλαμβανόμενος ότι αυτή η συμμαχία με επιταχυντιστές δισεκατομμυριούχους ενδέχεται να υπονομεύσει τη νομιμοποίησή του στη βάση.
Η αλήθεια είναι ότι η εποχή Τραμπ είναι καταδικασμένη να διολισθαίνει ολοένα και περισσότερο προς την πολιτική εντροπία. Έχοντας διαπράξει το στρατηγικό «σφάλμα» –κατά τον Μπάνον– να εγκαταλείψει την ιδέα μιας τρίτης θητείας Τραμπ, ο ρυθμός του κινήματος έχει επιβραδυνθεί και οι επιμέρους συνιστώσες της συμμαχίας αρχίζουν αναπόφευκτα να σκέφτονται την «επόμενη μέρα», ακόμη κι αν αγωνίζονται να μεγιστοποιήσουν τα άμεσα οφέλη. Ακόμη και οι πιο στενοί σύμμαχοι του Τραμπ δεν επιθυμούν να θέσουν σε κίνδυνο το δικό τους μέλλον εξαιτίας των δικών του σφαλμάτων· προτιμούν να λούζονται στη λάμψη των επιτευγμάτων του, ενώ ταυτόχρονα ασφαλίζονται απέναντι στην παρακμή του.
Και ναι, η δραματική ρήξη με τον Μασκ –που έχει πλέον θαφτεί κάτω από την αδιάκοπη δίνη των ειδησεογραφικών κύκλων– πρέπει να διαβαστεί ως αυτό που υπήρξε: ένα μείζον πολιτικό γεγονός, το οποίο αποκάλυψε πραγματικές εντάσεις. Πέρα από το ότι στέρησε από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα την τεράστια χρηματοοικονομική ισχύ του, η δηλητηριώδης ρήξη του με τον Τραμπ, σε συνδυασμό με το φλερτ του με τη δημιουργία τρίτου κόμματος, εξέθεσε τους συνοδοιπόρους του από την «PayPal Mafia», τον Σακς και τον Αντρέισεν, παραβιάζοντας μερικά από τα βαθύτερα ταμπού της συμμαχίας.
Πρόκειται για το κλασικό σύνδρομο της «κουτσής πάπιας» που συνοδεύει μια δεύτερη και τελική θητεία. Η πρόσφατη ανάρτηση του Κέρτις Γιάρβιν, στην οποία καλεί σε τίποτε λιγότερο από έναν αυταρχικό επιταχυντισμό, δείχνει ότι ο κίνδυνος αποσύνθεσης γίνεται αντιληπτός εκ των έσω της συμμαχίας – και θα μπορούσε κάλλιστα να εξηγήσει τις προσπάθειες αξιοποίησης τραγωδιών, όπως η δολοφονία του Τσάρλι Κερκ, ως ευκαιρία για περαιτέρω αυταρχικές εκτροπές.


Το αβέβαιο μέλλον της συμμαχίας

Προς το παρόν, το μέλλον της συμμαχίας εξαρτάται από έναν και μόνο άνθρωπο, επιφορτισμένο με το καθήκον να τη συγκρατήσει: τον Τζ. Ντ. Βανς, τον πλέον επίσημο διάδοχο του καθεστώτος. Προερχόμενος από την οργανική κοινωνική βάση του Τραμπ, αλλά σφυρηλατημένος από την εμπειρία του στους κόλπους της τεχνολογικής ελίτ, ο Βανς είναι μια βαθύτατα αμφίσημη και πρωτεϊκή φυσιογνωμία, η οποία εμπνέει ελπίδα σε όλα τα ρεύματα: για τη χριστιανική και λαϊκιστική δεξιά, είναι ο αυγουστινιανός επικεφαλής του κράτους που προσδοκούν· για τους τεχνολογικούς βαρόνους, ο εν δυνάμει τεχνο-μονάρχης.
Καίριας σημασίας είναι το γεγονός ότι ο Μασκ έχει ήδη εκφράσει τη βούλησή του να στηρίξει τον Βανς, παρά τη ρήξη του με τον Τραμπ. Τα παράδοξα και οι αμφισημίες που χαρακτηρίζουν τον νεαρό αντιπρόεδρο αποτελούν, στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο πολιτικό του πλεονέκτημα: η διπλή του ταυτότητα ως παιδί των καταφρονεμένων και ταυτόχρονα μέλος της αξιοκρατικής ελίτ· ο χριστιανικός εθνικισμός του σε συνδυασμό με μια πολυπολιτισμική οικογενειακή ζωή· ο σπλαχνικός, MAGA-τύπου λαϊκισμός του δίπλα σε έναν επιμελώς καλλιεργημένο διανοουμενισμό.
Το αν, ωστόσο, μπορεί να σώσει την πολιτική του «οικογένεια» από το διαζύγιο παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Το έργο του θα είναι αναμφίβολα πολύ δυσκολότερο – όχι μόνο επειδή στερείται του μοναδικού χαρίσματος του Τραμπ, αλλά και επειδή, αν επικρατήσει το 2028, πιθανότατα θα κληθεί να οικοδομήσει μια νέα τάξη πραγμάτων πάνω στα ερείπια της επιχείρησης καταστροφής που εξαπέλυσε ο τραμπισμός. Αυτή η πραγματικότητα ίσως εξηγεί γιατί επιμένει να μη μιλάει επί τη βάσει των δικών του προτάσεων, αλλά προτιμά να στηρίζεται στην αντισυσπείρωση απέναντι στην Αριστερά, ώστε να κρατάει την ενότητα των ετερόκλητων «φυλών»: η σταυροφορία κατά του «woke» και η απόδοση ευθυνών στον Τζο Μπάιντεν παραμένουν κεντρικά στοιχεία της ρητορικής του, όπως και πριν από τις εκλογές.
Το έργο του Βανς στη διαχείριση της συμμαχίας θα γίνεται όλο και δυσκολότερο όσο η Τεχνολογική Δεξιά αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ισχύ και όσο οι μυστικές ελπίδες για ένα τρίτο κόμμα –ικανό να εκπροσωπήσει μια φιλοτεχνολογική συμμαχία, ανοιχτή στην υλική πρόοδο και τη μετανάστευση– παύουν να είναι μυστικές. Ο επιδραστικός μπλόγκερ Ρίτσαρντ Χανανία συγκαταλέγεται σε εκείνους που το ζητούν ανοιχτά. Δημόσια μεταμελημένος για την ψήφο του στον Τραμπ, είναι πεπεισμένος ότι το κίνημα MAGA οδηγεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια «κακιστοκρατία» – διακυβέρνηση από τους χειρότερους. Προς το παρόν, η αντιδημοφιλία του Μασκ φαίνεται να καταδικάζει το όραμά του για ένα τρίτο κόμμα, όμως η όρεξη για μια εναλλακτική πρόταση πέρα από Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς δεν υπήρξε ποτέ ισχυρότερη.
Αυτές οι ελπίδες για μια φιλοτεχνολογική συμμαχία τροφοδοτούνται επιπλέον από τις παράξενες αναλογίες στην αριστερή πλευρά του φάσματος. Η ζωηρή συζήτηση γύρω από μια νέα «ατζέντα της αφθονίας», που πρόσφατα έγινε γνωστή από τον Έζρα Κλάιν και τον Ντέρεκ Τόμπσον, αντιπαραθέτει με παρόμοιο τρόπο τους τεχνολογικούς χρηματοδότες των Δημοκρατικών –όπως ο Ντάστιν Μόσκοβιτς, ο Έρικ Σμιντ και ο Ριντ Χόφμαν– με τη λαϊκιστική πτέρυγα που ενσαρκώνουν η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές και ο Μπέρνι Σάντερς. Ένα στρατηγικό κείμενο του Niskanen Center, θεσμικού εκκολαπτηρίου της συγκεκριμένης ατζέντας, καθιστά σαφές ότι, παρότι σήμερα επενδύουν στο Δημοκρατικό Κόμμα, η πραγματική τους προτίμηση κλίνει προς μια κεντρώα, τρίτη δύναμη. Η ανείπωτη αλήθεια του σημερινού αμερικανικού πολιτικού τοπίου είναι ότι ο τεχνο-ουτοπισμός του Αντρέισεν ή του Άλτμαν –ο οποίος ονειρεύεται έναν «νόμο του Μουρ για τα πάντα»– βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε αυτή την αναδυόμενη αριστερή τάση παρά στον συντηρητισμό της Νέας Δεξιάς.
Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να αναγγείλει κανείς μια καινούργια αναδιάταξη της αμερικανικής πολιτικής σκακιέρας. Όμως, σε ένα μετα-τραμπικό μέλλον, καθώς θα γίνονται απτές οι συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης, οι σημερινές ισορροπίες δεν μπορούν παρά να γίνονται ολοένα και πιο ασταθείς. Εκείνο που πρέπει να κρατήσουμε κατά νου είναι ότι η πρωτοφανής πολιτική εμπλοκή των «βαρόνων της τεχνολογίας» στην πολιτική της Δεξιάς αποτελεί πηγή μιας άνευ προηγουμένου πολιτικής αστάθειας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ