Το κείμενο αυτό αποτελεί την ομιλία του Μάριο Ντράγκι με την ευκαιρία της απονομής σε αυτόν του Βραβείου της Πριγκίπισσας των Αστουριών για τη διεθνή συνεργασία, στο Οβιέδο, στις 24 Οκτωβρίου 2025.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει ριζικά η Ευρώπη μένει στάσιμη.
Ο Μάριο Ντράγκι εκφράζει μία έννοια με σκοπό να προκαλέσει την αλλαγή, ένα πρόγραμμα για να ξεμπλοκάρει την Ευρωπαϊκή Ένωση: ένα ρεαλιστικό ομοσπονδιακό σύστημα
Η καριέρα μου στη ιταλική δημόσια διοίκηση ξεκίνησε με τις διαπραγματεύσεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Έκτοτε, η οικοδόμηση της Ευρώπης βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο όλων των αποστολών μου, τόσο σε εθνικό επίπεδο –ως επικεφαλής του ιταλικού υπουργείου Οικονομικών και στη συνέχεια ως πρβθυπουργός– όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ωστόσο, από όσο θυμάμαι, οι προοπτικές για την Ευρώπη δεν ήταν ποτέ τόσο δύσκολες όσο είναι σήμερα. Σχεδόν όλες οι αρχές στις οποίες βασίζεται η Ένωση τίθενται υπό αμφισβήτηση.
Είχαμε οικοδομήσει την ευημερία μας πάνω στον ανοικτό χαρακτήρα και την πολυμέρεια – σήμερα, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον προστατευτισμό και τις μονομερείς ενέργειες.
Πιστεύαμε ότι η διπλωματία μπορούσε να αποτελέσει το θεμέλιο της ασφάλειάς μας – σήμερα βλέπουμε την επιστροφή της στρατιωτικής ισχύος ως μέσου για την προάσπιση των συμφερόντων.
Είχαμε υποσχεθεί να δείξουμε τον δρόμο όσον αφορά την ευθύνη απέναντι στην κλιματική αλλαγή – σήμερα, οι άλλοι αποσύρονται και μας αφήνουν να επωμιστούμε τα αυξανόμενα κόστη.
Ο κόσμος που μας περιβάλλει έχει αλλάξει ριζικά. Και η Ευρώπη δυσκολεύεται να αντιδράσει.
Αυτό θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί δεν καταφέρνουμε να αλλάξουμε;
Μας λένε συχνά ότι η Ευρώπη σφυρηλατείται μέσα από τις κρίσεις. Αλλά πόσο σοβαρή πρέπει να γίνει μια κρίση ώστε οι ηγέτες μας να ενώσουν επιτέλους τις δυνάμεις τους και να βρουν την πολιτική βούληση να δράσουν;
Μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση του δημόσιου χρέους, η ΕΚΤ, χάρη κυρίως στην ευρωπαϊκή εντολή της, εξελίχθηκε σε έναν περισσότερο ομοσπονδιακό θεσμό· επίσης, δρομολογήθηκε η τραπεζική ένωση.
Από τότε, όμως, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε έχουν γίνει όλο και πιο σύνθετες και απαιτούν πλέον κοινή δράση εκ μέρους των κρατών μελών.
Αφορούν τομείς όπως η άμυνα, η ενεργειακή ασφάλεια και οι τεχνολογίες αιχμής, τομείς που απαιτούν δράση σε ηπειρωτική κλίμακα και κοινές επενδύσεις.
Και σε ορισμένους από αυτούς, ιδίως στην άμυνα και την εξωτερική πολιτική, χρειάζεται μεγαλύτερος βαθμός δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Ωστόσο, εδώ και πολλά χρόνια, η διακυβέρνησή μας παραμένει στάσιμη.
Σήμερα, η ευρωπαϊκή μας συνομοσπονδία απλώς δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτές τις ανάγκες.
Το εθνικό επίπεδο δεν αρκεί πλέον για την αποτελεσματική διαχείριση των τεράστιων προκλήσεων μπροστά στις οποίες βρισκόμαστε. Και ακόμη κι αν θέλαμε να μεταβιβάσουμε περισσότερες εξουσίες στην Ευρώπη, αυτό το μοντέλο δεν μας παρέχει τη δημοκρατική νομιμοποίηση για να το πράξουμε.
Αυτό που μας εμποδίζει δεν είναι κάποιος νομικός περιορισμός που σχετίζεται με τις Συνθήκες.
Ο βαθύτερος περιορισμός είναι ότι, μπροστά σε αυτόν τον καινούργιο κόσμο, δεν έχουμε δημιουργήσει μια κοινή εντολή –που να έχει την έγκριση των πολιτών– για το τι εμείς, οι Ευρωπαίοι, θέλουμε πραγματικά να κάνουμε μαζί.
Γι’ αυτό, το μέλλον της Ευρώπης πρέπει να είναι μια πορεία προς την ομοσπονδιοποίηση.
Δεν πρόκειται για όνειρο, αλλά για αναγκαιότητα.
Ωστόσο, όσο επιθυμητή και αν είναι μια πραγματική ομοσπονδία, θα απαιτούσε πολιτικές προϋποθέσεις που δεν πληρούνται σήμερα. Και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι πολύ επείγουσες για να περιμένουμε να δημιουργηθούν αυτές οι προϋποθέσεις.
Ο μόνος εφικτός δρόμος είναι αυτός ενός νέου, ρεαλιστικού ομοσπονδιακού συστήματος.
Μια ομοσπονδιοποίηση που θα βασίζεται σε ορισμένους τομείς-κλειδιά, θα είναι ευέλικτη και θα έχει τη δυνατότητα να σχεδιάσει το μέλλον και να ενεργεί πέρα από τους πολύ αργόσυρτους μηχανισμούς της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Ένωσης.
Θα οικοδομηθεί με βάση «συνασπισμούς εθελοντών» γύρω από κοινά στρατηγικά συμφέροντα, αναγνωρίζοντας ότι οι διάφορες δυνάμεις της Ευρώπης δεν απαιτούν από όλες τις χώρες να προχωρούν με τον ίδιο ρυθμό.
Φανταστείτε το.
Χώρες με ισχυρούς τεχνολογικούς τομείς που συμφωνούν σε ένα κοινό καθεστώς που επιτρέπει στις επιχειρήσεις τους να αναπτυχθούν με γρήγορο ρυθμό.
Έθνη με προηγμένες αμυντικές βιομηχανίες που ενώνουν τις προσπάθειές τους στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης και χρηματοδοτούν κοινές δημόσιες συμβάσεις.
Βιομηχανικοί ηγέτες που συνεπενδύουν σε κρίσιμους τομείς όπως οι ημιαγωγοί ή σε υποδομές δικτύων που μειώνουν το ενεργειακό κόστος.
Αυτή η ρεαλιστική ομοσπονδιοποίηση θα επέτρεπε σε όσους έχουν τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες να δράσουν με την ταχύτητα, το εύρος και την ένταση των υπόλοιπων παγκόσμιων δυνάμεων.
Θα μπορούσε, εξάλλου, να συμβάλει στην ανανέωση της δημοκρατικής ορμής της ίδιας της Ευρώπης.
Πράγματι, η προσχώρηση θα απαιτούσε από τις εθνικές κυβερνήσεις να εξασφαλίσουν μια δημοκρατική υποστήριξη για συγκεκριμένους κοινούς στόχους, προωθώντας έτσι τη δημιουργία ενός κοινού στόχου από τη βάση προς την κορυφή – και όχι μια επιβολή από την κορυφή προς τη βάση.
Όσοι επιθυμούν να προσχωρήσουν θα μπορούν να το πράξουν, ενώ όσοι επιδιώκουν να εμποδίσουν την πρόοδο δεν θα μπορούν πλέον να σταματήσουν τους άλλους.
Εν ολίγοις, αυτό προσφέρει ένα όραμα εμπιστοσύνης για την Ευρώπη, ένα όραμα στο οποίο μπορούν να πιστέψουν οι πολίτες.
Μια Ευρώπη στην οποία οι νέοι θα μπορούν να δουν το μέλλον τους. Μια Ευρώπη που αρνείται να την ποδοπατούν. Μια Ευρώπη που ενεργεί όχι από φόβο για την παρακμή, αλλά από υπερηφάνεια για όσα μπορεί ακόμα να επιτύχει.
Αυτό είναι το όραμα που πρέπει να προτείνουμε αν θέλουμε να ανανεωθεί η Ευρώπη.
Και είμαι πεπεισμένος ότι μπορούμε να το πετύχουμε.
Πηγή: Le Grand Continent
